Αποπλάνηση

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Το ακούς αυτό μωρό μου; Τα καταφέραμε! Είμαστε πλέον στην κορυφή! Ο κόσμος είναι όλος δικός μας!”

Η Μπέλλα τον άκουγε αφηρημένα, καθώς σιγόπινε την σαμπάνια της (σιχαινόταν την σαμπάνια αλλά εκείνος επέμενε, ότι η περίσταση δεν επέτρεπε τίποτα λιγότερο) ενώ ένιωθε το χέρι του να γίνεται πιο επίμονο, χαμηλά στην πλάτη της, χαϊδεύοντας την, όλο και πιο κτητικά, τραβώντας την προς το μέρος του. Ήταν ολοφάνερες οι προθέσεις του, όπως και το ελαφρό μεθύσι του.

Αλλα, ποιος θα τον κατηγορούσε; Οι εκλογές ήταν μια ιδιαίτερα ψυχοφθόρα διαδικασία για τον καθένα ,πόσο μάλλον όταν παλεύει για το υψηλότερο αξίωμα στην χώρα, την θέση του πιο ισχυρού ανθρώπου στον πλανήτη. Και τώρα ορίστε, που στεκόταν εδώ, στο γραφείο του πιο στενού φίλου και συνεργάτη του πατέρα της ,ο οποίος μόλις είχε εκλεγεί, ως ο επόμενος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο πατέρας της είχε ήδη ξεκινήσει για το χώρο, στον οποίο θα έδινε την νικητήρια ομιλία του. Το αποτέλεσμα δεν είχε ανακοινωθεί επισήμως ακόμη αλλά ήταν απλά θέμα διαδικαστικό. Ο λαός (και το σώμα των εκλεκτόρων) είχαν κρίνει με ασυνήθιστη ευκολία και ομοψυχία. Ο Τζων Έντουαρντ Στίβενσον ήταν ,κατά κοινή ομολογία ένας αξιόπιστος, αξιόλογος υποψήφιος, μεγαλωμένος σε μια τυπική ,μεσοαστική οικογένεια, είχε πάει στα σωστά σχολεία και είχε αποφοιτήσει με τιμές από την νομική σχολή του Χάρβαρντ. Κι αν αυτό, από μόνο του, δεν αρκούσε, για να τον συμπαθήσεις, ήταν νέος ,γοητευτικός και χήρος. Είχε χάσει την αγαπημένη του Νταϊάνα, με την οποία είχαν γνωριστεί στο πανεπιστήμιο, από καρκίνο, και μεγάλωσε μόνος του την πλέον εικοσάχρονη κόρη του , Μπέλλα και τον δεκαεφτάχρονο Τζόρνταν ( φόρος τιμής στον διάσημο παίκτη ,με τον οποίο είχε εμμονή ο Τζων από μικρός).

Φυσικά ,μεγάλο ρόλο στην νίκη του, έπαιξε και ο πιο παλιός και στενός του φίλος ,ο Ντέϊβιντ Κόμπτον. Τον είχε γνωρίσει από την Νταϊάνα ,που ήταν φίλοι ήδη, στην σχολή. Οι τρεις τους είχαν φτιάξει μια αχώριστη ομάδα που ονειρευόταν ότι θα αλλάξει την χώρα αλλά και τον κόσμο.

Ήταν βέβαιο ότι ο Ντέϊβιντ θα αποτελούσε ζωτικό κομμάτι της κυβέρνησης και θα αποκτούσε τόση εξουσία, σχεδόν όση ο πρόεδρος, αν όχι και μεγαλύτερη.

“Οι πιο ισχυροί άνθρωποι στον πλανήτη! Όχι στην χώρα, αλλά σε όλο τον κόσμο μωρό μου! Κι εσύ, η κόρη του προέδρου. Και φυσικά, όπως πάντα, το δικό μου, μικρό πουτανάκι…”

Η φωνή του είχε αρχίσει να γίνεται πιο βαθιά, σημάδι ότι είχε ερεθιστεί και σύντομα θα έψαχνε ανακούφιση.

“Πρέπει να φύγω. Θα φανεί περίεργο αν δεν είμαι εκεί.”

“Μην ανησυχείς μικρή μου, έχουμε χρόνο ακόμη. Προλαβαίνουμε να το γιορτάσουμε με τον δικό μας τρόπο.”

Την επόμενη στιγμή, την είχε σπρώξει μπρούμυτα πάνω στο γραφείο του και της είχε σηκώσει το φόρεμα μέχρι πάνω. “Μη, σε παρακαλώ, όχι τώρα…” ψιθύρισε η Μπέλλα αλλά εκείνος, μεθυσμένος από το ποτό και την δύναμη, έσκισε το εσώρουχό της και με μια απότομη ώθηση , μπήκε βίαια μέσα της.

Θυμόταν με ακρίβεια την ημέρα που ξεκίνησε η αποπλάνησή της , από εκείνον. Ήταν μερικά χρόνια μετά τον θάνατο της μητέρας της ,την ημέρα που έκλεινε τα 16 της χρόνια. Της είχε κάνει δώρο ένα πανέμορφο ( και πανάκριβο) μενταγιόν με μια χρυσή καρδιά που άνοιγε και μέσα της είχε μια φωτό της μητέρας της. Είχε νιώσει ένα κόμπο στον λαιμό και παραλίγο να βάλει τα κλάματα.

