Η Νόρα κοίταξε για τελευταία φορά το πρόσωπο της στον καθρέφτη κι έκανε μια προσπάθεια να χαμογελάσει. Όχι με τα χείλη. Με τα χείλη είχε εξασκηθεί αρκετά τόσα χρόνια ώστε να μπορεί να χαμογελά όποτε έπρεπε. Με τα μάτια προσπάθησε να χαμογελάσει. Άδικος κόπος όμως. Σαν η ψυχή «βγει», τα μάτια, ο καθρέφτης της ψυχής, είναι πιο νεκρά κι από το θάνατο. Άδικος κόπος… Άδικη ζωή…

Ήταν δεν ήταν πέντε χρονών σαν την πήρε η μάνα της από το χέρι και μ’ ένα φορτηγό που έγινε η βάρκα της ελπίδας τους, ξεκίνησαν για την Ελλάδα. Για ένα καλό μεροκάματο, μια καλύτερη ζωή. Δεν κατάλαβε πως και γιατί αντί να τους υποδεχθεί το ζευγάρι ηλικιωμένων που υποτίθεται ότι θα πρόσεχαν σε ένα χωριό του θεσσαλικού κάμπου, τους υποδέχτηκαν τρεις άντρες, ανέκφραστοι και με βλέμμα σκοτεινό στη μέση του πουθενά. Τρία άγρια θηρία που τις στοίβαξαν νηστικές και ταλαιπωρημένες σε μια παράγκα μαζί με άλλες αλλοδαπές γυναίκες, χωρίς να τους πούνε κουβέντα. Και η γη της επαγγελίας έγινε η γη του μαρτυρίου.

Η Νόρα δεν πήγε σχολείο όπως της έταζε η μαμά της. Στην αρχή έμενε σπίτι μόνη κοιτώντας τους δίχως παράθυρα τοίχους και περιμένοντας να ανοίξει η πόρτα. Μια πόρτα που σαν άνοιγε έμπαινε μέσα μια μάνα άλλοτε σιωπηλή κι άλλοτε χτυπημένη, και που πάντα αρνιόταν να την αγκαλιάζει και να τη φιλά, όπως τότε που ήταν στην πατρίδα. Λίγους μήνες μετά βρέθηκε στην Αθήνα να πουλά χαρτομάντιλα στα φανάρια μαζί με άλλα παιδιά. Περίεργο, αλλά ήταν η πιο ωραία εποχή. Τότε τουλάχιστον έβλεπε ουρανό. Κι αν ήταν τυχερή όλο και κάποιος οδηγός την κερνούσε σοκολάτες. Ωστόσο, ήταν πολύ όμορφη για να στέκεται στο κρύο και τη βροχή, όπως της είπε ο Αφέντης, κι από τα φανάρια του δρόμου, πριν καλά καλά κλείσει τα 6, βρέθηκε στα κόκκινα φανάρια της ντροπής. Ένα σπίτι γεμάτο παιδιά που κοιτούσαν βουβά το ένα το άλλο, μη τολμώντας να αντιδράσουν από φόβο μη και τα δείρουν, μη και τα αφήσουν νηστικά να πεθάνουν, μη και κάνουν κακό στους δικούς τους. Σύντομα κατάλαβε πως η ομορφιά της ήταν και η καταδίκη της. Πόσα κορμιά ασέλγησαν πάνω της. Πόσα χέρια έπνιξαν τις αθώες ελπίδες της. Πόσα πόδια κλότσησαν τα παιδικά της όνειρά. Αν ήθελε να ζήσει έπρεπε να υπακούει τυφλά.

15 χρόνια. 15 ολόκληρα χρόνια. Χιλιάδες άντρες. Χιλιάδες τέρατα… Μία απόπειρα αυτοκτονίας που πλήρωσε ακριβά. Η ζωή δεν της άνηκε. Δεν είχε δικαίωμα να πεθάνει… Κι ένα μωρό που δεν είδε ποτέ. Που της το πήραν από την αγκαλιά πριν καλά καλά ακούσει το κλάμα του. Ποιος ξέρει για πού; Κάποια μεγαλύτερα κορίτσια της είπαν πως δόθηκε για υιοθεσία, κι άλλα πως τα μωρά αξίζουν πολλά μιας και ζητιάνος με παιδί στην αγκαλιά κερδίζει περισσότερα από έναν ζητιάνο χωρίς μωρό. 15 ολόκληρα χρόνια πληρωμένου έρωτα, βιασμών, ξυλοδαρμών, καταναγκαστικής χρήσης ουσιών. 15 χρόνια κόλασης.

Η Νόρα κοίταξε στον καθρέφτη. Της είχαν πει πως πλέον ήταν ελεύθερη. Ήταν από τις τυχερές που κατάφεραν να επιβιώσουν, έλεγαν οι αστυνομικοί που την έβγαλαν από τη φυλακή της. Το παράνομο κύκλωμα είχε εξαρθρωθεί. Τώρα μπορούσε να πάει όπου θέλει, να κάνει ό,τι λαχταρά η ψυχή της. Αλλά να πάει πού; Να κάνει τι; Τι κι αν είχαν σπάσει οι αλυσίδες της σκλαβιάς της. Γεννήθηκε άνθρωπος, μεγάλωσε σαν αντικείμενο. Και τώρα έπρεπε να νιώθει ελεύθερη. Πώς από πράγμα όμως να νιώσει άνθρωπος; Πώς να στρέψει τα μάτια της από το απόλυτο σκοτάδι στο φως δίχως να τυφλωθεί; Ήταν τόσο απελπισμένα μόνη και άδεια. Ακόμα και ο φόβος, που ένιωθε άλλοτε σαν έκλεινε τα μάτια αποκαμωμένη το χάραμα, ήταν εκεί να της θυμίζει κάθε στιγμή εξευτελισμού, εξαθλίωσης, σκλαβιάς.

Η Νόρα έβαλε το κόκκινο κραγιόν της, τα ψηλοτάκουνα πέδιλά της κι άνοιξε την πόρτα για τη μεγάλη φυγή. Ήταν ελεύθερη να πιάσει επιτέλους ουρανό.

Άλλο κλάμα δε θα ρίξω, φτάνει αυτό το αποψινό
το κενό θα διαρρήξω, πάω να πιάσω ουρανό
κι αν με δεις να φτάνω πάνω, Θε μου ‘σχώρα με
Κι άμα πέσω να πεθάνω, παρηγόρα με

 

Λένε πως σαν κανείς πεθαίνει κρυφά χαμογελά. Έτσι χαμογελαστή βρέθηκε και η Νόρα, νεκρή από υπερβολική δόση ηρωίνης στα φανάρια του Κηφισού, εκεί που πρωτοπούλησε χαρτομάντιλα, ξημερώματα της 23ς Αυγούστου. Την ίδια ώρα η διανομή των εφημερίδων ξεκινούσε. «23 Αυγούστου: Διεθνής Ημέρα Μνήμης Θυμάτων του Δουλεμπορίου και της Κατάργησής του. Σοκάρουν οι αριθμοί!», έγραφαν τα πρωτοσέλιδα.

 

Αν νομίζεις πως το δουλεμπόριο εξαλείφθηκε, ΚΑΝΕΙΣ ΛΑΘΟΣ. Ο κόσμος μας έχει περισσότερους σκλάβους απ΄ όσους είχε ο κόσμος στον οποίο χτιστεί η καλύβα του μπαρμπά- Θωμά. Παιδιά και γυναίκες εξαναγκάζονται να επαιτούν, να εργάζονται κάτω από απάνθρωπες συνθήκες σε εργοστάσια πολυεθνικών και χωράφια, να προωθούνται στην πορνεία και να κακοποιούνται σεξουαλικά καθημερινά σε κάποιον οίκο «Ανοχής» του πολιτισμένου ελεύθερου κόσμου μας. H δουλεία δεν εξαλείφθηκε. Μετονομάστηκε σε trafficking. Σεξουαλική εκμετάλλευση. Εργασιακή Εκμετάλλευση. Εμπόριο Οργάνων. Εμπορία παιδιών. Κοίτα γύρω σου κι…

ΑΝ ΔΕΙΣ ΚΑΤΙ ΠΕΣ ΚΑΤΙ
Η Γραμμή 1109 δέχεται καταγγελίες σχετικά με πιθανά περιστατικά εμπορίας https://1109.gr/ 

ΜΗ ΜΕΝΕΙΣ ΑΜΕΤΟΧΟΣ https://stoptrafficking.gr/el/