Απολογία στον Ήρωνα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η αλήθεια είναι ότι δεν άντεχα άλλο. Ο λαός με τις απαιτήσεις του. Η σύζυγος με το κρεβάτι της. Ο γιος με τα όνειρά του. Οι Θεοί με τις επιταγές τους και το όνομά μου με την φήμη του, στην οποία και έπρεπε να ανταποκριθώ. Η Ιθάκη. Ποιος θέλει να είναι βασιλιάς; Ποιος θέλει να είναι κάτοχος γης και εξουσίας και οικογένειας και αγάπης και σεβασμού; Ποιος θέλει να είναι δέσμιος της Ιθάκης; Στα ταξίδια μου ήμουν ελεύθερος. Ήμουν ο Ούτις.

Όχι κάποιος.

Όταν πρόφερα αυτή την αόριστη αντωνυμία ως όνομά μου, δεν ανταποκρινόμουν στον ρόλο του πολυμήχανου και πονηρού και δόλιου. Δεν σχεδίαζα την διαφυγή μου από τον Κύκλωπα. Απλώς, δήλωνα ποιος ήμουν. Ποιος επιθυμούσα να είμαι. Μπροστά στον τρομερό Κύκλωπα, βρέθηκα μπροστά στην πιθανότητα του θανάτου. Μπρος σε αυτό το ζοφερό ενδεχόμενο, πέρασε η ζωή μου μπροστά από τα μάτια μου.

Γεννημένος από αργοναύτη πατέρα, καταγόμενος από Θεούς και Ήρωες, μπλέχτηκα σε έναν ρόλο που με ενέταξε σε σκηνικά δράσης και λόγου, μακριά από την πραγματικότητα που ποθούσα.

Και τέτλαθι δή, κραδίη…

Στην αυλή του Τυνδάρεου να συναγωνίζομαι για την Ελένη, μια γυναίκα που ουδέποτε θέλησα αλλά έπρεπε να διεκδικήσω. Έπειτα, απεσταλμένος σε όλη την Ελλάδα να λύνω διενέξεις. Έπρεπε να ανταποκριθώ στα προσωνύμια που μου απέδιδαν. Μπλεκόμουν σε λόγους. Γινόμουν δόλιος ρήτορας και άριστος ψεύτης, διότι έπρεπε να καλύπτω με γλωσσικά παιχνίδια την αλήθεια. Ένα παιχνίδι το οποίο γνώριζα καλά. Μια τέχνη που είχα δαμάσει, αφού σε αυτή κατέφευγα κάθε μέρα για να κρύψω την αλήθεια από τον εαυτό μου τον ίδιο. Και η αλήθεια ήταν πως δεν ήθελα τίποτα από όλα αυτά.

Αργότερα στην Τροία. Ποιος εγώ; Γιατί να αφήσω το σπίτι μου και την γυναίκα μου; Το σκυλί μου και την περιουσία μου; Γιατί; Προφανώς και προσποιήθηκα τον τρελό. Ήταν η πιο λογική και ειλικρινής στιγμή μου, μέχρι τότε.

Και, ξανά μανά τέτλαθι…

Πολέμησα. Σκότωνα αντιπάλους και έθαβα φίλους. Και όλα αυτά γιατί ήμουν ο Οδυσσέας. Ο γιός του Λαέρτη ή του Σίσυφου ή του Ερμή του ίδιου. Έπλεξαν τέτοια μυθολογία γύρω από το άτομο μου, ώστε αυτό χάθηκε πίσω από μία περσόνα. Βρέθηκα να είμαι κάποιος πίσω από μια μάσκα.

Ούτις. Αυτό ήμουν και, ταυτόχρονα, αυτός θα ήθελα να είμαι. Ένας κάποιος, χαμένος στην κάποια του ζωή. Και, ταυτόχρονα μη-κάποιος, αφού δεν ήμουν όλα αυτά που μου καταλόγιζαν.

Και την αλήθεια μου αυτή και τον πόθο μου αυτόν εξέφρασα μπροστά στον Κύκλωπα. Εγώ που ταυτιζόμουν, από τους γύρω μου, με το ψέμα και ήμουν ένα ψέμα για μένα, βρέθηκα να λέω την αλήθεια μπροστά στον τρομερό μονόφθαλμο. Κάπως έτσι, ο Πολύφημος έπαψε να μου φαίνεται τρομακτικός. Η περιπέτεια των ταξιδιών άρχισε να είναι ακριβώς αυτό, μια περιπέτεια. Ένα παιχνίδι έξω από δεσμά και δεσμεύσεις. Με αυτό τον τρόπο και η Ιθάκη έπαψε να με απασχολεί ως προορισμός στον οποίο ήθελα να φτάσω. Χρησίμευε, περισσότερο, ως μια δικαιολογία για να θαλασσοδέρνομαι στο μεγάλο ταξίδι της γνώσης και της φαντασίας.

Κολύμπησα ανάμεσα στην Σκύλλα και την Χάρυβδη και άκουσα το θανατηφόρο τραγούδι των σειρήνων. Έκανα έρωτα με θεές και μάγισσες και σαγήνευσα πριγκίπισσες.

Ποια Ιθάκη και μαλακίες;

Όμως, στο τέλος, το πεπρωμένο μας συναντάει όλους και, ως σκηνοθέτης, μας εντάσσει στα σκηνικά που ορίστηκαν για το έργο της ζωής μας.

Ένα κύμα με έριξε στην αυλή του Αλκίνοου. Η Αθηνά σφιχτόδεσε τις αλυσίδες μου καθοδηγώντας τον λόγο μου. Ακούγοντας το τραγούδι του Δημόδοκου, για τον πόλεμο στην Τροία, έκλαψα πικρά. Πώς αλλιώς; Συνειδητοποίησα πως η ελευθερία μου, ως Ούτις, τελείωνε και θα γινόμουν σύντομα-και πάλι-ο Οδυσσέας. Το βάρος αυτού του πεπρωμένου το τραγουδούσε ο αοιδός, διηγούμενος τα κατορθώματα του βασιλιά που θα υποδυόμουνα ξανά.

Έτσι αποκαλύφθηκα. Από τα δάκρυα μου.

Και με γύρισαν στην Ιθάκη.

Βλέποντας τους μνηστήρες τους λυπήθηκα. Διεκδικούσαν με μανία τα δεσμά μου. Πόσο αφελείς; Να παρακαλάνε για αλυσίδες. Θα τους τις φορούσα μετά χαράς, αλλά δεν ήταν πλέον μπορετό. Ήμουν και πάλι ο Οδυσσέας. Και, ως τέτοιος, έπρεπε να πράττω.

Πριν την Τροία, η Ιθάκη ήταν το καταφύγιο μου. Τώρα ήξερα. Δεν υπήρχε καταφύγιο. Η μόνη διέξοδος ήταν η απόλυτη ελευθερία. Η έλλειψη καταφύγιων και λιμανιών. Όμως, το απόλυτο είναι και ανέφικτο. Το γνώριζα. Είχα συνειδητοποιήσει ότι, αν πραγματοποιούσα την τελευταία έξοδο, θα με κατέστρεφα. Την στιγμή που ούτε οι Θεοί δεν είναι ελεύθεροι, αλλά παραδέρνουν ανάμεσα στις επιθυμίες τους και τους περι-ορισμούς της Ειμαρμένης, ποιος ήμουν εγώ να διεκδικώ κάτι τέτοιο; Επρόκειτο περί της απόλυτης ύβρεως. Προσπάθησα να πνίξω την επιθυμία μέσα μου. Σαν καλό παιδί θυσίασα στους Θεούς και τίμησα τον οίκο μου. Ανέλαβα να καθοδηγώ τον λαό.

Έτσι, όπως έλεγα…

…δεν άντεχα άλλο. Ο λαός με τις απαιτήσεις του. Η σύζυγος με το κρεβάτι της. Ο γιος με τα όνειρα του. Οι Θεοί με τις επιταγές τους και το όνομά μου με την φήμη του στην οποία και έπρεπε να ανταποκριθώ. Η Ιθάκη. Ποιος θέλει να είναι βασιλιάς; Ποιος θέλει να είναι κάτοχος γης και εξουσίας και οικογένειας και αγάπης και σεβασμού; Ποιος θέλει να είναι δέσμιος της Ιθάκης; Στα ταξίδια μου ήμουν ελεύθερος. Ήμουν ο Ούτις.

Όχι κάποιος.

Ένα βράδυ που είχα πέσει νωρίς για ύπνο, μετά από μια μακριά μέρα ως βασιλιάς του τόπου, το πήρα απόφαση.

Ο ύπνος δεν ήταν πλέον επιλογή.

Φόρεσα τα θαλασσοδαρμένα μου κουρέλια, παράτησα το παλάτι, την γυναίκα, το παιδί, τον λαό και τους θεούς. Φόρτωσα ένα καράβι με λίγες προμήθειες και διέταξα μερικούς καημένους να με ακολουθήσουν.

Διασχίσαμε το πέλαγος μακριά από την στεριά και πέρα από την πραγματικότητα, ίσια προς την απόλυτη φαντασία και την ριζική ελευθερία. Κατευθείαν προς τα γιγάντια κύματα, τα φορτωμένα τέρατα και άρρητα ρήματα, πέρα από τον γνωστό κόσμο.

Ύβρης.

Το τέλος της ζωής μου ήταν η ουσία της ύπαρξής μου.

Και τώρα…

…να που ήρθε η ώρα να ξαναζήσω. Ο κύκλος της ύπαρξης ολοκληρώθηκε και ένας καινούργιος κύκλος είναι έτοιμος να αρχίσει. Εγώ, ως Ούτις ή Οδυσσέας, εκπλήρωσα την ποινή που όφειλα. Αφού κάηκα στις φλόγες της κόλασης βγήκα προς το Λειμώνα-με το φως που μοιάζει με το ουράνιο τόξο-και, από κει, πορεύτηκα προς το λημέρι των Μοιρών. Άφησα, πολύ σοφά, τους άλλους να προπορευτούν για να διαλέξουν την μοίρα που επιθυμούν να εκπληρώσουν στην καινούργια ζωή, την οποία ετοιμάζουν οι Μοίρες. Σιγά μην συνωστίζομαι μαζί τους. Πάνω στην μεγάλη ταπετσαρία, που εκείνες άπλωσαν στο έδαφος, την γεμάτη από ζωές και τύχες και ρόλους και μορφές, εγώ ξέρω πως κανένας δεν θα μου κλέψει την επιλογή μου.

Με πονηρό μειδίαμα τους είδα να στριμώχνονται. Ψυχές ξεχασμένες ή ένδοξες. Ενάρετες ή αμαρτωλές. Άλλες να διαλέγουν να γίνουν βασιλιάδες, άλλες τύραννοι και άλλες λιοντάρια. Τι αστείοι; Μα δεν μάθανε τίποτα από την διαδρομή τους στον κόσμο των ζωντανών;

Εγώ, τώρα, που ήρθε η σειρά μου να διαλέξω, ξέρω – ακριβώς – ποιος θα είμαι στην επόμενη ζωή μου, στον νέο κύκλο της ύπαρξης.

Θα είμαι αυτό που πάντα ήμουν και αυτό που ήθελα να είμαι.

Θα είμαι κάποιος άσημος και κάποιος τελευταίος.

Όχι κάποιος.

Θα είμαι ο Ούτις.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook