Απολεσθέντα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν σίγουρος ότι είχε χαθεί.
Άφησε κάτω την μικρή βαλίτσα του, πήρε δύο βαθιές ανάσες από τη μύτη, εξέπνευσε αργά κι έκλεισε τα μάτια.
Μετά το check in, ευθεία. Στρίβω δεξιά προς την έξοδο Β21. Περνάω τις τουαλέτες, ανεβαίνω τις κυλιόμενες και μετά-
«Κύριε, είστε εντάξει;»
Μία τσιριχτή φωνή τον έκανε να αναπηδήσει. Ο Στέλιος αντίκρισε ένα κορίτσι, δε θα ταν πάνω από δεκαπέντε, να τον κοιτάει σαστισμένο πίσω από δύο ματομπούκαλα. Η αεροσυνοδός που το συνόδευε, μιλούσε στο κινητό λίγα μέτρα πιο μακριά.
«Ναι, παιδί μου, εντάξει είμαι. Σ’ ευχαριστώ».
Η μικρή χαμογέλασε – ένα δειλό χαμόγελο μεταξύ ντροπής και ικανοποίησης – και γύρισε την πλάτη της. Ο Στέλιος είδε στο πρόσωπο της μικρής την αγαπημένη του, κατά σαράντα χρόνια νεότερη, αμήχανη σα βρεγμένη γάτα, να κάνει το πρώτο της ταξίδι.
«Συγνώμη, νεαρή, βασικά…»
Το κορίτσι γύρισε προς το μέρος του.
«Μήπως ξέρεις πώς θα βγω στο τμήμα με τα απολεσθέντα;»
«Χάσατε κάτι;»
Ο Στέλιος δεν απάντησε. Αυτό που κινδύνευε να χάσει ήταν πολυτιμότερο κι απ’ όλες τις βαλίτσες του κόσμου.
«Ας πούμε πως ναι, κάτι έχασα».
Η μικρή έδωσε στον Στέλιο τόσο ακριβείς οδηγίες σα να είχε γεννηθεί στο αεροδρόμιο. Εκείνος, άρπαξε τη βαλίτσα του και κατευθύνθηκε προς το σημείο που ήθελε. Δεν έψαχνε τα απολεσθέντα. Αλλά κάτι πολύ σημαντικότερο.

Την επόμενη μέρα πέρασε από το ίδιο σημείο. Κοίταξε το ρολόι του, η επόμενη πτήση θα έφευγε σε 25 λεπτά ακριβώς. Ρύθμισε το χρονόμετρο, υπολόγισε στα γρήγορα τη διαδρομή στο μυαλό του και κρατώντας τη βαλιτσούλα του, ξεκίνησε. Έκανε το check in, πέρασε από τον έλεγχο αποσκευών, χαιρέτισε την υπάλληλο ασφαλείας του αεροδρομίου, ανέβηκε τις κυλιόμενες, προσπέρασε την έξοδο Β21, το τμήμα απολεσθέντων κι έφτασε στον προορισμό του.
Ελάχιστος κόσμος, η μπλε μοκέτα στο πάτωμα καθαρή, δύο αεροσυνοδοί να περιμένουν υπομονετικά. Η ξανθιά κοιτούσε βαριεστημένα το κινητό της. Δεν είχε πιάσει ακόμα τα μαλλιά της, λες και θα είχε όλο τον χρόνο δικό της να το κάνει μετά. Η μελαχρινή, αγχωμένη, ίσιωνε τη φούστα της συνέχεια και τα τακούνια της αναπηδούσαν, χωρίς ήχο, στη μοκέτα. Ο Στέλιος χαμογέλασε. Κάθισε απέναντί τους και τις παρατηρούσε. Λίγα λεπτά μετά, έφτασε ο πιλότος του αεροσκάφους, του χαμογέλασαν, τις καλωσόρισε και μαζί προχώρησαν προς το αεροπλάνο. Ο Στέλιος σημείωσε την ώρα, σηκώθηκε και κάνοντας την ίδια διαδρομή με πριν, βγήκε από το αεροδρόμιο.

Η ίδια ρουτίνα συνεχίστηκε αρκετές φορές ακόμη, μέχρι το τέλος του μήνα. Ο Στέλιος αγόραζε εισιτήριο για οποιονδήποτε προορισμό που να έφευγε από την Β22, πάντα τις πρώτες πρωινές ώρες, έκανε το check in, έφτανε στο ίδιο σημείο, παρατηρούσε τις αεροσυνοδούς και μετά γυρνούσε σπίτι του. Εννιά άχρηστα χαρτάκια είχε μαζέψει σπίτι του, εννιά εισιτήρια που έμειναν άδεια, χωρίς τελικό προορισμό, χωρίς να αξιοποιηθούν ποτέ.
Είχε σκοπό να κάνει το ίδιο πράγμα άλλη μία φορά. Μόνο έτσι θα ήταν απόλυτα σίγουρος ότι θα είχε πετύχει τον σκοπό του. Ετοίμασε τη βαλίτσα του, πήρε τα πράγματά του, το εισιτήριο στο χέρι κι έφυγε για το αεροδρόμιο.
Όταν έφτασε στον έλεγχο αποσκευών, τον πλησίασε η φύλακας μαζί με έναν κοστουμαρισμένο τύπο.
«Ο κ. Αργυρίου;»
Ο Στέλιος σάστισε κι ένιωσε τον λαιμό του να στεγνώνει.
«Μα… Μάλιστα. Συνέβη κάτι με τα πράγματά μου;»
«Πετρόπουλος Νικόλαος, υπεύθυνος ασφαλείας του αεροδρομίου. Ακολουθήστε με παρακαλώ».
Ο Στέλιος άφησε τη βαλίτσα του στην φύλακα κι ακολούθησε τον Πετρόπουλο. Το ύφος του τον τρόμαζε, πιο ξερό κι από ποτάμι το καλοκαίρι.
Έφτασαν σε μία μικρή αίθουσα και κάθισαν αντικριστά.
«Κ. Αργυρίου, σας έφερα εδώ γιατί έχετε κινήσει τις υποψίες μας λόγω της περίεργης συμπεριφοράς σας τον τελευταίο μήνα στον χώρο του αεροδρομίου. Φαντάζομαι καταλαβαίνετε σε τι αναφέρομαι».
«Ειλικρινά, κ. Πετρόπουλε, δεν καταλαβαίνω. Έχω το εισιτήριό μου, την αποσκευή μου που ελέγχθηκε από τα συστήματά σας, θέλω να-»
«Πάτε στην έξοδο Β22, να μείνετε εκεί μισή ώρα και να επιστρέψετε πίσω; Για δέκατη φορά;»
Κρύος ιδρώτας έλουσε τον σβέρκο του Στέλιου, ένιωσε να ζαλίζεται και να παθαίνει κρίση πανικού.
«Κοι… κοιτάξτε, κ. Πετρόπουλε. Καταλαβαίνω ότι η συμπεριφορά μου είναι περίεργη, παράλογη, αλλά έχω… έχω λόγο. Καλό λόγο. Δεν έχω σκοπό να κάνω κάτι κακό».
«Διαφωτίστε με τότε, κ. Αργυρίου, καθώς δε γίνεται ολόκληρο αεροδρόμιο να ψάχνει συνέχεια για έναν επιβάτη που έχει κάνει check-in αλλά δεν ανεβαίνει ποτέ στο αεροπλάνο. Κι ελπίζω ο «καλός» σας λόγος να είναι αρκετά πιστευτός για να μην σας κάνω μήνυση για άσκοπη απασχόληση ολόκληρου του προσωπικού ασφαλείας».
Ο Στέλιος ήξερε ότι το τελευταίο δεν ίσχυε, αλλά ο Πετρόπουλος έκανε απλά τη δουλειά του. Είχε έναν παρανοϊκό που έκλεινε εισιτήρια αλλά δεν πετούσε ποτέ με το αεροπλάνο. Έπρεπε να του τα πει όλα χαρτί και καλαμάρι.
Και του τα είπε.
Κι ο Πετρόπουλος δεν έκανε τίποτα, έσκυψε το κεφάλι, σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και του ευχήθηκε καλή επιτυχία.

Ο Στέλιος χαιρέτισε τον καθηγητή Ιασωνίδη και έκατσε στην καρέκλα απέναντί του.
«Στέλιο μου, καλησπέρα. Χαίρομαι πολύ που ήρθες. Αυτό σημαίνει ότι με εμπιστεύεσαι».
«Δεν έχω άλλη επιλογή, καθηγητά. Κρατάω την τελευταία κλωστή ελπίδας με νύχια και με δόντια ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι μπορεί να χάσω το μυαλό μου».
«Στέλιο, οφείλω για άλλη μία φορά να προειδοποιήσω ότι δεν εγγυώμαι πως-»
«Ξέρω, κ. καθηγητά. Έχω υπογράψει στο αντίστοιχο συμφωνητικό για το πείραμα και γνωρίζω τις συνέπειες. Μπορούμε να ξεκινήσουμε;»
Ο Ιασωνίδης σήκωσε τα χέρια ψηλά και τον οδήγησε στο διπλανό δωμάτιο.
Όταν ο Στέλιος είδε ξανά την αγαπημένη του ξαπλωμένη, ασάλευτη, με τα μάτια κλειστά και δεκάδες καλώδια στο κεφάλι της, η καρδιά του έχασε έναν χτύπο. Έναν από τους πολλούς που είχε χάσει από τότε που εκείνη, για ανεξήγητο λόγο, είχε πέσει σε κώμα. Καμία ιατρική βοήθεια, κανείς δεν γνώριζε τι της είχε συμβεί, όλοι του είχαν προτείνει να τραβήξει την πρίζα.
Όλοι, εκτός από τον Ιασωνίδη.
«Είσαι έτοιμος;» τον ρώτησε ο καθηγητής. Ο Στέλιος έγνεψε, έβγαλε το πουκάμισό του, ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα στην αγαπημένη του κι άφησε τον καθηγητή να κάνει τη δουλειά του.
Καλώδια, μηχανήματα, κι άλλα καλώδια, απανωτά μπιπ-μπιπ τριβέλιζαν τ’ αυτιά του, ο Στέλιος δε μπορούσε να σταματήσει το τρέμουλο. Προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, να επαναλάβει τη διαδρομή στο μυαλό του, την είχε κάνει τόσες φορές, αποκλείεται να έκανε λάθος!
«Θυμήσου, Στέλιο, ο σκοπός είναι να τη φέρεις πίσω. Όχι να μείνεις εκεί, όχι να της δείξεις τον δρόμο, να τη βρεις κι αμέσως να τη φέρεις πίσω. Σύμφωνοι;»
Ο Στέλιος έγνεψε. Πήρε μία βαθιά ανάσα, έκλεισε τα μάτια κι άφησε τη μαγεία της επιστήμης να κάνει τη δουλειά της.

Τα έβλεπε όλα θολά. Δεν είχε ιδέα αν η σύνδεση είχε ξεκινήσει ή όχι. Λες και βρισκόταν στο βυθό, χωρίς γυαλιά, μία εικόνα παραμορφωμένη. Σήκωσε τα χέρια του, λες κι ήταν φτιαγμένα από ζελέ. Προσπάθησε να κινηθεί, καμία αντίδραση, τα πόδια του υπήρχαν; Δεν ήταν σίγουρος. Προσπάθησε να φωνάξει, πνίγηκε, έκανε να βήξει, τον έπιασε πανικός. Πήρε ανάσες. Το τοπίο καθάρισε, πλέον μπορούσε να περπατήσει.
Βρισκόταν στο αεροδρόμιο. Οι τοίχοι ήταν κυματιστοί, σαν να είναι φτιαγμένοι από πλαστελίνη. Το πάτωμα ατελείωτο, δε θα μπορούσε με το βλέμμα να βρει τον δρόμο του. Βρισκόταν στον κόσμο της, όχι στον δικό του. Δε μπορούσε να βρει τον δρόμο. Έκλεισε τα μάτια και ξεκίνησε να κινείται με τη μνήμη του.

Ευθεία, δεξιά, περνάω τις μπάρες, χτυπάω το εισιτήριο, πέντε βήματα ακόμη, αριστερά, τσεκάρω τις αποσκευές, μέσα από την πύλη ελέγχου, ανεβαίνω τις κυλιόμενες, τρία, τέσσερα, πέντε δευτερόλεπτα, ευθεία, τώρα που είναι η έξοδος Β21; Δε θυμάμαι, γαμώτο, τόσες φορές το έχω κάνει, συγκεντρώσου Στέλιο, μία φωνή, εκείνη είναι; Ελένη! Με ακούς; Όχι, όχι, δε πρέπει να φωνάξω, να τη βρω πρέπει, ευθεία Στέλιο, στρίψε αριστερά, περνάς τις τουαλέτες, κάτι με τραβάει κάτω, όχι, ιδέα μου είναι, πάλι ακούω τη φωνή της, πρέπει να πλησιάζω, να πάω ευθεία ή να την ακολουθήσω; Το κοριτσάκι με τα γυαλιά είναι, η Ελένη είναι, μικρή, μεγάλη, μαμά, μαζί μου, αγαπημένοι, γονείς, ερωτευμένοι, χάθηκε, έπεσε σε κώμα, την ακούω, ευθεία Στέλιο, μετά την Β21, εκεί είναι, πρώτη απ’ όλες να περιμένει τον πιλότο, πρώτη απ’ όλες στη δουλειά της, εκεί θα βρίσκεται, εκεί μου έστελνε πάντα μηνύματα ότι της λείπω, ότι θέλει να γυρίσει σπίτι, πολλές ώρες δουλειά, πολλές ώρες πτήσης, θα τη βρω, έφτασα, ανοίγω μάτια, πού είναι; Ελένη! Με ακούς; Ελένη! Να, η φωνή της, όχι, αυτή είναι; Ιασωνίδη, βγάλε με, τη βρήκα, βγάλε με, δε μπορώ να αναπνεύσω, βγάλ-

Άνοιξε τα μάτια του.
Έβλεπε το ταβάνι. Του αεροδρομίου ήταν; Του εργαστηρίου;
Ένα άγγιγμα στο στήθος του τον ανατρίχιασε. Κοίταξε στα αριστερά του.
Είδε τα μάτια της. Ανοιχτά. Γεμάτα δάκρυα.
«Με βρήκες, αγάπη μου. Με βρήκες».

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook