Ασημένια κορνίζα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Άνοιξε με δυσκολία τα μάτια. Δεν ήθελε. Αλλά τα άνοιξε. Πήρε μια ρηχή ανάσα με δυσκολία και άνοιξε το στόμα.

“Μαμά”
“….”
“Μαμά….”
“…..”
“Ρε μαμά…. Κάνε κάτι επιτέλους….Δε μπορώ άλλο αυτή τη κατάσταση! Μ’έχει καταβάλει το άγχος. Όλα πάνε στραβά. Δε μπορώ να κοιμηθώ. Να ορίστε. Πάλι ξύπνια από τις 5 ενώ το ξυπνητήρι χτυπάει στις 7. Που θα πάει αυτή η κατάσταση;”

Καμία απάντηση…. Έμεινε εκεί ξαπλωμένη στο μισοσκόταδο. Ξαπλωμένη στη δεξιά της πλευρά να κοιτάει το λιγοστό φως που έμπαινε από τα ξύλινα παντζούρια στο δωμάτιο. Ένα δωμάτιο που κάποτε το ένιωθε καταφύγιο της, τώρα πλέον την έπνιγε. Όλα την έπνιγαν. Δε μπορούσε να την ηρεμήσει τίποτα και κανένας. Δε μπορούσε ούτε η ίδια να ηρεμήσει τον εαυτό της. Ήξερε πως μόνο η μάνα της μπορούσε. Ίσως με μια μόνο κουβέντα όπως έκανε πάντα. Αλλά άντε να βγάλεις άκρη…. Η αλήθεια είναι πως έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα εδώ και κάποια χρόνια είχε καιρό να της μιλήσει.

Χτύπησε το ξυπνητήρι. Έπρεπε να πάρει τα φάρμακα της. Γύρισε πλευρά και ανακάθισε στο κρεβάτι. Έπρεπε άλλωστε. Οι γιατροί περίμεναν. Και οι εξετάσεις ήταν αρκετά σοβαρές. Είχε βαρεθεί. Δεν ήθελε άλλο. Συνεχόμενες εξετάσεις. Η μία μετά την άλλη. Πόνος αφόρητος που δε μπορούσε να ελεγχθεί με τίποτα. Αδυναμία. Δυσκαμψία. Όλα της να καταρρέουν. Τα μαλλιά της να πέφτουν. Τίποτα μέσα της να μη δουλεύει σωστά. Ούτε τα όργανα της ούτε η ψυχή της. Οι γιατροί να ψάχνουν. Και ο καθένας να δίνει τη δική του διάγνωση. Αυτή όμως ήξερε τι είχε. Όλα προέρχονταν από την άσχημη ψυχική της κατάσταση. Μόνο που αδυνατούσε να βρει γιατρειά.

“Μαμά μ’ακους επιτέλους;” ξαναείπε. Πάλι δε πήρε καμία απάντηση. Καθισμένη όπως ήταν στο κρεβάτι έμεινε να κοιτάζει τον τοίχο. Πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που άρχισαν όλα; 3 χρόνια; Όχι….όχι. Δεν είχαν αρχίσει τότε όλα. Είχαν αρχίσει πριν 13 χρόνια. Ή μάλλον, ίσως ακόμα και πριν 39 χρόνια όταν η ίδια είχε γεννηθεί…. Τότε που οι γιατροί διέγνωσαν λάθος τα συμπτώματα της μητέρας της και δεν της έδωσαν τα απλούστερα φάρμακα που θα μπορούσαν να της δώσουν, δυο αντιβιώσεις όλες κι όλες, για να τα αποτρέψουν όλα. Και η κατάσταση της μητέρα της έγινε μη αναστρέψιμη. Και έφτασαν τα πράγματα εδώ που έφτασαν. Σηκώθηκε μηχανικά και πήγε στο δωμάτιο. Κοίταξε τη μαμά της. Κοίταξε τα μάτια της. Εκείνη τη κοιτούσε και της χαμογελούσε με τη σειρά της.
“Αχ βρε μαμά. Σου μιλάω και δεν απαντάς”.

