Απρίλιος 1948.

Η άνοιξη χορεύει ανάμεσα στα λουλούδια δίνοντας τους ζωή. Ο μεσημεριανός ήλιος τριγυρνάει σε όλα τα σοκάκια προσφέροντας το ζεστό του χάδι. Έτσι ζεστός και λαμπερός έμπαινε και από το παράθυρο της Ελενίτσας. Όλη η πλάση ευωδίαζε και γιόρταζε όμως εκείνη είχε σύννεφα στα μεγάλα, μελιά της μάτια.

Καθισμένη μπροστά στον μεγάλο μπρούτζινο καθρέφτη της έφτιαχνε τα μακριά, ξανθά της μαλλιά για την μεγάλη βραδιά. Ο Γιάννης ο μεγαλοδικηγόρος είχε ζητήσει το χέρι της από τον πατέρα της και απόψε θα ερχόταν για τα αρραβωνιάσματα. Καλός άνθρωπος ο Γιάννης και όμορφος αλλά δεν τον ήξερε καθόλου. Δεν τον αγαπούσε. Για άλλον χτυπούσε η καρδιά της. Η σωστή ανατροφή της όμως δεν της επέτρεπε ούτε να αντιμιλήσει, ούτε καν να κλάψει για την αγάπη της. Ξεροκατάπιε για να υγράνει τον λαιμό της που είχε στεγνώσει και για να εμποδίσει τα δάκρυα που προσπαθούσαν να απεγκλωβιστούν από τα μάτια της. Έβαλε λίγο κραγιόν, ίσιωσε το φόρεμα της και έτρεξε να βοηθήσει την μητέρα της με τις ετοιμασίες.

Την ίδια ώρα στην άλλη άκρη της πόλης ο Απόστολος σφίγγει την γραβάτα του λίγο πριν βγει από την πόρτα για να πάει για φαγητό με τους γονείς του στα πεθερικά του. Θηλιά στον λαιμό αυτή η γραβάτα όπως και ο αρραβώνας του. Κόρη μεγαλογαιοκτήμονα η νύφη με πολλά στρέμματα αμυγδαλιές για προίκα, ανερχόμενος σιδηρουργός ο Απόστολος, με δική του επιχείρηση και δικό του αυτοκίνητο. Δουλευταράς και άξιος, όλες οι οικοδομές με δικά του σίδερα είχαν σηκωθεί. Και αν έβλεπες τα κάγκελα που έφτιαχνε; Έργα τέχνης! Αυτά είδε η κυρά Σοφία και έκανε το προξενιό ανάμεσα στον Απόστολο και την Μαργαρίτα. Και άπαξ και δώσαν τα χέρια οι συμπέθεροι, δεν έπεφτε λόγος στα παιδιά.

Ράγισε η καρδιά του Απόστολου όταν πριν τρεις μήνες ήρθε ο πατέρας του και του είπε τα μαντάτα. Δεν μίλησε, δεν είπε κουβέντα, όμως ο κυρ Δημήτρης και η κυρά Ιουλία κατάλαβαν αμέσως. Το παιδί τους αγαπούσε άλλη. «Θα τον διαλύσω τον αρραβώνα» έλεγε και ξανάλεγε ο κυρ Μήτσος τα βράδια στην γυναίκα του, όταν νόμιζε πως ο γιος του δεν άκουγε. «Μην σκας, άμα την αγαπάει πραγματικά θα βρει τον τρόπο.» του απαντούσε εκείνη και αναστέναζαν μαζί. Οι μήνες πέρασαν ο αρραβώνας έγινε και πλέον τα πεθερικά μιλούσαν για γάμο. Αυτό ήταν το θέμα και του σημερινού τραπεζώματος, Η ημερομηνία του γάμου.

Κούμπωσε το σακάκι του ο Απόστολος βγαίνοντας από το αυτοκίνητο και κοίταξε στα μάτια πρώτα τον πατέρα του, που δεν μπόρεσε και έριξε τα δικά του στον δρόμο και ύστερα τη μάνα του, η οποία του χαμογέλασε με καλοσύνη. Στην πόρτα ήδη τους περίμεναν τα συμπεθέρια, ενώ η νύφη λίγο πιο πίσω είχε φροντίσει να φέρει βάζο για τα λουλούδια. Ποια λουλούδια; Δεν κρατούσε λουλούδια ο αρραβωνιαστικός της. Οι δύο οικογένειες πέρασαν στο σαλόνι για ένα απεριτίφ. Η Μαργαρίτα πλουσιοκόριτσο και καλομαθημένη όπως ήταν δεν είχε μάθει να κρατάει το στόμα της όταν κάτι δεν της άρεσε.
-Πολύ όμορφος είσαι σήμερα Απόστολε και χαίρομαι πολύ που ήρθατε αλλά μήπως ξέχασες κάτι;
-Σαν τι να ξέχασα Ρίτα μου; απάντησε εκείνος όλο έκπληξη, μα μέσα του γελούσε.
-Λουλούδια Απόστολε. Δε μου έφερες λουλούδια.

Οι γονείς της νύφης δαγκώθηκαν από την αγένεια της κόρης τους, ο κυρ Μήτσος σάστισε και πήγε να δικαιολογηθεί αλλά τον έκοψε ο γιος του.
-Μα σου έφερα χθες και προχθές Ρίτα μου. Κάθε μέρα;
-Θα ήταν όμορφο… αποκρίθηκε η Μαργαρίτα μα πριν προλάβει να συνεχίσει την διάκοψε ο Απόστολος.
Πολύ σπάταλη είναι η κόρη σας, πατέρα, είπε και τελείωσε το λικέρ από το ποτήρι του.

