TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Απώλεια

Απώλεια

Aπό όλη τη ζωή που έχω βιώσει, μια ανάμνηση είναι που ζει μέσα μου με εκτυφλωτικά χρώματα, μυρωδιές και αισθήσεις. Χαμογελάω, λίγο με πίκρα, λίγο με ειρωνεία και με πολλή νοσταλγία γιατί, από τόση ζωή, τόσους ανθρώπους, τόσες σχέσεις, η πιο ζωντανή μου ανάμνηση είναι από μια μπουγάδα.

Ήταν μια από αυτές τις ευλογημένες μέρες στη Νότια Γαλλία, που ξόδευε ο Θεός μπλε όχι μόνο για την Ελλάδα. Καρδιά καλοκαιριού με 25 βαθμούς και μοσχομύριζε ο τόπος θερισμένο γρασίδι. Η μυρωδιά του πάντα μου θύμιζε φρεσκοκομμένο καρπούζι και τις περισσότερες φορές με γέμιζε νόστο για τον τόπο μου. Εκείνη την ημέρα ο ήλιος αγκάλιαζε, χάιδευε, υποσχόταν και δεν ήθελα να βρίσκομαι πουθενά αλλού παρά εκεί.

Είχα βάλει πολλά πλυντήρια, ήθελα να εκμεταλλευτώ τη φρεσκάδα της μέρας και τη λιακάδα. Φόρτωσα το τελευταίο στο καλάθι και βγήκα έξω ν’ απλώσω. Ακούω ακόμη τον ήχο που κάναν τα παπούτσια μου πάνω στο λευκό χαλίκι καθώς βυθίζονταν και, ακόμα και τώρα, σχεδόν θέλω να κάνω με το χέρι σκεπή στα μάτια μου για την εκτυφλωτική αντηλιά.

Σε μια γωνιά του κήπου είχα βάλει μια απλώστρα σαν αυτές που φυτεύονται στη γη και μοιάζουν με τεράστια ομπρέλα. Ακούμπησα το καλάθι στα χαλίκια και αργά, σχεδόν τελετουργικά, άπλωνα ένα ένα τα κάτασπρα σεντόνια, τα τέντωνα, τα χάιδευα με τις παλάμες. Με ακουμπούσαν καθώς χωνόμουν ανάμεσα τους και ήταν μια αγκαλιά αυτό το άγγιγμα, μια οικεία αγάπη που σε κάνει να αισθάνεσαι ασφάλεια.

Εκεί δίπλα είχα στοιβάξει πέτρες, μικροί ογκόλιθοι ήσαν, διακόσμηση και όριο για το παρτέρι με τα κωνοφόρα και τις τριανταφυλλιές. Κάθισα σε μία, την πιο πλατιά, ζεματιστή από τον ήλιο, ανακατευόταν η πέτρινη μυρωδιά της με τα αρώματα από τα τριαντάφυλλα. Έσκαψα ελαφρά με τα πόδια το χαλίκι, ακούμπησα τους αγκώνες στα ανοιχτά γόνατά μου για ισορροπία, γύρισα το πρόσωπο στον ήλιο, ίσιωσα τη μέση μου και ήμουν μόνη στον πλανήτη, εγώ και οι ευωδιές από τον παράδεισο, ένα με το αφράτο σκαλισμένο χώμα. Το αεράκι κουνούσε τα ασπρόρουχα και το φως έπαιζε στις επιφάνειες τους, ένας ζωγραφικός πίνακας από χιλιάδες λευκά. Πλημμύριζε η πεντακάθαρη μυρωδιά τους μέχρι βαθιά την κάθε ίνα της ύπαρξής μου. Ήμουν αφάνταστα, απίστευτα σε μένα την ίδια, ευτυχισμένη. Μια στιγμή απόλυτης, ολοκληρωμένης ευτυχίας.

Ετούτη εδώ δεν είναι μια ιστορία για μια μπουγάδα. Είναι μια ιστορία για την Απώλεια. Βλέπεις το έχει πει προ πολλού ο ποιητής: “Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’όλην την γη την χάλασες”

Τα κομμάτιασα μια μέρα εκείνα τα λευκά σεντόνια. Μαύρισαν από φούμο και βρώμισαν από σκόνη. Αυτά που αγαπούσα δεν τα ήθελα ούτε για να τα κάνω σφουγγαρόπανα. Το λευκό τους πια με πλήγωνε. Ο ήλιος σταμάτησε να καίει εκείνες τις πέτρες που με τόση κούραση και τόση λατρεία πραγματική είχα κουβαλήσει για να φτιάξω το παρτέρι. Τα τριαντάφυλλα δεν μύριζαν κι ας με πληγώνει ακόμα το κοραλλί τους και η βελούδινη αφή.

Οι πίνακες που είχα ζωγραφίσει πέρασαν από ένα καλοακονισμένο μαχαίρι και κανένας ειδικός δεν μπόρεσε να τους αποκαταστήσει. Σου έμειναν τα κομμάτια για ανάμνηση. Η για το τζάκι, δεν έμαθα ποτέ. Μαχαίρωσα τα “παιδιά” μου και δεν έτρεξε ούτε ένα δάκρυ. Ποτέ δεν έτρεξε δάκρυ. Μόνο σ εκείνα τα κατεστραμμένα σεντόνια έκρυψα βιαστικά, ένοχα, εγωιστικά για να μην τις δεις τις δυο σταγόνες αίμα που έσταξαν από την ψυχή μου.