Πάλι τίποτα. Καμία απάντηση. Βγήκε από το δωμάτιο και πήγε στο μπάνιο. Έπρεπε να ετοιμαστεί. Είχε αργήσει. Κοίταξε τον εαυτό της στο καθρέφτη. Κοίταξε τα αραιωμένα της μαλλιά με παραίτηση. Άρχισε να πλένεται. Όλες τις κινήσεις πλέον τις έκανε μηχανικά. Και με απόλυτη παραίτηση. Δεν είχε διάθεση για τίποτα. Η αλήθεια είναι πως έκανε πράγματα. Συνέχεια. Προσπαθούσε να απασχολεί τον εαυτό της. Και για καφέ πήγαινε και σε καμιά ταβέρνα. Ακόμα και ραντεβού είχε βγει. Όλα όμως τα έκανε μηχανικά. Δε τα ένιωθε. Απλά τα έκανε γιατί της είχαν πει πως αυτά θα βοηθήσουν. Είχαν περάσει όμως ήδη τρία χρόνια. Και δεν άλλαζε κάτι. Δε ζούσε. Απλά υπήρχε. Τίποτα δε της προσέφερε πλέον ευχαρίστηση. Δεν ένιωθε σχεδόν τίποτα. Μόνο πόνο. Φυσικό και ψυχικό.

Κοίταξε ξανά τον εαυτό της στο καθρέφτη του μπάνιου.
“Μαμά τι θα γίνει επιτέλους;” φώναξε “Θα μου απαντήσεις; Δε μπορώ άλλο έτσι δεν το καταλαβαίνεις; Κάνε κάτι. Κάνε κάτι! Βοήθησε με. Μπορείς να με βοηθήσεις! Οκ δε μιλάς σε μένα. Να το δεχτώ. Μίλα εκεί που πρέπει. Σ’αυτόν που ξέρεις ότι θα μπορέσει να βοηθήσει! Γιατί αν θέλει αυτός όλα τα μπορεί!!” Καμία απάντηση πάλι. Αλλά τι περίμενε; Ήξερε πως δε θα έπαιρνε καμία απάντηση. Το ήξερε εδώ και χρόνια κι ας μην ήθελε να το δεχτεί. Ντύθηκε γρήγορα. Ψιλοβάφτηκε για να μη φαίνεται τόσο χλωμή και κομμένη. Μπορεί να είχε παραιτηθεί από τα πάντα και από τον ίδιο της τον εαυτό, αλλά είχε μάθει να μη δείχνει στο κόσμο πόσο πολύ. Πριν φύγει ξαναπήγε στο δωμάτιο. Κοίταξε τη μαμά της. Τη κοιτούσε κι εκείνη ακόμα. Και της χαμογελούσε όπως πριν. Όπως εδώ και 3 χρόνια. Όπως σε όλη της τη ζωή.

Μόνο για λίγες μέρες δεν της είχε χαμογελάσει. Εκείνες τις απαίσιες μέρες που όλα έμοιαζαν λες και βγήκαν από εφιάλτη. Όπως εκείνη τη μέρα. Που η μητέρα της τη κάθισε απέναντι της και με τη λιγοστή δύναμη που της είχε μείνει, της ομολόγησε πως ο πατέρας της δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας. Και γκρεμίστηκε όλος της ο κόσμος. Έμεινε τότε να κοιτάει τη μαμά της με μάτια κενά. Και να μη μπορεί ν’ αρθρώσει λέξη. Να θέλει να μάθει παραπάνω πράγματα και να μη μπορεί να ρωτήσει. Να νιώθει τη γλώσσα της κοκαλωμένη μέσα στο στόμα της. Να θέλει να φωνάξει να τσιρίξει να μάθει τα πάντα. Αλλά να μη μπορεί να ρωτήσει τίποτα. Το μόνο που έμαθε ήταν πως έπειτα από πέντε χρόνια έγγαμου βίου που προσπαθούσε η μητέρα της με τον πατέρα της (αυτόν που ήξερε τόσα χρόνια για πατέρα) να κάνουν παιδί, και μετά από άπειρες ιατρικές εξετάσεις όπου έμαθαν ότι υπήρχε μεγάλη δυσκολία (όχι όμως ανικανότητα), από τη πλευρά του πατέρα της, στο να γίνει αυτό πραγματικότητα, η μητέρα της αποφάσισε να κάνει παιδί με άλλον. Να χαρίσει και στον άντρα της ένα παιδί έστω με αυτόν τον τρόπο. Δεν είχε μπορέσει να κατανοήσει την απόφαση της μητέρας της. Δε μπόρεσε να ρωτήσει όσα ήθελε. Η μητέρα της, της μιλούσε με δυσκολία λόγω της κατάστασης της υγείας της, αλλά αυτή δεν άκουγε. Τα αυτιά της βούιζαν. Ένιωθε το κεφάλι της έτοιμο να εκραγεί. Κλείστηκε μέσα της. Πάγωσε. Είχε καταρρεύσει όλος της ο κόσμος. Όλα όσα γνώριζε ως τότε στη ζωή της.

Δεν έμαθε πολλά Δεν κατάλαβε πολλά. Μόνο το όνομα του βιολογικού της πατέρα έμαθε. Πιο πολύ προσπαθούσε να καταλάβει γιατί η μητέρα της έμεινε με τον σύζυγό της. Αυτόν που ως εκείνη τη στιγμή η ίδια πίστευε για πατέρα της. Έναν άνθρωπο που η μητέρα της δεν ερωτεύτηκε, που παντρεύτηκε από συμβιβασμό, αγάπησε από συνήθεια πολλά χρόνια μετά όπως αγαπάς πολλές φορές έναν καλό άνθρωπο που έχεις δίπλα σου. Και προσπαθούσε να καταλάβει γιατί ενώ όλη της σχεδόν τη ζωή άκουγε τη μητέρα της να της λέει πως δεν είχε άλλες επιλογές γι’ αυτό έμεινε μαζί του και τον αγάπησε με τα χρόνια, μάθαινε τώρα πως ο βιολογικός της πατέρας και αγάπησε τη μητέρα της και το παιδί που είχε κάνει, την ίδια δηλαδή, και καλή δουλειά είχε οπότε δεν υπήρχε θέμα επιβίωσης, και τη παρακαλούσε για χρόνια να χωρίσει και να ζήσουν μαζί με το παιδί τους ως οικογένεια. Δε μπόρεσε να μάθει γιατί η μαμά της επέλεξε να μείνει σε έναν γάμο όπου σε όλο τον έγγαμο βίο της η μόνη της ουσιαστική χαρά ήταν η κόρη της. Δεν έβγαζε όλο αυτό νόημα. Ναι ήταν άλλες εκείνες οι εποχές. Αλλά και πάλι. Δεν έβγαζε νόημα…

Η μητέρα της ακόμα της μιλούσε αλλά δεν άκουγε. Δε καταλάβαινε. Όλα βούιζαν. Όλα θόλωσαν. Τη κοιτούσε και δε μπορούσε να αντιδράσει. Γιατί το μάθαινε τώρα? Γιατί στο τέλος? Θυμάται που η μητέρα της τη κοίταξε με δακρυσμένα μάτια. “Δεν έκανα καλά που σου το είπα?” τη ρώτησε. Δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Να της πει τι? Να της πει τι, όταν μάθαινε στα 36 της, ότι όλη της τη ζωή την έζησε δίπλα σε έναν πολύ δύσκολο πατέρα, που στη πραγματικότητα δεν ήταν καν ο βιολογικός της πατέρας; Να της πει τι, για τις άπειρες φορές που αυτός ο πατέρας φώναζε στη κόρη του ότι είναι άχρηστη γιατί δεν είχε γράψει 20 στα μαθηματικά? Να της πει τι, για τις φορές που για το παραμικρό λάθος άκουγε τη λέξη “άχρηστη”. “Είσαι άχρηστη“.

Μεγάλωσε ακούγοντας καθημερινά για το παραμικρό πόσο άχρηστη είναι. Μεγάλωσε και το μόνο που έμαθε ήταν να μη μπορεί. Να είναι άχρηστη. Ότι δε μπορεί να τα καταφέρει σε τίποτα. Δεν έδεσε καλά τα κορδόνια της; Άχρηστη. Δεν πρόσεξε στο μάθημα; Άχρηστη. Της έπεσε το ποτήρι από το χέρι; Άχρηστη.

