Παίρνω χούφτες τα χοντροκομμένα καρύδια και τα σκορπάω στο μίγμα της βασιλόπιτας. Μοσχοβολάει κανέλα και γαρίφαλο και σε βλέπω μπροστά μου: Να ανοίγεις την πόρτα τη στολισμένη με γκι και κόκκινες μπάλες, τα άσπρα σου μαλλιά φρεσκοχτενισμένα, του κομμωτηρίου, ντυμένη με τα “καλά” σου, ραμμένη στον μόδιστρο, πάντα κομψή κοκέτα παρά τα ογδόντα σου χρόνια, παρά τα κιλά σου. Μου χαμογελάς με το πιο πλατύ σου χαμόγελο, με αγκαλιάζεις, “μωρό μου, μωρό μου” ψιθυρίζεις, μυρίζεις υπέροχα όπως πάντα και σ’ αναπνέω, αυτή τη γνώριμη μυρωδιά σου. Το γιορτινό σου τραπέζι στρωμένο με τα ασημικά σου, τις πορσελάνες σου, κρυστάλλινα ποτήρια και κεριά. Στη μέση η βασιλόπιτα κι εκείνα τα θεϊκά μελομακάρονα που τα έχω ψάξει σε ντουζίνες τα ζαχαροπλαστεία. Δεν είναι ποτέ σαν τα δικά σου. Από τη μέρα που σ’ έχασα, από τη στιγμή που έγινα εγώ η μάνα της μικροσκοπικής μου οικογένειας, σε ένιωσα, σε κατάλαβα, είδα μέσα από τα δικά σου μάτια. Με τα δικά σου μάτια κοιτάω ξανά και ξανά, όταν με πνίγει η μοναξιά, όταν αγωνιώ για το παιδί μου, όταν τον σφίγγω και τον φιλάω τη στιγμή που θα πατήσει το πόδι του στο σπίτι μου, όταν νευριάζω μαζί του, όταν θέλω να του κάνω μούτρα και δεν του κάνω γιατί δεν άντεχα τα δικά σου μούτρα και δεν θέλω να έχει τέτοια να θυμάται από μένα. Σε βλέπω όταν σπαράζω μέσα μου στην στεναχώρια του κι ας του λέω “έτσι μαθαίνουμε από τη ζωή, όλοι τα περάσαμε”. Βλέπω κι εμένα να σε μαλώνω που τρως πολύ, μας βλέπω τις δυο μας κάθε φορά που κλέβω άλλον έναν κουραμπιέ. Αχ βρε μάνα. Ζεις στην μυρωδιά της γιορτινής μου κουζίνας.

Έχω ψιλοκόψει το σπανάκι, μαϊντανό, άνηθο, στρώνω τη γέμιση στο χωριάτικο φύλλο και η φωνή σου, Λίλα, ηχεί στ’ αυτιά μου: “Αφήνεις κενά ανάμεσα στο στρώσιμο και όταν βάλεις το επόμενο φύλλο από πάνω, τη δεύτερη στρώση την κάνεις πεταχτή να γεμίσεις τα κενά και να αφήσεις άλλα για την τρίτη στρώση. Έτσι το κάναμε στο χωριό”. Γελούσαμε που σ’ έλεγε ο άντρας σου “βλάχα” και του απαντούσες “η βλάχα σ’ έβαλε στο βρακί της όμως”. Πως να ξεχάσω τη μέρα που σταμάτησες να είσαι η αδελφή, η κολλητή, η εξομολόγος, η σύμβουλος, η προστάτιδα από ό,τι μπορούσε να με βλάψει και έγινες αυτό το φίδι με το δηλητήριο που μου πέταξες στα μάτια; Πήρες το πιο τρομακτικό μυστικό μου, το διαστρέβλωσες με κακία, το έκανες ακόμη πιο μισητό -ήταν αδύνατον, εσύ μπόρεσες- το έστρεψες εναντίον μου. Λόγια που είχαν εκμυστηρευτεί με δάκρυα, με ψίθυρο -τόσο πολύ με τρόμαζαν που τα μοιραζόμουν- τα έκανες δική σου ιεροσυλία. Ήταν πάντα τα σωθικά σου τόσο μαύρα και δεν το έβλεπα; Δεν σε μίσησα, σε λυπήθηκα, στ’ ορκίζομαι. Σε λυπήθηκα για την απελπισία που έκρυβαν τα λόγια σου όταν είπες “δεν χρειάζομαι φίλες”. Σε λυπάμαι που έχεις μείνει τόσο μόνη, τόσο ανίερη. Πληγώθηκα πολύ, ναι, αλλά όχι γιατί το άξιζες εσύ. Επειδή εγώ άξιζα καλύτερα. Όσο φτιάχνω τη σπανακόπιτα θα σε θυμάμαι και μετά θα μπεις πάλι στο κουτάκι σου, εκείνο που έχω για τα μαθήματα ζωής.

Πείνασα, αλλά δεν θα αγγίξω τα φαγητά που προορίζονται για το τραπέζι. Λαδώνω πίτες για σουβλάκι και τις στρώνω με τυρί φέτα και ντομάτα, για ένα γρήγορο σνακ. Τις κοιτώ να ροδίζουν στο γκριλ και μας βλέπω τότε, Αντώνη, τον καιρό που αγαπιόμαστε: Πόσο αγαπιόμαστε! Δάκρυζες όταν μου το έλεγες γιατί πάντα είχες τον φόβο μη με χάσεις. Ήταν αγαπημένες σου οι πίτες με την ντομάτα και την φέτα. Έλεγες ότι και αυγό να βράσω θα το έκανα γκουρμέ. Καθόμασταν αγκαλιά στον καναπέ, με ποτήρια κρασί μπροστά μας, δώρο αυτή η τελευταία ώρα της ημέρας που ήταν μόνο για τους δυό μας, τσιμπούσαμε κομματάκια ροδοκοκκινισμένης μπρουσκέτας και ήμασταν σίγουροι ότι θα το είχαμε αυτό το δώρο μέχρι να γεράσουμε. Αγωνιούσα μη σου συμβεί κάτι και μείνω μόνη, χωρίς εσένα. Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς το χέρι σου να κρατάει το δικό μου. Όρθια, βιαστικά, τρώω τα πιτάκια. Δεν θα καθίσεις σήμερα στο κεφάλι του οικογενειακού τραπεζιού φυσικά. Είσαι σε άλλο σπίτι κι εγώ ζω χωρίς το χέρι σου. Την δηλητηριάσαμε την αγάπη εκείνη. Σου είπα σε στιγμή άκρατου θυμού “σου αφιέρωσα δεκαπέντε χρόνια, δέκατο έκτο δεν θα δεις”. Ξέρω ότι δεν το έχεις ξεχάσει μέχρι σήμερα εκείνο το πρωινό. Δεν σε συγχώρησα και δεν με συγχώρησες. Σε άφησα και μ’ άφησες να σε αφήσω. Με πρόδωσες και σου επέτρεψα να με προδώσεις. Δεν είναι ίδια η γεύση της μπρουσκέτας, δεν είναι εκείνη που σε τάιζα με το λάδι να τρέχει στα δάχτυλά μου.

Κοιτάω τη λίστα με τα πιάτα που έχω ετοιμάσει. Αρνί, τσεκ. Πατάτες, τσεκ. Χωριάτικη πίτα, τσεκ. Σουφλέ τυριών, τσεκ. Σαλάτα! Αμάν τη σαλάτα! Αρχίζω να ξεπλένω το αϊσμπέργκ, καθαρίζω τα ωμά μανιτάρια, ψιλοκόβω αβοκάντο και σ’ ένα βάζο από αγγουράκια τουρσί αναμιγνύω τα υλικά της βινεγκρέτ. Και, όπως κάθε φορά, μου έρχεσαι, Μαίρη, στο μυαλό. Θυμάμαι εκείνα τα βράδια -πόσα ήταν; Είκοσι, εξήντα, τριακόσια; Τόσα πολλά βράδια που μπλέκονται στο μυαλό. Μέναμε πέντε δρόμους μακριά η μία από την άλλη. Εσύ με τον Βασίλη κι εγώ με τον Χρήστο. Σαράντα μέρες διαφορά είχε η γέννησή τους. Είχα έρθει στο μαιευτήριο όταν γέννησες, με την κοιλιά στο στόμα, τεράστια ήμουν! Και σαράντα μέρες μετά ήρθες εσύ να δεις το δικό μου νεογέννητο στην αγκαλιά μου. Έλαμπες και μ’ αγκάλιασες και ήμασταν τόσο μικρές και ανύποπτες. Μετά κύλησε η ζωή και κυλήσαμε κι εμείς σαν τα ολοστρόγγυλα μικρά βότσαλα της θάλασσας, πέρα-δώθε να τα παίρνει το κύμα, να τα ξεβράζει και πάλι να τα παρασύρει. Ήρθες να μείνεις κοντά μου όταν χώρισες κι εσύ. Αυτοκόλλητες είχαμε γίνει. Πόσα βράδια φόρτωνα τον εξάχρονο Χρήστο στο αυτοκίνητο, έπαιρνα σε μια σακούλα τα υλικά της σαλάτας που σου έλειπαν και, στην κουζίνα σου με τις πιζάμες και οι δυο, με μάθαινες να αναμιγνύω την βινεγκρέτ, φτιάχναμε τεράστιες σαλάτες να φάμε παρέα στον καναπέ σου. Τα παιδιά στο δωμάτιο του Βασίλη κι εμείς να ξεκαρδιζόμαστε μια με τον Λαρισινό δικηγόρο που, τρεις βδομάδες μετά τη γνωριμία μας, ήθελε να με πάει στην μαμά του να με εγκρίνει και μια με τον τύπο που σου πρότεινε να πάτε στο βουνό να μαζέψετε χόρτα! Ποιόν; Εσένα που φορούσες μόνο Λουμπουτέν και Μανόλο! Να σ’ έβλεπα με μαχαίρι στο βουνό να ξεριζώνεις χόρτα, με το Μανόλο μέσα στη λάσπη και νευρικό κλονισμό στο μάτι και τι στον κόσμο! Τι κρίμα να είσαι απούσα από το τραπέζι μου απόψε, να μου λες με φιλί στο μάγουλο “ό,τι και να φτιάξει η μπουμπού μου είναι τέλειο”. Με θυμάσαι κάθε φορά που φτιάχνεις την τυρόπιτα με φύλλο κανταΐφι;

Στρώνω το τραπέζι, έξι τα σερβίτσια, ο Χρήστος με την κοπέλα του, οι γονείς της, ο φίλος του ο Γιώργος. Κολλαρισμένες οι λευκές πετσέτες, γυαλισμένα τα κρύσταλλα, τα ονόματά τους γραμμένα με χρυσό μαρκαδόρο σε καρτούλες και καρφωμένα με χριστουγεννιάτικη πρασινάδα, για εορταστική νότα. Ανάμεσά τους, αχνές μορφές ομιχλώδεις, εσύ Λίλα με τον άντρα σου και τις κόρες σου, ο Αντώνης, η Μαίρη, εσύ Μαμά μου. Σας θυμάμαι. Ανάβω τα φώτα της τραπεζαρίας και αποσύρεστε στις μισοφωτισμένες γωνιές του δωματίου.

 

 

Η φωτό cover είναι πίνακας της Lillian Levi

https://www.facebook.com/LillianLeviPaintings/