Αστραπές γιορτινές

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Γιρλάντες. Λαμπάκια. Γιρλάντες και λαμπάκια πολύχρωμα. Φαναράκια. Γιρλάντες και φαναράκια. Πολλά. Πολλά φαναράκια σε όλο το μπαλκόνι. Πάνω στο τραπέζι. Δίπλα στις γλάστρες. Πολλά φαναράκια στολισμένα. Και γιρλάντες. Και λαμπάκια. Στα κάγκελα τυλιγμένα κατά μήκος όλου του μπαλκονιού. Ένα μπαλκόνι στολισμένο μέχρι αηδίας. Λαμπάκια να αναβοσβήνουν και μάλιστα στον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Εάν κλείσει τα μάτια του, όχι πολύ καλά, κλειστά αλλά και ανοιχτά, σαν να λαγοκοιμάται. Εάν τα κλείσει λοιπόν έτσι νομίζει πως αστράφτει. Στέκεται λοιπόν εκεί στη μέση του μπαλκονιού και ανοιγοκλείνει τα μάτια του.

«Αν ήμουν κι εγώ στολισμένος, θα ήμουν γιορτινός; Θα ήμουν σύμφωνα με το πνεύμα της εποχής; Αν στολιζόμουν; Να κρεμούσα λαμπάκια στο λαιμό σαν κασκόλ;»

Συνεχίζει να ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Με τα μάτια κλειστά σκέπτεται πως θα ήταν ωραία να έπιανε βροχή. Μια καταιγίδα. Μια δυνατή καταιγίδα. Και όλοι αυτοί που περπατούν στο δρόμο να άρχιζαν να τρέχουν. Να τρέχουν να προφυλαχτούν από το νερό που θα τους κάνει μούσκεμα. Και θα χαλάσει τις όμορφες σακούλες τους, με τα δώρα της τελευταίας στιγμής. Κλείνει τα μάτια, αστράφτει. Ακούγονται και βροντές. Μα ο ουρανός είναι καθαρός, αρχίζει να σκοτεινιάζει αλλά ο ουρανός είναι καθαρός από σύννεφα. Το ρολόι στην πλατεία χτυπά. Οι χτύποι του όσοι και ο αριθμός που δείχνει ο μικρός του δείκτης. Ακούει, φαντάζεται βροντές και γυρνάει την πλάτη στο δρόμο. Στα στολισμένα μαγαζιά και στους ανθρώπους που περπατούσαν. Μπαίνει μέσα, κλείνει την μπαλκονόπορτα και την κουρτίνα. Κουρτίνα βαριά. Σε σκούρο χρώμα να καλύπτει τη θέα. Από μέσα και από έξω. Στέκεται στη μέση του δωματίου. Δωμάτιο μεγάλο με δύο καναπέδες. Γυρισμένους με θέα το τζάκι και την μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη. Πετάει τα παπούτσια του. Τα πόδια του βυθίζονται στο παχύ χαλί. Τα κοιτάει για λίγο. Κουνάει τα δάχτυλα να ξεμουδιάσουν. Το βλέμμα του στρέφεται στο μεγάλο τραπέζι που είναι στρωμένο. Στρωμένα όλα τα καλά πάνω του. Έξι σερβίτσια παρέα με τα μαχαιροπίρουνα και τα ποτήρια περιμένουν. Σερβίτσια που περικυκλώνουν πιάτα με σαλάτες, τυριά, ορεκτικά κρύα και ζεστά. Στη μία άκρη του τραπεζιού το ψωμί αναπαύεται μέσα σε ξύλινη πινακωτή. Στην άλλη άκρη δύο ασημένιες σαμπανιέρες κρατούν τα κρασιά στην θερμοκρασία που πρέπει. Στη μέση του τραπεζιού υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Τα σερβίτσια περιμένουν να γεμίσει.

«Αν ήμουν κρεμασμένος στο δέντρο, θα ήμουν γιορτινός; Θα με θεωρούσαν στολίδι; Θα με ήθελαν στο δικό τους δέντρο; Θα πλήρωναν ακριβά για μένα ή θα με ήθελαν φθηνότερα;»

Προχωράει  προς την κουζίνα. Ο φούρνος είναι αναμμένος και ο χρονοδιακόπτης του μετράει αντίστροφα. Μια γαλοπούλα μέσα του. Μια γαλοπούλα για το κενό. Μια γαλοπούλα που την περιμένουν τα σερβίτσια. Για αυτό περικύκλωσαν το τραπέζι. Για την ώρα εκείνη. Ανοίγει το πλυντήριο πιάτων. Βγάζει ένα ποτήρι. Πρόχειρο ποτήρι. Καθημερινό. Σε αυτό θα πιει νερό τώρα. Τόση καθαριότητα και τόση ετοιμασία. Τα καλά ποτήρια θα περιμένουν. Ο χρονοδιακόπτης του φούρνου χτυπά. Η γαλοπούλα είναι έτοιμη. Η ώρα που θα εκπληρώσει τον σκοπό της ήρθε. Θα μπει στην μεγάλη γιορτινή πιατέλα και θα γεμίσει το κενό. Το τραπέζι θα είναι έτοιμο και περιμένει. Περιμένει τους καλεσμένους.

