Λευκά λουλούδια γύρω σου κι εσύ με το γαμπριάτικο κουστούμι. Τόσο γαλήνιος, τόσο όμορφος. Μπορώ να διακρίνω ένα χαμόγελο, είμαι σίγουρη πως χαμογελάς! Τα πλούσια καστανόξανθα μαλλιά σου λαμπυρίζουν κάτω από το φως του πολυέλαιου. Δεν φοράς τα γυαλιά σου και το πρόσωπό σου φαντάζει τόσο διαφορετικό.

Πρώτη λυκείου, πρώτη ημέρα, πρώτη φορά που σε είδα. Μόλις είχατε μετακομίσει στην περιοχή. Το ψηλό σου παράστημα και το ολόισιο κορμί, γέμισαν την τάξη όταν σηκώθηκες να πάρεις το απουσιολόγιο. Καινούργιος μαθητής και απουσιολόγος; Έγινε μεγάλο σούσουρο. Αργότερα μάθαμε ότι ήσουν αριστούχος. Δεν άργησαν να σε φωνάξουν “φυτό”. Δεν θύμωσες ποτέ με κανέναν. Δεν μιλούσες πολύ ούτε προσπαθούσες να μπεις σε παρέες. Ένα θλιμμένο χαμόγελο στόλιζε πάντα το πρόσωπό σου. Εσύ μαθητής του 20 χωρίς προσπάθεια. Εγώ πάλι, ίδρωνα για το 15. Ήμουν όμως “δυνατή” στην έκθεση. Έτσι με πλησίασες και μιλήσαμε πρώτη φορά. Είχα διαβάσει μια έκθεσή μου στην τάξη και στο διάλειμμα ήρθες και με βρήκες. Αυτό ήταν! Κολλήσαμε. Εμείς οι δυο και όλοι οι υπόλοιποι. Ούτε εγώ έκανα εύκολα παρέες. Δεν μου άρεσαν τα κακόγουστα αστεία, οι φάρσες και οι ανούσιες συζητήσεις. Με σένα ήταν αλλιώς. Μπορούσαμε να μιλήσουμε για τα πάντα! Γυρίζαμε μαζί από το σχολείο, κι ας έμενες στην αντίθετη κατεύθυνση. Το πρωί με περίμενες έξω από την πόρτα να μου πεις καλημέρα και να μπούμε στην τάξη μαζί. Φώτισες τον κόσμο μου. Ο καλύτερος μου φίλος. Εσύ, το φυτό, ο σπασίκλας, ο ξενέρωτος, ο άνθρωπός μου.

Ήμασταν απογευματινοί και έβρεχε καταρρακτωδώς. Στο διάλειμμα, όλοι κάθονταν κάτω από τα υπόστεγα. Με έπιασες από το χέρι και βγήκαμε στην βροχή τραγουδώντας “I’ m singing in the rain” και γελώντας την ώρα που γινόμασταν μούσκεμα. Λυτρωνόμασταν κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Κανείς δεν μπορούσε να μας καταλάβει. Ήμασταν ένας τέλειος κύκλος.

Φοβόσουν με τους έρωτές μου και είχες δίκιο. Το κριτήριό μου έδειχνε μονίμως κόλαση μεριά. Ήμουν σίγουρη ότι μου αξίζουν τα χειρότερα. Κι εσύ εκεί, να με κρατάς να μην πέσω, να έχεις τα μάτια σου πάνω μου προσπαθώντας να καταλάβεις πριν συμβεί το κακό, να επουλώνεις πληγές. Να με κάνεις να γελάω όσο άσχημα κι αν ένιωθα. Να μου μιλάς αρχαία ελληνικά, γνωρίζοντας ότι δεν θα καταλάβω, για να με δεις να ξεκαρδίζομαι, κι ύστερα να μου κάνεις μετάφραση, μπας και αρχίσω να τα συμπαθώ.

Μαζί περάσαμε εκείνα τα δύσκολα τρία χρόνια του λυκείου. Το ζεστό σου βλέμμα με στήριζε στα δύσκολα. Το χαμόγελό μου, έλεγες πως έκανε τις μέρες σου ανεκτές. Περνούσες δύσκολα στο σπίτι. Η μάνα σου ψυχικά άρρωστη και ο πατέρας σου αιώνια ερωτευμένος μαζί της, δεν καταλάβαινε πόσο κακό σας έκανε. Μεγαλώνατε με την αδερφή σου μόνα, σαν τα αγριόχορτα. Εσύ για την μικρή, εγώ για σένα, εσύ για μένα. Περνούσα δύσκολα στο σπίτι. Ο πατέρας μου, αδιάφορος, σκληρός, βίαιος. Η μάνα μου πάλευε να καλύψει το κενό, με αγάπη για δυο. Ο αδερφός μου, το άλλο μου μισό. Το ζεστό βλέμμα που με περίμενε στο σπίτι. Μεγαλώναμε μαζί. Δίναμε ώθηση ο ένας στον άλλον χωρίς πολλά λόγια. Μάτια ήμασταν, που έλεγαν τα πάντα.

Πανελλήνιες κι έφυγες μακριά μου. Είχες δηλώσει πρώτη την φιλοσοφική Θεσσαλονίκης για να μπορέσεις να φύγεις, να γλιτώσεις από το σπίτι που σε μαύριζε. Μιλούσαμε κάθε μέρα στο τηλέφωνο. Περίμενα κάθε Σαββατοκύριακο να έρθεις, αλλά όλο κάτι χάλαγε τελευταία στιγμή. Δεν ήθελες. Ήξερες πως πρέπει να μείνεις μακριά. Με παρακαλούσες να διαβάσω και να περάσω σε σχολή κοντά σου. Να είμαστε μαζί. Δεν τα κατάφερα. Μου έλειψες τόσο πολύ…

Ακόμη δεν έχω καταλάβει γιατί σε τσουβάλιασαν πίσω οι δικοί σου. Πως κατάφεραν να σε κλείσουν σε ψυχιατρείο; Ποιοι γιατροί σε είδαν και αποφάσισαν πως έχεις πρόβλημα; Τη μάνα σου δεν την είδε κανείς; Ποσά χάπια σου έχωσαν στο στόμα; Γιατί δεν με άφησαν να σε δω; Να τους πω ότι είσαι καλά, γιατί ήσουν. Μόνο μετά σε είδα. Αλλαγμένο, απόμακρο, φυτό… Κοίταζα τα μάτια σου και δεν ήσουν εκεί. Το χαμόγελό σου είχε χαθεί. Σε πήραν, σε άλλαξαν, σε διέλυσαν γιατί ήσουν πολύ όμορφος για τα μέτρα τους. Σε έφερνε ο πατέρας σου και ερχόταν να σε πάρει. Δεν μπορούσες ούτε να κυκλοφορήσεις μόνος. Μόνο ένα βράδυ που ήρθες να με βρεις, μου φάνηκε πως είδα λίγη λάμψη στο βλέμμα σου. Σου μιλούσα και κοιτούσες το κενό, μέχρι που μείναμε μόνοι. Τότε μόνο μου είπες, «εδώ είμαι» και μου χαμογέλασες. Με πήραν τα κλάματα, με πήρες αγκαλιά και όλα μπήκαν και πάλι στη θέση τους. Έκανες πως έπαιρνες τα χάπια, αλλά τα έφτυνες κρυφά. Τους έφτυνες στα μούτρα την ασχήμια που σε πότιζαν. Γινόσουν πάλι εσύ!

Λίγο καιρό μετά, σε άφησαν να φύγεις για Θεσσαλονίκη. Τους είχες πείσει ότι θα είσαι καλό παιδί. Έδωσες την πιο μεγάλη παράσταση της ζωής σου. Δεν μιλούσαμε πια κάθε μέρα. Κάτι σε ρουφούσε κι εγώ ήμουν πολύ μακριά. Έμαθα πως άρχισες ουσίες, τσιγάρο και αλκοόλ. Εσύ! Που μου έπαιρνες το τσιγάρο από το στόμα και το έσβηνες. Δεν αναγνώριζα ούτε τον ήχο της φωνής σου. Μέχρι εκείνο το βράδυ που μου τηλεφώνησες. «Έλα επάνω σε παρακαλώ. Πρέπει να σε δω. Σε χρειάζομαι». Σκοτώθηκα με τον πατέρα μου, αλλά δεν με άφησε… Προσπαθούσα από το τηλέφωνο να είμαι κοντά σου, αλλά δεν ήταν αρκετό, το ένιωθα.

03:42 πετάγομαι τρομαγμένη. Ήρθες στον ύπνο μου. Ένα λευκό φως διαπέρασε το κλειστό παράθυρο και φώτισε το κέντρο του δωματίου μου. Στην άκρη του εσύ. Φορούσες ένα τζιν και ένα λευκό φανελάκι. Ήσουν τόσο όμορφος, τόσο ήρεμος! Δεν σε είχα δει ποτέ έτσι. Άπλωσες το χέρι και μου είπες «Έλα μαζί μου. Πάμε να φύγουμε». Γύρισα το χέρι και αγκάλιασα τον αδερφό μου που κοιμόταν δίπλα μου. «Δεν μπορώ να έρθω. Θα κάτσω εδώ με τον Νικόλα. Με χρειάζεται». Μου χαμογέλασες, μου είπες αντίο, το φως έσβησε απότομα κι εσύ χάθηκες. Το πρωί μου τηλεφώνησε ένας παλιός μας συμμαθητής. Μου είπε πως είχες πηδήξει από το μπαλκόνι σου στον πέμπτο. Τον έβρισα άσχημα για την χοντρή και ηλίθια πλάκα που μου έκανε. Μόνο που δεν ήταν πλάκα. 03:42 πήδηξες στο κενό.

Κάθομαι και σε κοιτάζω με το γαμπριάτικο κουστούμι, μέσα στο λευκό φέρετρο. Ένα βούλιαγμα φαίνεται στο μέτωπό σου, αλλά είσαι πανέμορφος. Είμαστε οι δυο μας. Σκύβω να σε φιλήσω. Είσαι παγωμένος. Ποτέ δεν ήσουν παγωμένος. Σε λέρωσα με τα δάκρυά μου. Συγγνώμη Βαγγέλη μου. Συγγνώμη ψυχή μου…

Πέρασαν 30 χρόνια. Σ’ αγαπάω και μου λείπεις κάθε μέρα.