Δεν είναι ότι δεν την αγαπούσε. Το ήξερε ότι την αγαπούσε. Αλλά ήταν ένας δύσκολος πατέρας. Τη στοίχειωσε αυτό το “άχρηστη” και τώρα πλέον μεγάλη γυναίκα κοντά στα 40 το “άχρηστη” έχει γίνει το δεύτερο “εγώ” της. Δε ξέρει πως να ζήσει χωρίς αυτό. Δε ξέρει πως να το διώξει από μέσα της. Μόνο άχρηστη ξέρει να είναι.

“Ναι μαμά. Καλά έκανες και μου το είπες” απάντησε μουδιασμένα και δεν ήξερε ούτε η ίδια αν το εννοούσε. Κατάλαβε η μητέρα της και τη κοίταξε πικραμένη. Απομακρύνθηκε. Δε μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό της. Δεν άντεχε να βλέπει τη μητέρα της να τη κοιτάει πικραμένη με την αντίδραση που είχε σε όσα της αποκάλυψε. Και έπειτα από λίγες μέρες όλα τελείωσαν. Και δεν είχε προλάβει να δείξει στη μητέρα της ότι δεν ήταν θυμωμένη. Απλά απίστευτα σοκαρισμένη και μουδιασμένη με αυτά που είχε ακούσει. Όλα εξελίχθηκαν γρήγορα. Δε πρόλαβε. Και ήξερε ότι η μητέρα της έφυγε με καημό. Και από τότε δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για τον βιολογικό της πατέρα. Ποτέ. Ούτε στα πιο κοντινά της άτομα. Και δεν τον έψαξε. Δεν ήξερε γιατί δεν τον έψαξε Άλλωστε δεν έφταιγε αυτός που δε τη μεγάλωσε. Η μάνα της του στέρησε αυτό το δικαίωμα. Αυτός την ήθελε τη κόρη του. Αλλά δεν τον έψαξε. Και τόσα χρόνια πονάει όχι μόνο για το χαμό της μητέρας της. Αλλά και που δε μπορεί να διαχειριστεί όλα όσα είχε μάθει. Και πονάει μόνη της…

Πήγε ξανά στο δωμάτιο. Κοίταξε τη κορνίζα γύρω γύρω. Ήταν ασημένια. Αδιάφορη. Δεν την είχε προσέξει καν όταν την αγόρασε. Ούτε την είχε διαλέξει συνειδητά. Την αγόρασε κι αυτή όπως διάφορα άλλα “απαραίτητα” αντικείμενα, βιαστικά και μηχανικά πριν περίπου 3 χρόνια μετά τη κηδεία. Ξανακοίταξε τη φωτογραφία της μαμάς της. “Μαμά θα σου την αλλάξω τη κορνίζα. Δε μ’αρεσει. Θα σου πάρω μια πιο όμορφη.” Η μητέρα της συνέχισε να τη κοιτάζει μέσα από τη φωτογραφία χαμογελώντας. “Ξέρεις κάτι μαμά; Τόσο καιρό που σου ζητάω να μιλήσεις σε κάποιον εκεί πάνω μπας και σταματήσουν όλα να μου πηγαίνουν στραβά ξέρω ότι σε αγχώνω και σένα. Ξέρω ότι επειδή δε μπορείς να κάνεις κάτι για όσα περνάω, νιώθεις ανήμπορη και στεναχωριέσαι. Αλλά μη στεναχωριέσαι μανούλα μου. Αλήθεια μη στεναχωριέσαι επειδή δε μπορείς να βάλεις “μέσο” εκεί πάνω για να με προσέξουν λίγο παραπάνω” είπε σχεδόν γελώντας μόνη της με την ιδέα και μόνο αυτού που έλεγε. Την ήξερε τη μάνα της. Σχεδόν την έκανε εικόνα να τραβολογάει “αγγέλους” να τη πάνε μπροστά στον “αρμόδιο” να του πει δυο λογάκια να προσέξουν τη κόρη της λίγο παραπάνω τώρα που δεν είναι αυτή εκεί να τη προσέχει! Ξανακοίταξε τη φωτογραφία με νοσταλγία. “Θέλω να ξέρεις ότι παρόλα όσα μου είπες εκεί κοντά στο τέλος, ήσουν πάντα η καλύτερη μανούλα του κόσμου. Σ’ αγαπώ μαμά”.

 

ΑΣ

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook