Αν…

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Είχε νυχτώσει για τα καλά. Το κρύο ήταν τσουχτερό κι η ομίχλη είχε σκεπάσει τα πάντα. Διάθεση μαύρη, σαν τη νύχτα κι αυτή. Έβαλε το αγαπημένο της τζιν, πήρε και ένα πακέτο τσιγάρα και βγήκε από το σπίτι. Δεν κάπνιζε, αλλά απόψε θα είχε 20 τσιγάρα συντροφιά. Δεν ήθελε άλλον κανέναν. Εξάλλου, όλοι είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν. Στο δρόμο δεν κυκλοφορούσε κανείς, τέτοια ώρα και με τέτοιο καιρό. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει και μύριζε το χώμα.

Περπατώντας στη μέση του δρόμου, προχώρησε κάνοντας ζιγκ ζαγκ, χορεύοντας σχεδόν. Δυο τρεις κυκλοφορούσαν όλοι κι όλοι, την κοίταξαν περίεργα. Τους χαμογέλασε και συνέχισε το χορό της. Έφτασε, μπήκε στο αυτοκίνητο και έβαλε μπρος. Παγωμένο τιμόνι, θολωμένα τα τζάμια. Περίμενε λίγο, να ζεσταθεί η μηχανή. Πάντα την ενοχλούσε αυτή η αναμονή, ποτέ δεν είχε υπομονή. Αλλά ήταν το δικό της αμάξι κι ήταν το μόνο που βοηθούσε λίγο τη διάθεσή της.

Αυτή η αίσθηση ελευθερίας, ήταν το καλύτερο τέτοιες ώρες. Πολλές φορές, οδηγούσε και του μιλούσε. Σκεφτόταν ότι δεν είναι λογικό, αλλά τι ήταν; Οι σκέψεις πολλές κι η λύση πουθενά. Καμιά φορά σκεφτόταν ότι μόνη της δημιουργεί προβλήματα, για να κρατάει το μυαλό της απασχολημένο. Καθάρισε το τζάμι κι αφουγκράστηκε τη σιωπή. Άλλη μια μέρα πέρασε, περιμένοντας κάτι που δεν ήρθε. Τα τελευταία δέκα χρόνια, κάνει τις ίδιες σκέψεις. Απόψε όμως, θα άδειαζε το μυαλό της. Από όλα κι από όλους. Άνοιξε τα παράθυρα, τα φώτα και τα μάτια της. Ξεκίνησε αργά, βγήκε από το στενό και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Η θάλασσα φαινόταν μαύρη, το φεγγάρι είχε χαθεί κι όλα γύρω της ήταν νεκρά. Μόνη στο δρόμο, συνέχισε να οδηγεί, αυξάνοντας ταχύτητα σταδιακά. Ο αέρας έμπαινε από τα παράθυρα, κρύωσε κι ανατρίχιασε. Έπρεπε να μείνει σε εγρήγορση, τα άφησε ανοιχτά. Η ταχύτητα ανέβηκε κι άλλο. Γύρω όλα φαίνονταν σα να απομακρύνονται, η ομίχλη ήταν πυκνή. Βγήκε στο δρόμο για Χαλκιδική. Θα πήγαινε στη θάλασσά της.

Η ανηφόρα ήταν δύσκολη, το σαραβαλάκι άρχισε να ζορίζεται. Υπήρχε και τίποτα εύκολο; Όλη μέρα δούλευε, γύριζε σπίτι με ένα κεφάλι κουδούνι. Το τηλέφωνο δε σταματούσε να χτυπάει. Μόνο για δουλειά. Εκείνος δεν έπαιρνε ποτέ. Ήταν μαλωμένος με τα τηλέφωνα. Πως της ήρθε αυτός στο μυαλό πάλι;

Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η ομίχλη είχε αρχίσει να διαλύεται, ανεβαίνοντας το δρόμο. Είχε νεκρική ησυχία. Θαρρείς και ήταν μόνη της στον κόσμο. Θαρρείς και δεν υπήρχε άλλος ζωντανός άνθρωπος πάνω στη γη. Που πήγαν όλοι; Άρχισε να επιταχύνει, ανυπομονούσε να δει τη θάλασσά της. Έτρεχε και σκεφτόταν. Πως θα ήταν τώρα η ζωή της, αν είχε φύγει όταν το ήθελε; Αν δεν είχε βρει δουλειά και πήγαινε έξω να σπουδάσει; Αν δεν τον γνώριζε κι αν δεν είχαν σχέση κι αν κι αν… Λες κι είχε κανένα νόημα. Πάντα πίστευε ότι όλα συμβαίνουν για κάποιον λόγο. Δεν ήξερε ποιος ήταν αυτός, αλλά δεν πίστευε στην τύχη και στις συμπτώσεις. Όλα θα ήταν αλλιώς, αν δεν ήταν έτσι. Χαχαχα, φοβερή σοφία σκέφτηκε πάλι!

Το ρολόι έδειχνε 1 παρά δέκα. Σε 15 λεπτά θα ήταν εκεί. Η πινακίδα στο δρόμο, έλεγε 20 χλμ ακόμα. Πάτησε λίγο παραπάνω το γκάζι κι άκουσε ένα θόρυβο από τη μηχανή. Μέσα στην ησυχία, ακούστηκε σαν απειλή. Δεν έδωσε σημασία. Όλα θα ήταν καλύτερα, αν δεν έδινε τόση σημασία, σε όλα τα ασήμαντα πράγματα. Σε όλους τους ασήμαντους ανθρώπους, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κινούσαν τα νήματα της ζωής της. Ποιος τους είχε δώσει αυτό το δικαίωμα; Ποιος άφηνε αυτήν την κατάσταση να διαιωνίζεται; Ξαναγέλασε με τη σκέψη της. Αν είχε λίγη δύναμη, λίγη περισσότερη δύναμη, όλα θα ήταν τελείως διαφορετικά. Τόσα αν μαζεμένα στο μυαλό της, τόσες υποθέσεις χωρίς ουσιαστική θέση στη ζωή της.

Φάνηκε επιτέλους. Στο χωριό δεν υπήρχε κανείς. Έστριψε και βρέθηκε στην πλατεία. Τα καλοκαίρια έσφυζε από ζωή και κόσμο, τώρα δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ένας σκύλος στην άκρη του δρόμου, περπατούσε και κούτσαινε. Κάπου είχε το κολατσιό της. Το πήρε ή το άφησε στο γραφείο; Δε θυμόταν. Πάρκαρε κι άρχισε να ψάχνει. Το βρήκε και βγαίνοντας έξω, το άφησε μπροστά στο σκύλο, που τινάχτηκε κι άρχισα να τρώει βιαστικά. Κλείδωσε και πήρε το δρόμο για τη θάλασσα. Έκανε την καλή της πράξη για σήμερα. Τα φώτα στο δρόμο ήταν σβηστά. Ο αέρας ήταν παγωμένος, το μόνο που άκουγε ήταν τα φύλλα των δέντρων. Η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη και μαύρη. Δυο βάρκες στην αμμουδιά, γεμάτες φύκια και χώμα. Η νύχτα ήταν πολύ περίεργη. Ο ουρανός σκοτεινός, η υγρασία σου τρυπούσε τα κόκαλα. Κούμπωσε το μπουφάν της και προχώρησε στην ακτή. Στάθηκε στην άκρη της θάλασσας κι έβαλε τα χέρια της μέσα. Το νερό ήταν παγωμένο. Τα δάχτυλά της μούδιασαν. Τα έβαλε στο στόμα και γεύτηκε την αρμύρα. Πάντα το έκανε αυτό, ήταν το μυστικό της. Σηκώθηκε και στάθηκε.Κοιτούσε τα νερά κι αναρωτιόταν. Πόσα καλοκαίρια πέρασε εδώ; Πόσες νύχτες κάθισε στην άμμο και κοιτούσε τη θάλασσά της; Πόσο έκλαψε, γέλασε, έπαιξε, χτύπησε, έτρεξε εδώ. Όλα εδώ. Η αρχή της ζωής της. Το τέλος που θα την έβρισκε; Μ’ αυτήν τη σκέψη, άναψε ένα τσιγάρο, πήρε μια βαθιά ρουφηξιά κι άρχισε να περπατάει στην άμμο… ελεύθερη να αφήσει όλες τις σκέψεις της εδώ, να τις πάρει ο αέρας…

 

Vanessa

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook