Όταν η Μαρία γνώρισε τον Χρήστο, τίποτα δεν προμήνυε την συνέχεια. Ουσιαστικά δεν του έριξε ούτε καν δεύτερη ματιά. Ήταν εντελώς το αντίθετο με το πρότυπο του άντρα που είχε στο μυαλό της. Αυτός ήταν πολύ μεγαλύτερός της, όχι ιδιαίτερα ψηλός, και σίγουρα είχε αρκετά κιλά παραπάνω. Η Μαρία είχε συνηθίσει να έχει δίπλα της όμορφους άντρες, καλλιεργημένους, με σωστούς τρόπους συμπεριφοράς. Οπότε απλά προσπέρασε το βλέμμα της, έδωσε τυπικά το χέρι της και συνέχισε να συνομιλεί με την υπόλοιπη παρέα.

Ο Χρήστος όμως δεν ήταν από τους άνδρες που είχαν μάθει να εγκαταλείπουν τον αγώνα. Άλλωστε η πορεία του στον χώρο της τηλεόρασης αποδείκνυε πως είχε θέληση και πυγμή. Βέβαια τα τελευταία χρόνια η παρουσία του ήταν κυρίως παρασκηνιακή, αφού οι σκηνοθέτες προτιμούσαν άλλους, νεότερους , μπροστά από τις κάμερες. Όμως για εκείνον η τηλεόραση ήταν όλη του η ζωή, δεν ήξερε να κάνει κάτι άλλο. Και είχε ανάγκη τον θαυμασμό που έβλεπε στα μάτια των άλλων.

Η περίπτωση λοιπόν της μικρής Μαρίας, ήταν ξεχωριστή. Δεν είδε καμία σπίθα στα μάτια της όταν τους σύστησαν. Αυτό τον τρέλανε. Έκανε τα πάντα για να τραβήξει την προσοχή της. Την φλέρταρε διακριτικά αλλά επίμονα. Την γέμισε μικρά δωράκια, της έστελνε διακριτικά μηνύματα, την προσκάλεσε να βγούνε για φαγητό, χωρίς ποτέ να κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό ότι ήθελε κάτι περισσότερο από αυτή. Της μιλούσε για τα ένδοξα χρόνια του στο πλατώ, αναφερόταν σε όλα τα μεγάλα ονόματα της τηλεόρασης με το μικρό τους όνομα και γενικά φρόντιζε να είναι πάντα κοντά της, χωρίς αυτή να νοιώσει ότι ασφυκτιεί. Ναι, ήταν μάστορας ο Χρήστος στο να γοητεύει τις γυναίκες, και η πιτσιρίκα δεν θα αποτελούσε εξαίρεση.

Σε λίγο καιρό ήταν ζευγάρι. Η Μαρία είχε θαμπωθεί από την συμπεριφορά του Χρήστου. Δεν κοιτούσε πια τον μεσήλικο υπέρβαρο άνδρα που είχε δει στην πρώτη τους συνάντηση. Έβλεπε έναν ερωτευμένο άνθρωπο που την είχε στα ώπα ώπα, κάλυπτε κάθε της επιθυμία, και της συμπεριφερόταν σαν να ήταν το κέντρο του κόσμου. Σιγά σιγά άρχισε να τον θαυμάζει, και στο τέλος τον αγάπησε. Τι κι αν το σεξ μαζί του ήταν μελάτο και μονότονο. Και μόνο που την κοιτούσε στα μάτια και της έλεγε πως είναι η γυναίκα της ζωής του, της έφτανε. Μαζί του ένιωθε ξεχωριστή, και σίγουρη. Αυτός ο άνδρας δεν είχε μάτια για άλλη γυναίκα, και της το έδειχνε με κάθε τρόπο.

Η Μαρία ζούσε μέσα σε ένα ροζ συννεφάκι ευτυχίας. Ο Χρήστος της είχε αφήσει υπαινιγμούς ότι δεν άντεχε άλλο να ζούνε χώρια, και ήταν καιρός να σκεφτούν την σχέση τους, να την εξελίξουν. Εκείνη είχε ρίξει όλες της τις άμυνες, και ολόκληρη η ζωή της περιστρεφόταν γύρω από εκείνον. Σταμάτησε να κάνει παρέα με τους συνομήλικούς της και να βγαίνει στα μαγαζιά που σύχναζε. Βέβαια καμιά φορά της έλειπαν οι καθημερινές βόλτες της, αλλά κατανοούσε ότι ο άνθρωπός της ήταν κουρασμένος και προτιμούσε να περνάει τα βράδια του βλέποντας τηλεόραση.

Ένα βράδυ που τον είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, εκείνη βαριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Έβαλε τα παπούτσια της κ βγήκε έξω. Μια βόλτα για να ξεμουδιάσει. Είχε πολύ καιρό να περπατήσει χωρίς προορισμό. Παλιότερα συνήθιζε να το κάνει, γιατί ένοιωθε πως έμπαιναν οι σκέψεις της σε τάξη. Από συνήθεια κατευθύνθηκε προς την πλατεία Μαβίλη. Πέρασε μπροστά από τα μικρά αυτά μαγαζάκια που πάντα μάζευαν τόσο κόσμο. Δεν ήθελε να πιει. Η αλήθεια ήταν πως με τον Χρήστο έπινε αρκετά. Ουσιαστικά ο Χρήστος έπινε πολύ. Παραπάνω από τον μέσο όρο. Και αυτό δεν την άρεσε. Και όταν έπινε, έλεγε πράγματα που την επόμενη μέρα τα ξεχνούσε. Και αυτό επίσης δεν της άρεσε.

Όσο περπατούσε, συνειδητοποιούσε ότι υπήρχαν πολλά πράγματα πάνω του που δεν της άρεσαν. Και δεν μπορούσε πια να τα αγνοεί. Όσο ερωτευμένη κι αν ήταν, δεν τον θαύμαζε πια. Οι ιστορίες από το ένδοξο παρελθόν του δεν έφταναν πια για να καλύψουν την σημερινή πραγματικότητα. Ότι ουσιαστικά είχε τελειώσει με την τηλεόραση. Ήταν πια μόνο ένα όνομα. Χωρίς καμία παρουσία. Και αυτός δεν φαινόταν να το αποδέχεται. Ζούσε μέσα σε μια αυταπάτη, σε έναν κόσμο που αυτός είχε πλάσει μες στο μυαλό του, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρχε.

Τα βήματά της, χωρίς καν να το καταλάβει, την είχαν οδηγήσει στο σπίτι της. Ναι, ήξερε την αλήθεια πια. Ήταν πολύ νέα για να θαφτεί δίπλα σε έναν άνθρωπο κουρασμένο, γερασμένο, που έψαχνε νέο αίμα για να αυτοεπιβεβαιωθεί. Εκείνη είχε όνειρα, σχέδια για το μέλλον, και δεν ήταν διατεθειμένη να τα θυσιάσει για ένα ψέμα. Η αποδόμηση του Χρήστου δεν είχε αφήσει παρά μόνο γκρίζες τρίχες και ένα κακέκτυπο του άνδρα παλαιάς κοπής. Ανέβηκε στο διαμέρισμά της και ξάπλωσε. Ήταν απολύτως σίγουρη πως εκεί έξω υπήρχε αυτός που θα κατανοούσε τις ανάγκες της. Το μόνο που έμενε, ήταν να τον βρει.