Η βραδιά ήταν κλειστοφοβική. Μαύρα σύννεφα παντού ένα γύρω, στον ουρανό πύκνωναν γρήγορα κι η βροχή θα ξεκινούσε από λεπτό σε λεπτό. Στον δρόμο, αραίωναν στο σκοτάδι και φούντωναν κάτω από τα ασθενικά φώτα του. Σύννεφα νερού και σύννεφα καπνού ενώνονταν κάπου στο ενδιάμεσο, άλλαζαν μορφή και ζωγράφιζαν γκρι και μαύρα τα ετοιμόρροπα κτίρια.

Στην πλατεία ο κόσμος ήταν λίγος, δύο τρεις τελευταίοι πότες της δύσης, ένας γάτος κι εγώ, ετοιμόρροπος όπως τα λιωμένα τούβλα της μικρής εκκλησίας των Προτεσταντών.

Τον Κριστόφ είχα χρόνια να τον δω. Ήταν κάποτε φίλος καλός στο πιοτό και την κουβέντα, τις ώρες των μεγάλων αποριών και των μικρών σκέψεων. Μετά χαθήκαμε για χρόνια κι είπα κάπου θα έγειρε και θα πέθανε εκεί απ’ το μεθύσι. Μα μου είχε στείλει μήνυμα με τον αδελφό του πως ήθελε να με δει κι έκανα ό,τι θα έκανες κι εσύ στη θέση μου. Πήγα.

Πιήκαμε”, όπως έλεγε παλιά και γελούσε με την παρήχηση, όσο κρασί άντεχε ο καθένας. Κι ήρθε η ώρα της κουβέντας.

«Θυμάσαι εκείνο το βράδυ στην Μονμάρτη; Τότε που είχες ερωτευτεί την τροτέζα την Σεσίλ κι έλεγες θα την βγάλεις από τον βούρκο; Πόσο είχαμε γελάσει όλοι τότε με την αφέλεια σου! Μη θυμώνεις, να ορίστε, αν ποτέ ερωτευτώ τυφλά και όντας τύφλα στο μεθύσι, σου επιτρέπω να γελάσεις με τα χάλια μου! Εκείνο το βράδυ, λοιπόν, αφού χωρίσαμε, έγινε κάτι που ποτέ δεν είπα σε άνθρωπο και που με κατατρέχει ως σήμερα. Θέλεις να σου πω; Φυσικά και θέλεις αλλά, είσαι σίγουρος; Ωραία, άκου λοιπόν.

Είχα φτάσει σχεδόν σπίτι όταν τον πρόσεξα. Καθόταν στο σκαλοπάτι του Μπαμιέν, ξέρεις του χασάπη, και κρατούσε κάτι σφιχτά στα χέρια του. Δεν μπόρεσα να δω αλλά, για να ξέρεις, ήταν μια φυσαρμόνικα.

Δεν τον είχα ξαναδεί εκεί γύρω και έκατσα να τον κοιτάζω αμίλητος, παραξενεμένος που ένας πιτσιρικάς – ήταν δεν ήταν δώδεκα – κυκλοφορούσε μοναχός εκείνη την ώρα και σ’ εκείνα τα μέρη.

Γυάλιζε τη φυσαρμόνικα με το ρούχο του, απαλά, τρυφερά, σαν να ήταν κουτάβι παρατημένο που περιμάζεψε. Την σήκωσε στο ύψος των ματιών του για να δει τη λάμψη της και αφού ικανοποιήθηκε, έπιασε να παίζει.

Τον πλησίασα σέρνοντας τα παπούτσια μου, μη και τον τρομάξω αλλά ούτε που τον ένοιαξε. Έπαιξε όλο τον σκοπό και αφού τελείωσε γύρισε προς το μέρος μου.
Με κοίταξε εξεταστικά, από πάνω ως κάτω, με μια έκφραση μυστήρια και ταυτόχρονα υπολογιστική, σαν να ζύγιζε τις πιθανότητες που θα είχε αν το έβαζε στα πόδια. Ή έτσι μου φάνηκε εμένα.

‘Θέλεις να κάτσεις δίπλα μου;’ με ρώτησε και χωρίς να περιμένει να του απαντήσω – πώς θα μπορούσα άλλωστε, είχα χάσει τον ειρμό μου από το πιοτό – έκανε χώρο. “Ξέρεις, μπορείς αν θέλεις να έρθεις μαζί μου. Εδώ πιο κάτω έχω μια κάμαρα, βολεύει πιο πολύ από το ξενοδοχείο. Και την έχω καθαρή. Και δεν θα έχουμε κανέναν στο κεφάλι μας”

Γύρισα ολόκορμα να τον κοιτάξω. Έλεγα: το πιοτό, πρέπει να κόψω το πιοτό, η γλώσσα μου δέθηκε, το μυαλό μου μουδιασμένο προσπαθούσε να συντάξει μία πρόταση, τα χείλη μου ήθελαν να βογκήξουν αλλά τίποτα δε συνέβη
Καθόμουν και τον κοιτούσα.

“Γιατί με κοιτάς έτσι;” με ρωτάει. “Νομίζεις λέω ψέματα; Θα σε παρασύρω κάπου και θα σε κλέψω; Μα κι ο πιο άμυαλος μπορεί ξεκάθαρα να δει ότι δεν είμαι παρά ένα παιδί. Μήπως νομίζεις ότι θα φωνάξω; Ούτε να το σκέφτεσαι. Παλιά, όταν ήμουν πιο μικρός κι ο πατέρας με έβαζε να τον αγαπώ, φοβόμουν – έτσι είναι η αγάπη, δυνατή και σκληρή και σε φοβίζει, δεν το λέω εγώ, ο πατέρας το έλεγε – και φώναζα. Τώρα όμως, είμαι μεγάλος. Δεν φοβάμαι, η αγάπη του πατέρα μου δίνει θάρρος να συνεχίζω, ως το τέλος, πάντα ως το τέλος, για να μη χρειαστεί να μείνω νηστικός κι αναγκαστώ να γυρίσω. Άσε που δε θυμάμαι και τον δρόμο. Λοιπόν, τι λες; Θες; Δύο φράγκα, ούτε λίγα ούτε πολλά. Είσαι καλά;

Σηκώθηκα σέρνοντας και πήρα τον δρόμο. Κάθε τόσο έκλεινα τα μάτια κι έβλεπα τα δικά του τα μαύρα, λαμπερά όπως ήταν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας και της ψυχής του και της δειλίας μου. Κάθε τόσο έγερνα σ’ ένα δέντρο και ξερνούσα και περίμενα μαζί με την χολή να βγει κι η φωνή μου. Να φωνάξει το στόμα μου πως αυτό το παιδί δυστυχεί. Να αναγκάσει η φωνή τα πόδια να γυρίσουν πίσω, να το πάρουν από το χέρι και να το βγάλουν από τη μιζέρια του. Δεν γελάς βλέπω. Κι όμως, εγώ σου έδωσα την άδεια πριν λίγο να γελάσεις αν τύχει κι ερωτευτώ τυφλά ή, τύφλα στο μεθύσι. Μη με κοιτάς έτσι. Δεν ερωτεύτηκα, φίλε μου καλέ. Δείλιασα. Πάνω κάτω ο ίδιος φόβος είναι. Πόσο σε μακάρισα εκείνο το βράδυ. Πόσο κουράγιο θέλει να βγάλεις έναν άνθρωπο από τον βούρκο. Γέλα, γιατί δεν γελάς;»

Κι έτσι λιώμα, σκνίπα στο μεθύσι, αγέλαστος και σκυθρωπός, έλιωσα εκείνο το βράδυ σαν τα ετοιμόρροπα τούβλα της μικρής εκκλησίας των Προτεσταντών, παρέα με τους πρώτους πότες της ανατολής. Ο γάτος δεν άντεχε άλλο να κοιτά. Αργά, νωχελικά, λίγο αβέβαιος αλλά αποφασισμένος, βούτηξε στο ποτάμι που έτρεχε αδιάφορο να προλάβει την αυγή.

 

*Photo: Oscar Gustav Rejlander – Homeless, 1860