Οι γονείς της προσπάθησαν να καλύψουν την αμηχανία τους και άλλαξαν το θέμα προτρέποντας τους καλεσμένους τους να κάτσουν στο τραπέζι. Το φαγητό και το κρασί έρεαν άφθονα ενώ οι συζητήσεις για την μεγάλη μέρα και τις ετοιμασίες ελάφρυναν την ατμόσφαιρα τόσο που νόμιζες πως το προηγούμενο συμβάν είχε ξεχαστεί τελείως. «Θα μπορούσα να είχα λίγο κρασί ακόμα;» είπε ο Απόστολος και σήκωσε το ποτήρι του. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε σηκωθεί η πεθερά του και του είχε γεμίσει το ποτήρι κοιτάζοντας ταυτόχρονα με αποδοκιμασία την κόρη της. Η ώρα πέρασε και αφού τελείωσαν το φαγητό, εκείνος ζήτησε να επισκεφθεί το μπάνιο της οικογένειας, αφού έπλυνε τα χέρια του πρόσεξε πως δεν υπήρχε πετσέτα. Επέστρεψε στην τραπεζαρία με βρεγμένα χέρια και ζήτησε από την αρραβωνιαστικιά του μία. Εκείνη, έχοντας πάρει το μάθημα της πιο πριν από το βλέμμα της μητέρας της, έτρεξε πήρε την πετσέτα του συντρόφου της από το τραπέζι και του την έδωσε στα χέρια για να σκουπιστεί. Τα μάτια του Απόστολου άστραψαν! Πέταξε την πετσέτα στο τραπέζι και φώναξε:
-Αυτό ήταν! Ο αρραβώνας λύεται! Κύριοι λυπάμαι αλλά η κόρη σας έχει σπάταλες απαιτήσεις και δεν ξέρει πώς να φροντίσει έναν άντρα! Κρασί δεν έβαλε όταν το ζήτησε ο άντρας της και τώρα έφερε την πετσέτα που έχω λερώσει για να σκουπιστώ αντί μιας καθαρής! Λυπάμαι πολύ αλλά δεν μπορώ να παντρευτώ μία γυναίκα που δεν με προσέχει!

Οι γονείς της νύφης δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη. Ξέρανε πως η κόρη τους παραήταν καλομαθημένη. Τα μάτια του κυρ Δημήτρη βούρκωσαν από χαρά, ενώ η κυρία Ιουλία αμέσως σηκώθηκε και μάζεψε τα πράματα τους, μη και προλάβουν οι πρώην συμπέθεροι και ρίξουν κανένα λογικό επιχείρημα. Ούτε που κατάλαβαν πότε βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητο, ενώ από το σπίτι ακουγόντουσαν οι φωνές του πατέρα να κατηγορεί την κόρη ως ανεπρόκοπη. Που να φανταστεί ο άνθρωπος πως όλο αυτό ήταν ένα σχέδιο του πρώην γαμπρού του;

Μέσα στο αυτοκίνητο αν και δεν ακούστηκε λέξη από κανέναν το κλίμα ήταν γιορτινό. Όλοι είχαν ένα χαμόγελο ευτυχίας και ικανοποίησης. Την σιωπή ήρθε να διακόψει η μητέρα. «Γιατί έστριψες από δω αγόρι μου; Που πάμε;» ρώτησε. «Σε αρραβώνες μάνα! Σε χαρές» είπε ο Απόστολος και σταμάτησε μπροστά από ένα ανθοπωλείο.

Στο σπίτι της Ελενίτσας όλα ήταν έτοιμα για να υποδεχθούν τον Γιάννη με τους γονείς του. Ο κύριος Νίκος καθόταν στην πολυθρόνα του ενώ η κυρία Εύη με την κόρη της φρόντιζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Το κουδούνι χτύπησε και ο πατέρας της νύφης σαν σωστός οικοδεσπότης έσπευσε να ανοίξει στον γαμπρό του, πιο πίσω οι γυναίκες περίμεναν καρτερικά. Η πόρτα άνοιξε και τα μάτια της Ελενίτσας έλαμψαν από χαρά. Μήνες είχαν να δουν την κόρη τους ευτυχισμένη.
-Κύριε Νίκο. Είμαι ο Απόστολος και είμαι εδώ για να ζητήσω το χέρι της Ελενίτσας.

 

Καλοκαίρι 1998.
–Και μετά και μετά παππού;
-Μετά τι; Μετά παντρεύτηκαν.
-ΑΠΟΣΤΟΛΕΕΕΕΕ.
(ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς μου από την τραπεζαρία.) Έλα να με βοηθήσεις με τα χαλιάααα.
-Τώρα Ελενίτσα μου. Είπε ο παππούς μου και σηκώθηκε.

Έβαλε στο παλιό πικ απ τον δίσκο τους και κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία.
-Κατάλαβες κύριε;;;(είπε με πονηρό χαμόγελο καθώς έμπαινε) Αφήσαμε τόσα στρέμματα μυγδαλιές για να μαζεύουμε χαλιά.
Πριν προλάβει να απαντήσει η Ελενίτσα είχε αποκαλύψει πίσω από την πλάτη του ένα τριαντάφυλλο.
-Λουλουδάκι σήμερα δε σου έδωσα.
Χαμογέλασαν και οι δύο. Την πήρε στην αγκαλιά του και άρχισαν να χορεύουν στους ρυθμούς της μελωδίας όπως πριν από τόσα χρόνια.

 

 

Αφιερωμένο στον Απόστολο και στην Ελενίτσα που μετά από λίγα χρόνια χώρια είναι και πάλι μαζί! Εκεί ψηλά! Σας αγαπώ.