«Πληρώνω για να είμαι γιορτινός; Βάζω δώρα σε χάρτινες σακούλες κάτω από το δέντρο για να είμαι γιορτινός; Σκέπτομαι και ετοιμάζω ολόκληρο μενού για να είμαι γιορτινός; Και εάν δεν θέλω να είμαι εδώ;»

Ανοίγει τον φούρνο. Η γαλοπούλα παίρνει τη θέση της στην μεγάλη άσπρη πιατέλα. Η πιατέλα παίρνει τη δική της θέση στο μεγάλο γιορτινό τραπέζι. Άσπρη πιατέλα σε άσπρο γιορτινό δαντελωτό τραπεζομάντιλο. Τα μαχαιροπίρουνα τα καλά. Τα σερβίτσια τα ακριβά. Τα ποτήρια τα κρυστάλλινα. Όλα περιμένουν. Όλα γιορτινά. Και όλα περιμένουν. Αυτός τα κοιτάει από απόσταση. Ελέγχει το τραπέζι. Προσέχει τις τελευταίες λεπτομέρειες. Μια τέτοια μέρα όλα πρέπει να ήταν τέλεια. Ένα γιορτινό τραπέζι πρέπει να ήταν τέλειο. Κοιτάει προσεχτικά και ελέγχει. Ένας ήχος τον ταράζει. Ένας ήχος μη αναμενόμενος τον κάνει να  τιναχτεί από τη θέση του. Ψάχνει να εντοπίσει τη προέλευση του. Το τζάκι. Το τζάκι είναι η αιτία. Ένα κούτσουρο έσπασε και έπεσε. Η πτώση του προκαλεί τον περίεργο ήχο. Πλησιάζει το τζάκι. Το προστατευτικό πρέπει να μπει μπροστά από την φωτιά. Το παχύ χαλί πρέπει να προστατευτεί από τα καρβουνάκια που πετάγονται. Χαζεύει τη φλόγα. Η θέα της τον μαγνητίζει. Σκέπτεται πως θα ήταν ωραία να έπιανε μια φωτιά. Μια δυνατή φωτιά. Και όλα αυτά που περιμένουν να άρχιζαν να χάνονται. Οι καναπέδες, το παχύ χαλί και η βαριά κουρτίνα να καίγονταν. Μαζί τους και το τραπέζι. Το τέλειο τραπέζι, στάχτες, σε ένα καμένο σαλόνι.

«Αν βγω στα μαγαζιά τώρα αντί να περιμένω εδώ, θα ήμουν γιορτινός; Προφανώς θα είμαι γιορτινός, θα ψάχνω το τέλειο δώρο. Γιορτινός θα είμαι σίγουρα. Να φύγω; Θα φύγω; Φεύγω.»

Το προστατευτικό μπροστά από την φωτιά. Τα ξύλα καίγονται ανενόχλητα στην φλόγα που τα ίδια δημιουργούν. Καίγονται με φλόγα έντονη. Φλόγα που μαγνητίζει βλέμματα. Μαγνητίζει ψυχές. Το παχύ χαλί όμως προστατευμένο. Τα καρβουνάκια δεν μπορούν να το αγγίξουν. Τοίχος αδιαπέραστο η κρυστάλλινη κάλυψη. Το προστατευτικό στη θέση του. Οι καναπέδες και η κουρτίνα προστατευμένα. Το μεγάλο τραπέζι προστατευμένο. Προστατευμένο και στρωμένο. Το κενό του γεμάτο πλέον. Αυτός με τα πόδια του βυθισμένα στο παχύ χαλί. Τα κοιτάει για λίγο. Κουνάει τα δάχτυλα του. Δεν είναι μουδιασμένα πια. Φοράει τα παπούτσια του. Στέκεται στη μέση του δωματίου. Η μουσική από τα λαμπάκια ακούγεται καθαρά. Τα λαμπάκια στο μπαλκόνι αναβοσβήνουν στο ρυθμό της μουσικής. Στέκεται.

«Το τέλειο δώρο. Να ψάξω το τέλειο δώρο. Αν το ψάξω, θα είμαι γιορτινός; Θα είμαι. Θα το ψάξω. Για ποιον όμως; Θα βρω το τέλειο δώρο και να το προσφέρω σε ποιον;»

Κοιτάει τα παπούτσια του. Ακριβά παπούτσια που ταιριάζουν με το ντύσιμο του. Ακριβό, κομψό, επίσημο ντύσιμο. Κατάλληλο για τον τέλειο οικοδεσπότη. Ο τέλειος οικοδεσπότης. Στο υπέροχο σαλόνι. Με την εορταστική ατμόσφαιρα. Και το άρτια σχεδιασμένο δείπνο. Προχωρά λίγα βήματα προς την πόρτα. Κοιτά το παλτό του. Κρεμασμένο δίπλα στην πόρτα. Σκέφτεται να το φορέσει. Στέκεται. Κοιτά. Σκέφτεται. Η φωτιά στο τζάκι έκαιγε. Και οι ήχοι που κάνουν τα κούτσουρα σε υπνωτίζουν. Κάνει τα ίδια βήματα προς τα πίσω. Ακριβώς τον ίδιο αριθμό βημάτων. Τα ακριβά παπούτσια πατούν το παχύ χαλί. Κλείνει τα μάτια, αστράφτει. Περιμένει. Ακούγονται και βροντές. Περιμένει. Τους καλεσμένους που δεν θα έρθουν. Περιμένει.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook