Αστροπέλαγος

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Στριφογύρισε στα παλιά, νοτισμένα σεντόνια εκνευρισμένη. Ένιωθε τόσο κουρασμένη, μα δε μπορούσε να κοιμηθεί. Το παλιό σπίτι την έπνιγε με τη μυρωδιά της αποσύνθεσης. Βιαστικά, σιγανά ταπ ταπ ακούστηκαν από το ταβάνι. Αυτό ήταν! Δεν υπήρχε περίπτωση, να καταφέρει, να κοιμηθεί εκεί μέσα. Πέταξε τα σεντόνια από πάνω της και κατέβασε πολύ προσεκτικά τα πόδια της ψάχνοντας με το βλέμμα το πάτωμα για μικρά τρωκτικά. Άνοιξε τη πόρτα του δωματίου και βρέθηκε μούρη με μούρη με ένα λευκό, διάφανο πλάσμα. Αναπήδησε τρομαγμένη.
«Σκιάχτηκες;» τη ρώτησε μια γλυκιά φωνή, με τρυφεράδα.
«Γιαγιά! Με κατατρόμαξες! Τι κάνεις μπροστά από τη πόρτα μου, σα φάντασμα;»
«Ήθ`λα κάτ` να σ` δείξω.» είπε η γυναίκα και την έπιασε από το χέρι παγώνοντας τη.
«Πάμε.»
«Πού;»
«Θα ιδείς.»

Τα μικρά πατουσάκια ξανακούστηκαν από το ταβάνι. Ανατρίχιασε και την ακολούθησε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Πέρασαν στον κήπο και τις τύλιξε το απόλυτο σκοτάδι. Ένιωθε ότι περπάταγε στα τυφλά, προς τα εκεί που την έσερνε σταθερά η γιαγιά της. Σιγά σιγά τα μάτια της συνήθισαν, όγκοι και σχήματα έκαναν την εμφάνιση τους.
«Γιαγιά, προς τα εκεί δεν είναι η λίμνη;» ψέλλισε διστακτικά, δείχνοντας τα μακρόστενα, σκούρα σχήματα που υψώνονταν ασάλευτα ως τον ουρανό.
«Το πέλα`ος…»
Το μονοπάτι εξαφανίστηκε, συνέχισαν συντροφιά με κάμποσες πυγολαμπίδες, που χόρευαν γύρω τους, πατώντας πάνω στα υγρά, ψηλά χόρτα και σταματώντας , για να μπορέσει να ξεμπλέξει τις σαγιονάρες της από τα χορτάρια.
Παραμέρισαν μερικούς, ψηλούς θάμνους. Μια λεία επιφάνεια, όμοια χυμένο μελάνι απλώθηκε μπροστά τους. Έμεινε να κοιτά μαγεμένη. Στον ακύμαντο καθρέπτη χόρευαν νωχελικά μικρά, σιγοτρεμάμενα φωτάκια. Πού είναι η αρχή και πού το τέλος; Ο ουρανός είχε κατέβει στη γη και είχε απλωθεί μπροστά της, σαν αστροκέντητο μεταξωτό χαλί.
Ονειροπλανεμένη τσαλαβούτησε στο χλιαρό νερό. Το βήμα της έδωσε κίνηση στο υγρό στοιχείο, που κυμάτισε μακριά της εξαφανίζοντας τα φωτάκια. Χώθηκε ως τη μέση στο νερό και περίμενε υπομονετικά να ξαναεμφανιστούν . Η σκοτεινή φιγούρα ενός καϊκιού, πέρα μακριά, απομακρύνονταν αθόρυβα. Έκανε τα χέρια της χούφτες και προσπάθησε να πιάσει μια τρεμουλιαστή λάμψη, μα το νερό κύλισε από τα ακροδάκτυλα της. Χαμογέλασε και κοίταξε ψηλά τον ουρανό. Παρόλα τα μακρινά φώτα, από τα χωριά γύρω από τη λίμνη, μπορούσε να δει καθαρά το γαλαξία, ένα πυκνό, διάστικτο σύννεφο .
«Είναι τόσο όμορφα!» ψέλλισε
«Είναι…»
Γύρισε και χαμογέλασε στη γιαγιά της, που με το λευκό νυχτικό της και τα ξέπλεκα λευκά μαλλιά της, έμοιαζε σα νεράιδα καθισμένη στην όχθη.
«Μια νύχτα, σαν τη σημερινή, πριν πολλά χρόνια γνώρ`σα τον παππού, ιδώ ακριβώς.»
«Εδώ;»
ρώτησε χαμηλόφωνα η Ειρήνη πλησιάζοντας τη και κάθισε δίπλα της.
«Τότε, του σπίτ` μας ήταν του μόνου ιδώ γύρω. Μη το κ`τάς τώρα» αναστέναξε ελαφρά «Τότε θεωρούνταν αρχουντικό. Να το `βλεπες, με τσι λευκές πέτρες του, τη κινούρια σκεπ` τ` τυλιγμένο απ` του τριανταφυλλόκηπου τσι μάνας. Ελαφρύ του χώμα που τη σκεπάζ`.» σιωπή απλώθηκε για λίγο, που διακόπτονταν από τα κοάσματα των βατράχων και το τετερίσμα των τζιτζικιών.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. «Τότες μαζ` μας ζούσε κι η βάβ` μ`. Μια `υναίκα γλυκιά, σα ` μυγδαλωτό. Σα μαζευόμαστε του βράδ` στου τζάκ` γύρου, ξεκίναε να μας λέει ιστουρίες, για τις λάμιες, τσι νιράιδες και του τέρας τσι λίμνης, του μεγάλ` βατραχ`, και τσι βρικολάκους. Η αγαπημένη μ` ιστουρία ήταν της Διαμάντως, μιας ασχημούλας νιας, που τα βράδια μι` άπνοια, σαν του σημερινό, μάζευε σι νταμιτζάνες τ`αστρα κι τα φ`λάκιζε. `Κέινα τη παρακάλεαν να τα `λευθερώσει, μα δε τ`άφηνε. Μόνο τσι άφηνε στουν ήλιο και σαν του νιρό στέγνωνε, στου πάτου του γυαλιού έβρισκε ένα διαμαντάκι, που κόλλαε σ`ένα χτινάκι, που χε στα μαλλιά. Μια μέρα πέρναε απ`τα μέρ` της ένα πριγκηπόπουλο. Την είδε και πρόσεξε το διαμαντένιο χτινάκ`, σαν ξιπέζεψ` , η κοπέλα το` βγάλε και του το `δώκε. Η μορφή του πρίγκηπα καθρεπτίστηκε στα διαμαντάκια και η ψυχή του φυλακίστηκ` ικί. Παντρεύτηκε τη Διαμάντω και `κείνη φύλαξ` του χτινάκ` να μη το βρει κανένας .»
«Και τον παππού, πώς τον γνώρισες;» την έκοψε μαλακά η Ειρήνη
«Τον παππού;» ψέλλισε και στύλωσε το βλέμμα της σ`ένα μικρό πλεούμενο που έκανε πυροφάνι.
«Θα μουν, δε θα `μουν δεκατεσσάρων, σαν απουφά`σα να μαζέψω κι `γω διαμάντια. Πήρα, λοιπόν, τα καλο`υαλισμέν` τετζερέδια τσι μάν`ς μ` κι ήρθα. Μα όσο κι`αν προσπάθησα, δι` μπόρ`σα να πιάσ` ούτ` ένα! Χαμέν` καθώς ήμουν, δεν άκ`σα τη βάρκα τ`παππού, που πλησίασε. Προτού του καταλάβ` κάτ` μ` άρπαξε. Κατατρόμαξα! Πάλ`ψα, προσπάθ`σα να ξιφωνήσου, μα μου κλείνε του στόμα. Πόση ώρα παλέψαμε, δ`ξέρου, μα μετά πέσαμε ξέπνουοι στην όχθ`. Είσ`ι δικ`μ! μου ψιθύρισε. Εί`σ δικ`μ` νεράιδα μ`! Έβαλα κάτ` γέλια τότες. Μι κοίταξ` σαστισμένος. Τι νεράιδα, ουρέ ζαγάρ` ! τ`λέω. Η Ρινιώ τ` Σταμάτ` ίμι. Ντιπ `ίσαι μορέ; Τι μ`όρμηξες; `Κείνος σ`κώθηκ` πάν`. Δε μι νοιάζ` ποια είσι! Ιγώ θα σι κάν` γυναίκ` μ`. είπι νευριασμένος. Μ` φάνηκε τόσο αστείο! Ένα λιανό παλικαράκ` ήταν, μα σαν τον καλοκοίταξα, μες στο φως των αστεριών, η καρδιά μ` σκίρτησε. Σηκώθ`κα κι γω και τίναξα ναζιάρ`κα τα ξανθά μαλλιά μ`. Λόγια, τ` λέω, δε φεύγ`ς τώρα μην έρθ` ου πατέρας μ` κι σι χαλάσ`; Όχι, θα τουν περιμέν` ιδώ! Έκανε πεισμωμένα κι άραξ` κάτ`. Του γύρισ` τη πλάτη και πήρα πάλ` τα τεντζερέδια. Τι φτιάχνς` αυτού; Μη ρώτησε; Προσπαθώ να πιάσω ένα αστέρ` , τ` λέω. Γέλασ` ανοικτόκαρδα. Σηκώθ`κε κι ήρθε δίπλα μ` ταράσσοντας του νιρό. Μου τα `διώξες! του `πα θυμωμένη και στύλωσα το βλέμμα στου νιρό περιμένοντας, να εμφανιστούν πάλι τ`αστράλια. Μα σαν του νιρό ηρέμησε, μαζί με τ`άστρα, είδα κι` αυτόν. Σήκωσα μαλακά του ταψί κι είδα την εικόνα μας. Σα να φυλακίστ`κε η ψυχή μας να `μαστε ένα. Δε ξέρω για σένα, μ` πε, μα γω του βρήκα τ`αστέρ` μ`, και με φίλησε.» Έμοιαζε σαν όλη η φύση να χε σταματήσει ν`ακούσει την ιστορία.
«Και ήρθε, γιαγιά, και σε ζήτησε;»
«Και ήρθε, και με ζήτησε! Και η μάν`μ` του δώκε την ευχή της, αφού πρώτα μ` δώκε ένα γερό χέρι ξύλο, που ξέχασα τα τεντζερέδια στην όχθη και χάλασ` το καλό ταψί!»

Οι δυο γυναίκες λύθηκαν στα γέλια και `μείναν εκεί αγκαλισμένες να κοιτούν τις πρώτες χρυσορόδινες ακτίνες, που έσκιζαν, τον από ώρα, βαθύ μπλε αστροκέντητο μανδύα της νύχτας.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook