Κοιτάζω το στολισμένο σπίτι μου, ανάβω το τζάκι ανάμεσα στις φωνές των παιδιών και κάποιου χριστουγεννιάτικου ήχου από έναν πλαστικό Άι-Βασίλη. Τα μάτια μου πέφτουν στη φωτογραφία σου και χωρίς  να το καταλάβω, αρχίζουν να βουρκώνουν και το μυαλό μου πάλι γυρίζει σε περασμένες γιορτές. Τότε που τίποτα δεν θάμπωνε τη λάμψη τους.

Δεύτερα Χριστούγεννα μακριά σου μπαμπά. Δεύτερα Χριστούγεννα που όλα είναι πιο άχρωμα από όσο θα έπρεπε. Πόσο κοντά και πόσο μακριά μου φαίνεται που ήσουν εδώ. Τότε που κανονίζαμε τι θα κάνουμε αυτές τις μέρες. Τότε που γκρίνιαζα που πάλι δε θα κάνουμε κάτι διαφορετικό (και τι δε θα έδινα τώρα  για να έχω μια μέρα ίδια με εκείνες μπαμπά).

Τότε που μέρες πριν κανόνιζες το μενού των ημερών. Μα τώρα…
Τώρα δεν είσαι εδώ και όλα είναι αλλιώς. Τα τραγούδια πιο φάλτσα, τα χαμόγελα πιο παγωμένα και τα φαγητά πιο άγευστα.

Τα φαγητά! Αχ τα φαγητά! Α ρε μπαμπά, είναι φοβερό πόσο σε έχω συνδέσει με γεύσεις. Το φαγητό που ήταν η δουλειά σου και το μεράκι σου, έχει κάτι από σένα πάντα μέσα. Μπορεί να ακούγεται αστείο, παιδιάστικο, ίσως και λίγο χαζό, μα εγώ δύο χρόνια σε ψάχνω μέσα σε γεύσεις και μυρωδιές. Όλα είναι αλλιώς μπαμπά. Όλα τα έκανες πιο φωτεινά. Στις χαρές λείπει το χαμόγελο σου και στις λύπες η τεράστια αγκαλιά σου. Προσπαθώ να σε κρατάω εδώ. Προσπαθώ να μιλάω στα παιδιά για σένα. Τρελαίνομαι στην σκέψη ότι θα σε ξεχάσουν.

Και μετά έρχονται μέρες και στιγμές που ξεχνιέμαι μπαμπά και θυμώνω με μένα. «Μα πως μπορείς» σκέφτομαι. Μα μπορώ μπαμπά, όσο κι αν έλεγα πως δεν μπορώ. Μπόρεσα γιατί έτσι είναι η ζωή μπαμπά, συνεχίζεται. Μα μεγάλωσα μπαμπά, στα 35 μου μεγάλωσα. Όχι νωρίτερα. Δεν είμαι πια το μικρό σου. Δεν είμαι το μικρό κανενός. Και έρχονται εκείνες οι βραδιές, που το μικρό σου έρχεται στην επιφάνειά και τότε μου λείπεις πιο πολύ μπαμπά. Και πλησιάζουν πάλι αυτές οι μέρες μπαμπά και το κενό σου μεγαλώνει. Η θέση σου πιο άδεια από ποτέ. Αμήχανα μισά χαμόγελα στο σπίτι μας. Στο σπίτι εκείνο που γέμιζες με το χαμόγελο σου.

Πόσο μ’ άρεσε να σε βλέπω να γελάς! Γελούσαν τα μάτια σου, γελούσε το μουστάκι σου, γελούσε όλο το πρόσωπο σου και μαζί κι εμείς και όλος ο κόσμος γύρω σου. Και θα μαγειρέψουμε να φάμε μπαμπά, τις δικές σου συνταγές και κανείς δε θα το πει, μα όλοι θα σκεφτούμε πως εσύ θα τα έκανες καλύτερα. Και κανείς δε θα σε αναφέρει μην και στεναχωρηθούμε, μα όλοι θα σε φέρνουμε στο νου, να κάθεσαι στη κορφή του γιορτινού τραπεζιού. Και του χρόνου θα πούμε και θα τσουγκρίσουμε ποτήρια.

Και θα έρθει η στιγμή που θα αλλάξει ο χρόνος μπαμπά. Και θα σφίξω τη μάνα μου αγκαλιά. Τη μάνα μου, που από όταν έφυγες γκρεμίστηκε ο κόσμος της. Καλή χρονιά θα πούμε, για μια στιγμή θα νομίζω πάλι πως νιώθω το φιλί σου στα μαλλιά μου. Και μετά γρήγορα γρήγορα, θα σκουπίσουμε τα δάκρυα να μην φανούν και θα συνεχίσουμε. Θα συνεχίσουμε χωρίς εσένα.

Μην αφήνετε τις στιγμές να χάνονται, μην θεωρείτε δεδομένους τους ανθρώπους σας. Κάποτε αργά ή γρήγορα, αυτά τα βαρετά οικογενειακά τραπέζια δε θα ‘ναι ίδια. Οι άνθρωποι γύρω σας δεν θα ναι πάντα εκεί. Και θα χάσκουν οι άδειες καρέκλες, θυμίζοντας παλιές όμορφες στιγμές, που τη στιγμή που τις ζούσαμε μας φαίνονταν αδιάφορες.

Καλές γιορτές σε όλους…

 

Τ.Ε.