Όταν έφυγα, κυνηγημένα, δεν είπα αντίο. Δεν απάντησα στο “σ’ αγαπώ, μη φύγεις” και δεν σου είπα αντίο. Σ’ άφησα πίσω μου κι εσένα και τα ασπρόρουχα και τις πέτρες μου και προχώρησα με ανακούφιση προς τον σταθμό του τρένου. Γιατί έτσι έχω μάθει, να φεύγω, όχι να πολεμάω. Έχω μάθει να βαριέμαι, να ζητάω διέξοδο και διαφυγή, να ζητάω αφορμή. Πόσο εύκολο είναι να βρεις αφορμή! Τόσο εύκολο όσο και οι δικαιολογίες. “Μου έκανες. Μου έδειξες. Με αδίκησες. Με παραμέλησες. Σταμάτησες να μ’ αγαπάς”.

Μα το αντίο που δεν σου είπα δεν με πλήγωσε τόσο όσο το αντίο που δεν είπα ποτέ στην καρδιά εκείνου του σπιτιού που ήταν η φωλιά μου και το παλάτι μου και μήτρα που με προστάτευε και με τροφοδοτούσε με ζωογόνο αίμα. Δεν έδωσα στον εαυτό μου την πολυτέλεια να χαϊδέψει το δρύινο γείσο του τζακιού, εκεί που σαν κάτι πολύτιμο είχα τοποθετήσει τα διακοσμητικά που μάζευα επί δύο χρόνια. Θυμάσαι την πρώτη φορά που ανάψαμε την μαντεμένια σόμπα και γέμισε το σπίτι λάμψη και ζεστασιά; Θυμάσαι που φοβόμαστε μην καεί το σκυλάκι μας που αν μπορούσε θα χωνόταν κάτω από τη σόμπα για να κουρνιάσει; Θυμάσαι που μου έκανες μάθημα πως να στοιβάζω τα ξύλα; Πάντα σε θυμάμαι όταν ανάβω αυτό το τωρινό τζάκι που όμως είναι από μάρμαρο και ποτέ δεν θα με ζεστάνει όπως το άλλο, το δικό μας.

Είσαι η μοναδική μεταμέλεια ενός ανθρώπου που αλαζονικά δηλώνει πως δεν έχει μετανιώσει ποτέ για τίποτα. Όμως, όποτε κάνω τις βαρύγδουπες δηλώσεις μου ένα τόσο δα σκουληκάκι σηκώνει το κεφαλάκι του και μου ψιθυρίζει: “αλήθεια;” Το αγνοώ το ανόητο. Δεν με παίρνει να μην το αγνοήσω γιατί όταν ανέβαινα τα σκαλιά σ’ εκείνον τον σιδηροδρομικό σταθμό δεν σκόνταψε το βήμα μου ούτε στιγμή. Με αγαλλίαση και λαχτάρα γύριζα στα πάτρια εδάφη μου και εσύ, αν ήσουν η φυλακή, ήσουν και ο συνένοχος που μου έδωσε τον κόφτη για το συρματόπλεγμα. Αυτό που δεν ήξερα ακόμη βέβαια ήταν ότι τον μισό μου εαυτό τον είχα αφήσει πίσω, ακόμα να κάθεται σ’ εκείνη την ζεστή πέτρα και ότι ποτέ δεν θα με ακολουθούσε σ’ αυτό το ταξίδι. Τώρα μόνο, σήμερα μόνο, απογοητεύομαι από το πόσο γρήγορα αποκαρδιώθηκες. Πόσο εύκολα αφέθηκες στην τιμωρία της ανασφάλειάς σου, στις συνέπειες της απεχθούς πράξης σου και στην δικαιολογία της διευκολυντικής αγανάκτησής μου.

Έκανα κι άλλα ταξίδια από τότε. Μπήκα σε άλλο σπίτι, ξένο. Θύμισα και στον εαυτό μου πως δεν σου άρεσαν τα ταξίδια και μου τα είχες στερήσει. Όμως, ξέρεις κάτι; Κανένα ταξίδι δεν αξίζει από τότε που μας πουλήσαμε. Κανένα μου ταξίδι δεν οργανώθηκε ξανά με την μεθοδικότητα σου που με νευρίαζε. Και όλα τα ταξίδια είναι λίγα χωρίς την μεθοδικότητά σου που με νευρίαζε. Όλες οι επιστροφές είναι αδιάφορες χωρίς το σπίτι που ήταν μήτρα. Πραγματοποιήθηκε η ευχή μου, να μην ανήκω πουθενά παρά μόνο σε μένα. Έλα όμως που μου λείπει να ανήκω σ’ εμάς.

Ποτέ δεν έτρεξε δάκρυ. Τέσσερα χρόνια ποτέ.

Μόνο σήμερα.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Η Γάτα η Ρούσα

Ζωγραφίζω και γράφω όπως ζω: Χωρίς φίλτρο.
Κάνω άλματα στο κενό. Χωρίς δίχτυ ασφαλείας για να αναχαιτίσει την πτώση.Και επιβιώνω σε καινούργια κεραμίδια.
Η Γάτα η Ρούσα

Latest posts by Η Γάτα η Ρούσα (see all)

1 σκέψη για το “Απώλεια”

  1. Πόσο μ αρέσουν οι αναρτήσεις σου! Είτε αυτές είναι καταθέσεις ψυχής, είτε ανήκουν στα funnybluez κ ακόμη περισσότερο όταν περιγράφεις τη ζωή κ τις ιστορίες της γάτας ο τροπος γραφής σου είναι μοναδικός! Από τις πρώτες σειρές καταλαβαίνω ότι γράφεις εσύ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *