Έκατσα αναπαυτικά στη μεγάλη κουνιστή πολυθρόνα στο ανατολικό παράθυρο, κρατώντας στα χέρια ένα ορθογώνιο βελούδινο πράσινο κουτί. Δεν είναι απλά ένα βελούδινο πράσινο κουτί. Όχι! Είναι το βελούδινο πράσινο κουτί. Απαγορεύεται να το ανοίγουμε. Βασικά, δεν κάνει να το ανοίγω στην κατάστασή μου λόγω συναισθηματικών αιτιών. Λίγο οι ορμόνες, λίγο οι φωτογραφίες, λίγο το παρελθόν, δε θέλει και πολύ ν’ ανοίξει η βάνα και να μας πάρουν τα δάκρυα.

Σήμερα όμως είχα την ανάγκη να το ανοίξω. Ίσως γιατί περνούν οι μέρες και θέλω να είναι όλοι μαζί μου. Ίσως… Ποτέ δεν ξέρεις! Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.

Ξεκλειδώνω προσεκτικά το μικρό χρυσό λουκετάκι και ανοίγω το καπάκι. Μικρά ασπρόμαυρα ορθογώνια χαρτάκια έκαναν την εμφάνισή τους. Άλλα πιο καθαρά κι άλλα πιο βρόμικα. Άλλα πιο παλιά κι άλλα πιο καινούργια. Άλλα φτιαχτά και άλλα ασπρόμαυρα απ’ τη γέννα τους. Όλο το παρελθόν μέσα σε εκατοντάδες φωτογραφίες.

Έπιασα στα χέρια μου την πρώτη στοίβα. Φθαρμένες. Κοίταξα την ημερομηνία. Η γιαγιά! Όλη της η ζωή. Στη δεύτερη στοίβα οι φωτογραφίες είναι περισσότερες και όχι τόσο φθαρμένες. Ένα κοριτσάκι με σγουρά μαλλιά και τα δικά μου μάτια έκανε την εμφάνισή του. Η μαμά. Του παππού δεν έχουμε πολλές φωτογραφίες. Ίσως μερικές ανακατεμένες μαζί με της μαμάς.

Στην άλλη στοίβα, μερικές πολύ φθαρμένες φωτογραφίες και η άλλη γιαγιά να χαμογελά. Στην τρίτη στοίβα, χωρίς πλάκα, πρέπει να είναι μερικές εκατοντάδες φωτογραφίες που δείχνουν ένα παιδάκι, άλλοτε γυμνό, άλλοτε χαρούμενο, άλλοτε θυμωμένο να σε μαγνητίζει. Αυτό το κοριτσάκι με το σατανικό βλέμμα το ξέρω πολύ καλά. Έχει το ίδιο χαμόγελο και τώρα που χαζεύει τις φωτογραφίες. Τριάντα χρόνια μετά…

Η επόμενη στοίβα είναι η στοίβα που δεν ήθελα να πέσει στα χέρια μου πρώτη. Συναισθηματικά τα αίτια. Σ’ αυτή τη στοίβα κυριαρχεί ένα… Ο μπαμπάς. Μερικές είναι ασπρόμαυρες και άλλες γεμάτες χρώμα. Όπως ακριβώς και η ζωή του. Έλυσα την κόκκινη κορδέλα και άρχισα να χαζεύω τις φωτογραφίες με βάση το χρώμα. Ξεκίνησα με τις ασπρόμαυρες…
Ο μπαμπάς είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο στη ζωή μου και τώρα πια που δεν είναι εδώ, ξέρω πως όσο έζησε, έζησε για μένα. Για να μου δείξει έναν κόσμο που μόνη μου δε θα έβλεπα και δε θα καταλάβαινα. Γιατί γι’ αυτό είναι οι μπαμπάδες. Για να δείχνουν έναν κόσμο πίσω απ’ τον κόσμο που αντιλαμβανόμαστε…

Το χέρι μου πάγωσε όταν άγγιξε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ήταν η πρώτη της στοίβας που έψαχνα και δε μου επιτρέπεται να βλέπω τους τελευταίους αυτούς μήνες. Αυτή η στοίβα είναι γεμάτη χρώμα και χαμόγελα. Είναι γεμάτη ταξίδια, πάρτι, μπαλόνια, δάκρυα. Αυτή η στοίβα είναι γεμάτη τσακωμούς, νεύρα, μετακομίσεις, δαχτυλίδια. Αρώματα, γεύσεις, εικόνες. Γεμάτη από αγκαλιές και φιλιά. Αυτή η στοίβα είναι όλη μου η ζωή. Μεταφορικά!

Χάζευα για ώρες τις έγχρωμες φωτογραφίες. Αμέτρητες…
Δύο παιδάκια να παίζουν σ’ έναν κήπο ή να κάνουν βόλτες στην παραλία αγκαλιά με τα κουβαδάκια τους. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Αυτά τα δύο παιδάκια στο ίδιο θρανίο. Από την πρώτη δημοτικού μέχρι και την τρίτη λυκείου. Δύο παιδάκια κάποια Χριστούγεννα. Δύο έφηβοι κάποιο Πάσχα. Δυο έφηβοι στην πενταήμερη. Μια κέτσαπ και μια μουστάρδα κάποιες Απόκριες. Ένα κουβάρι στο πάρτι των 18. Δυο φοιτητές σε μια αποφοίτηση. Δύο ενήλικοι να χαζογελούν μισομεθυσμένοι μετά τον πρώτο μισθό. Και μετά οι ασπρόμαυρες…

Δύο τσακισμένα φτερά στον πρώτο τσακωμό. Μια γυναίκα μόνη στο Λονδίνο και ένας άντρας μόνος στην Ιταλία. Μετά, πάλι χρώμα…Ένας άντρας και μια γυναίκα στο Παρίσι. Δυο μισά να φιλιούνται κάτω από ένα δέντρο. Ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο σ’ ένα κρεβάτι. Δυο νέοι ερωτευμένοι σ’ ένα πλοίο. Ένας άντρας χαμογελαστός και μια γυναίκα φορώντας ένα μονόπετρο. Δύο νιόπαντροι σ’ ένα δημαρχείο. Οι ίδιοι δύο σ’ ένα σπίτι, σε μια μηχανή, σ’ ένα ταξίδι και μετά μαύρο.

Στην επόμενη ασπρόμαυρη φωτογραφία, τα δάκρυά μου έτρεχαν ποτάμι.
Είναι μια κηλίδα. Βασικά μια κηλίδα με μια κουκκίδα. Είναι μικρή αλλά τόσο σημαντική. Ίσως είναι η πιο σημαντική και η πιο όμορφη φωτογραφία που είδα ποτέ στη ζωή μου. Είναι η ζωή μου… Κυριολεκτικά.

Αυτή είναι η μόνη φωτογραφία που εκείνος δεν είδε…. Είναι η μόνη φωτογραφία που εκείνος δεν είναι μέσα και σ’ αυτή θα έπρεπε να είναι, αλλά… άλλα τα σχέδια. Κανείς δεν τα βάζει με το Θεό…

Ξανακοίταξα την κηλίδα και την κουκκίδα… Πίσω από το υπερηχογράφημα είναι πάλι εκείνος. Με χρώμα. Να χαμογελάει και να κοιτάει το φακό. Να κοιτάει εμένα. Με το ίδιο βλέμμα όπως όταν ήμασταν 2 χρονών. Ο παιδικός μου φίλος, ο άνθρωπός μου και φυσικά, ο μπαμπάς σου…

Έπιασα τη φουσκωμένη μου κοιλιά και χαμογέλασα…
Δε θα τον γνωρίσεις ποτέ, αλλά σου υπόσχομαι πως θα μάθεις τον κόσμο που κρύβεται πίσω απ’ αυτόν που βλέπεις, γιατί εγώ ακόμα βλέπω τον κόσμο που μου χάρισε εκείνος κι αυτός δε συγκρίνεται με την πραγματικότητα. Βλέπω τον κόσμο που μου έδειξε ο δικός σου μπαμπάς…