“Αγαπούσα πολύ την μητέρα σου” της είχε πει εκείνος “και όταν πέθανε ,νόμιζα ότι είχα χάσει τα πάντα. Αλλά μετά, κοιτάζοντας εσένα, κατάλαβα ότι πάντα θα ζει ,μέσα από εσένα.” Έπειτα την αγκάλιασε και την φίλησε, όχι στο μάγουλο, ούτε ακριβώς στο στόμα ,αλλά κάπου ανάμεσα. Και εκείνη ένιωσε παράξενα αλλά όμορφα. Ένιωσε σημαντική. Και αυτή ήταν η αρχή του κατήφορου.

Ακολούθησαν μήνες κρυφών συναντήσεων, όπου εκείνος της συμπεριφερόταν σαν να ήταν κάτι πολύτιμο, την φλέρταρε αλλά διακριτικά, την φιλούσε αλλά κρατούσε τις αποστάσεις. Ώσπου εκείνη  άρχισε να μην θέλει πλέον,   να κρατάει άλλο απόσταση. Πίστευε ότι ήταν ερωτευμένη και πίστευε ότι κι εκείνος ένιωθε το ίδιο.Φυσικά, ο πατέρας της δεν έπρεπε να μάθει ποτέ τίποτα. Ούτε ο μικρός της αδερφός. Θα γινόταν πανικός.

Τελικά, το καλοκαίρι, που έκλεισε τα δεκαεφτά, πήγε στο εξοχικό του, χωρίς τον πατέρα της ( το κυνήγι για το χρίσμα μόλις ξεκινούσε) και ο Τζόρνταν πήγε στο σπίτι ενός κολλητού του για διακοπές. Εκείνο το καλοκαίρι, εκείνος της πήρε την παρθενιά, απαλά, φροντίζοντας να μην την πονέσει. Ένιωθε ενήλικη και μοιραία αλλά και πολύ έξυπνη, κάτι, για το οποίο την διαβεβαίωνε συνέχεια εκείνος. Ένιωθε πολύ μεγαλύτερη από τον αδερφό της και άρχισε να τον κοιτάει αφ’ υψηλού. Εκείνος της μάθαινε πολλά πράγματα, για την πολιτική, για τον κόσμο , για τις σχέσεις και για το σεξ. Μαζί του, ωρίμασε πολύ πιο γρήγορα, απ’ ό ,τι θα γινόταν σε άλλες περιπτώσεις. Εν τέλει, δεν ήξερε αν αυτό ήταν καλό αλλά τότε ήταν ενθουσιασμένη.

Η άλλη πλευρά της σχέσης αυτής, άρχισε να φαίνεται ,όταν εκείνη ενηλικιώθηκε και πήγε στο κολλέγιο. Η ζωή της άλλαξε, έκανε καινούργιες γνωριμίες και μπήκε σε άλλο ρυθμό ζωής. Η Μπέλλα ήταν πολύ κοινωνικό άτομο και της άρεσε να βγαίνει, να πηγαίνει σε φοιτητικά πάρτυ και να χορεύει. Εκείνος όμως, είχε άλλη άποψη. Δεν του άρεσε που είχε αρχίσει να ξεφεύγει από την σφαίρα επιρροής του. Άρχισε να γίνεται κτητικός και να ζηλεύει. Να της κάνει σκηνές και να της απαγορεύει να βγει.Να της μιλάει άσχημα. Και άρχισε να γίνεται επιθετικός σεξουαλικά. Ενώ παλιά, ήταν πιο τρυφερός και ρομαντικός, τον τελευταίο καιρό ήταν βίαιος, όπως τώρα ,που μπαινόβγαινε με μανία μέσα της και την πονούσε αλλά η Μπέλλα δεν είπε τίποτα, ικετεύοντας από μέσα της να τελειώσει γρήγορα. “Πρέπει να δώσω τέλος σε όλο αυτό” είπε μέσα της, για πολλοστή φορά,”όχι αύριο, τώρα”, ενώ αναρωτιόταν ,πότε αυτή η σχέση , από το καλύτερο πράγμα στην ζωή της, έγινε το μεγαλύτερο λάθος της.

Εκείνος τελείωσε με ένα δυνατό βογκητό και τραβήχτηκε. Κούμπωσε το παντελόνι του και μετά γύρισε και της έδωσε ένα υγρό μαντηλάκι.

“Ορίστε μωρό μου, σκουπίσου. Σε λίγο θα πρέπει να πάμε να γιορτάσουμε και δημοσίως, την μεγάλη νίκη του πατέρα σου.” Και μετά βγήκε από το γραφείο.

Η Μπέλλα, σκουπίστηκε αργά και μετά κατέβασε το φόρεμά της στην σωστή θέση. Κοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη και έβαλε λίγο κόκκινο κραγιόν.

“Αύριο,” είπε στον εαυτό της, “θα του το πω αύριο.”

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook