Ο Λάζαρος ήταν από τους τελευταίους επιβάτες που αποβιβάστηκαν από το νυχτερινό τραίνο. Αναστέναξε όταν πάτησε το πόδι του στην τσιμεντένια αποβάθρα. Ανέβασε το μαύρο του γυαλί και κοίταξε, για μία στιγμή, τα σχεδόν κίτρινα φώτα των προβολέων. Ακολούθησε τον κόσμο. Βγήκε από το σταθμό. Έριξε μια ματιά στην πιάτσα των ταξί κι ύστερα κούνησε μερικές φορές το κεφάλι του, ίσα για να το καθαρίσει από τις σκέψεις του.

Ένας σάκος με ρούχα απ’ το στρατό, τρεισήμισι ευρώ, η ταυτότητά του, το απολυτήριο κι ένα τελευταίο τσιγάρο, ήταν όλα του τα υπάρχοντα. Πετάρισε τα βλέφαρα, ενώ προσπαθούσε να χαρτογραφήσει νοερά, την διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσει. Το κινητό του έγραφε πέντε παρά δέκα και δώδεκα τοις εκατό μπαταρία. Ξεφύσηξε κι άρχισε να ξύνει το φρεσκοξυρισμένο του πρόσωπο. «Ας είναι» μουρμούρισε, προτού ξεκινήσει για το σπίτι που έμενε κάποτε.
Δεν τον εντυπωσίασε η διαδρομή, ακόμη κι αν είχε καιρό να την κάνει. Είχε ξεχάσει τις πολυχρονισμένες και μπαρουτοκαπνισμένες από τα καυσαέρια, πολυκατοικίες. Τα χαμόσπιτα που έχασαν παράταιρα ανάμεσα σε ψηλά κτήρια, παλιά και καινούρια. Τα δέντρα που βρισκόντουσαν στις άκρες των πεζοδρομίων και τα στραβοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα. Δεν είχε επιλογές ο Λάζαρος. Εκεί ήταν το σπίτι του, εκεί και η δουλειά του. Έπρεπε να κάνει λίγη ακόμη υπομονή, να επιστρέψει στους ρυθμούς του και να πάρει ξανά τη ζωή στα χέρια του.

Το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ήταν υπερβολικά σκοτεινό και τα μάτια του χρειάστηκαν λίγο χρόνο για να συνηθίσουν σ’ εκείνο τον φωτισμό. Τα λαμπάκια του modem, φώτιζαν μια γωνιά, ανεπαίσθητα και το κόκκινο φωτάκι της τηλεόρασης, υπήρχε απλώς για να δείχνει την θέση της. Άφησε τον σάκο του πάνω στον καναπέ, έλυσε τα κορδόνια του, παράτησε τα παπούτσια, αθόρυβα, δίπλα στην πόρτα και έφυγε για το υπνοδωμάτιο.

Βαριά χτυπούσε η καρδιά του, σχεδόν περίεργα. Με την Βάια δεν είχαν ανταμώσει το τελευταίο τρίμηνο κι όσο πήγαινε ο καιρός, τόσο πιο σποραδικές ήταν οι κουβέντες στο τηλέφωνο και τα μηνύματά τους. Εκείνη είχε πιάσει δουλειά, εκείνος βαρούσε διπλές υπηρεσίες. Σπασμένα λόγια σ’ ένα τηλέφωνο, θρυμματισμένα μηνύματα στο instagram, όποτε είχε εκείνη όρεξη κι όποτε είχε εκείνος σήμα. Ποτέ δεν πήγε το μυαλό του στο κακό. Ίσα – ίσα που εκείνα, τα πέντε τους, χρόνια, ήταν ό,τι καλύτερο είχε ζήσει στην ζωή του.

Άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου που έτριξε ελαφρώς. Εκείνος ο ήχος τον έκανε να χαμογελάσει – όλο έλεγε πως θα την λάδωνε κι όλο την παρατούσε. Γύρισε προς το κρεβάτι. Το ξανθό, κοντοκουρεμμένο κεφάλι που είδε, σίγουρα δεν ήταν της Βάιας. Βούλιαξε η καρδιά του στο στομάχι. Άρχισε να κρυώνει και να θέλει να βγάλει το σάπιο σάντουιτς που είχε φάει στη μέση του ταξιδιού. Έπιασε το πόμολό της πόρτας. Παρατήρησε πως το χέρι του έτρεμε. Την έκλεισε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Έβαλε παπούτσια, βούτηξε τον σάκο κι έφυγε βιαστικά από το σπίτι.

Κοίταξε το κινητό του. Είχε πάει έξι και είκοσι. Χάραζε ένα κρύο, και πένθιμο για εκείνον, ανοιξιάτικο πρωινό Πέμπτης. Άδειο ήταν το μυαλό του κι ο λογισμός του δεν ήθελε να σαλέψει από την απογοήτευση. Πήρε τηλέφωνο έναν παλιό συνάδελφο, που ξυπνούσε αξημέρωτα κι έβγαινε για τρέξιμο. Δεν τον βγήκε. Δοκίμασε άλλον. Μήτε εκείνος το σήκωσε. Πήρε το παλιό του αφεντικό. «Μπάμπη, καλημέρα…»
«Λαζαράκο; Έγινες πολίτης, επιτέλους, ή ακόμη σε ταλαιπωρεί η μαμά πατρίδα;»
«Απολύθηκα».
«Και τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;»
«Να γυρίσω στη δουλειά» μουρμούρισε, χαμένα και αδιάφορα.
Άρχισε να του τα μασάει ο Μπάμπης. Δεν χρειαζόντουσαν άτομο, είχε πέσει η δουλειά, είχαν φύγει οι πελάτες, λόγω κρίσης, είχαν κοπεί τα μεροκάματα.
«Ψυχή βαθιά, ρε Μπος» σιγοψιθύρισε στο τηλέφωνο ο Λάζαρος, προτού το κλείσει.

Έξι και τριάντα ένα έσβησαν τα φώτα της πόλης. Τα λιγοστά αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν, έσκιζαν αργά, σχεδόν νυσταγμένα, τους δρόμους που ασφυκτιούσαν από παρκαρισμένα οχήματα. Έφτασε στην πλατεία της γειτονιάς. Θλιμμένος, με στραπατσαρισμένο εγωισμό και βουλιαγμένη ψυχή σ’ έναν ιδεατό βούρκο, στο συνονθύλευμα που ήρθε να τον τρατάρει η πραγματικότητα.

Το πατρικό του ήταν δυο στενά παρακάτω. Κοίταξε προς εκείνη την κατεύθυνση, με βλέμμα χαμένο. «Πώς γυρνάω τώρα εκεί;» αναρωτήθηκε πριν πιάσει ένα πέτρινο πεζούλι. Μούσκεψε το παντελόνι του, από την πρωινή πάχνη που είχε στολίσει όλη τη γειτονιά. Έξυσε το κεφάλι του κι ύστερα ψάρεψε το τελευταίο του τσιγάρο από το στραπατσαρισμένο πακέτο. Το άναψε, μα δεν μπορούσε να ρουφήξει. Είχε σπάσει κοντά στο φίλτρο και το στόμα του τράβαγε αέρα αντί για καπνό. Έκοψε την γόπα και την πέταξε μακριά. Τράβηξε μια τζούρα και το στόμα του γέμισε με κομματάκια καπνού. «Σιχτίρι» μονολόγησε, πετώντας και το τσιγάρο. Αναστέναξε ξανά. Είχε μείνει μ’ ένα τίποτα και τίποτα περισσότερο κι αυτό του έτρωγε τα σωθικά.

Ούτε κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα στο πεζούλι, ούτε και τι ώρα είχε πάει. Τριγύρω του, μαμάδες μέσα στις πιτζάμες τους, έσερναν τα παιδιά τους στο σχολείο. Ο χασάπης, αξέχαστη φιγούρα, χτυπούσε τον φραπέ του έξω απ’ το μαγαζί, έχοντας ένα τσιγάρο σφηνωμένο στο στόμα του. Ο φούρναρης, πίσω από τον πάγκο του, σκούπιζε την καταϊδρωμένη του φαλάκρα, με μια πετσέτα. Ο οδοκαθαριστής, σιγοσφύριζε, καθώς μάζευε στον κουβά του, όλες τις βρωμιές από τα πεζοδρόμια και τα ρείθρα κι ο Λάζαρος καθόταν στην ίδια θέση όπως πριν μια πενταετία και σκεφτόταν ακριβώς τα ίδια πράγματα. «Πού πάω τώρα και πώς πάω εκεί;».

Χωρίς να καταλάβει πώς, τα πόδια του απέκτησαν ζωή και τον έφτασαν μέχρι το πατρικό του. Πέντε ολόκληρα λεπτά του πήρε ν’ αποφασίσει να χτυπήσει το κουδούνι. Η πόρτα της πολυκατοικίας άνοιξε χωρίς να ακούσει την φωνή κανενός. Ανέβηκε στον δεύτερο με τα πόδια. Είδε την βαριά, ξύλινη πόρτα, μισάνοιχτη. Ο πατέρας του είχε πιάσει την θέση του στο σαλόνι κι έβλεπε τηλεόραση, σχεδόν βαριεστημένα. «Καλός πολίτης» του είπε, κοιτάζοντάς τον, χαμογελαστά.
«Σκατά πολίτης» μουρμούρισε εκείνος, αφήνοντας τον σάκο στο πάτωμα.
«Να σου στρώσω μέσα, να κοιμηθείς;»
«Αρκετό καιρό κοιμόμουνα…» είπε αναστενάζοντας και ξαναφέρνοντας στο μυαλό του, την πρωινή σκηνή. Ύστερα γύρισε πίσω. Στη σχολή, που γνώρισε την Βάια. Στους φίλους που είχε εκείνο το διάστημα – που όλοι είχαν πια γίνει στάχτη κι είχαν σκορπίσει στα πέρατα του κόσμου. Στην φυγή από το σπίτι. Στο βράδυ που σαν κλέφτης μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα και που έφυγε για να πάει να μείνει σ’ εκείνη, την καλύτερή του, φίλη. Στον χαμό που επικράτησε στις ζωές τους. Σε μια πλάκα που κατέληξε σ’ ένα «μαζί» και σ’ ένα στοίχημα που έκλεισε ένα συμβόλαιο μεταξύ τους και με την κοινωνία. Σ’ έναν χωρισμό που έπρεπε να έρθει. Σε μια απογοήτευση που είχε καταφέρει να σβήσει την οποιαδήποτε σπίθα χαράς κι ελπίδας που μπορεί να υπήρχε μέσα του.
«Απ’ τη σκοπιά στο τάγμα, από ‘κει για υπογραφές κι ύστερα για την ταυτότητα. Τελευταίο ταξίδι με την καναζέδα, μέχρι την πόλη. Από ‘κει πεζός για τον σταθμό. Εκατοντάδες χιλιόμετρα μαυρίλας μέσα στο βράδυ, για να φτάσω εδώ και να κάνω μια επανεκκίνηση. Τι να ξεκινήσω ξανά και με ποιόν; Στα σκατά, όλα…» μουρμούρισε, σχεδόν μυξοκλαίγοντας.

***
«Κανέναν δεν πειράζω κι εγώ πάντα προσπαθώ…» έπαιζε το παλιό ραδιάκι στην κουζίνα κι ο Λάζαρος, στο μπαλκόνι, έπινε καφέ, ατενίζοντας τα μενεξεδιά σύννεφα που στόλιζαν τον απογευματινό ουρανό. «Θα ξεκουραστώ» δήλωσε, τρακάροντας ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο του πατέρα του. «Θα αράξω κανένα μήνα κι ύστερα θα βρω κάτι να κάνω. Η αποθήκη έχει χώρο;»
«Έχει, ναι, γιατί;» απόρησε ο πατέρας του.
«Ξενοικιάζω…» μουρμούρισε ο Λάζαρος, αδιάφορα, πριν βυθιστεί για τα καλά στις σκέψεις του.