Θυμάστε τη Βασιλειάδου ως «θεία από το Σικάγο;»
«Πώς το λέτε εσείς εδώ, γιατί ξεχνάω πως το λέμε εμείς εκεί; Είμαι very, very χωλό σκασμένη!»
Αυτό ακριβώς είμαι κι εγώ γιατί θέλω να σου μιλήσω για την ξενιτιά η μάλλον για τους ξενιτεμένους η μάλλον για κάποιους ξενιτεμένους!

Και σου το κάνω τόσο νια νια γιατί σαν άνθρωπος και σαν παρθένος στο ζώδιο απεχθάνομαι τις γενικεύσεις!
Ο Παρθένος – αν δεν το γνωρίζεις – αναλύει, ξανά αναλύει, υπέρ αναλύει και μετά αναλύει και λίγο ακόμα (Έλα μάστορα, σε παίρνει κι άλλο) ενώ στο τέλος κάνει επανάληψη σε κάθε περίπτωση αναλυτικά, δηλαδή θα τολμούσε κάποιος να πει, και δεν θα είχε κι άδικο, πως τα ψιψιρίζει μέχρι αηδίας! Κατόπιν εκρήγνυται το κρανίο του, βάζει μπουρλότο και στο κεφάλι των υπολοίπων όπου τελικά απελπισμένοι – οι επιζήσαντες – τον φιμώνουν με μονωτική ταινία και ηρεμεί κι αυτός κι εκείνοι. Για λίγο!

CUT! Τέλος πρώτου μέρους. Αχ, ησυχία!
Πάμε λοιπόν να σε ταξιδέψω στην ξενιτιά, που βέβαια δεν είναι «καταραμένη» ή «κακούργα» ή «μαγκούφα». Σε γενικά πλαίσια. Τουλάχιστον αυτή η καινούργια, η σύγχρονη, δεν την έζησα την παλιά, δεν είμαι τόσο γριά, μην κρυφογελάς, είναι που είμαι άβαφη και κουρασμένη, είναι και κακός ο φωτισμός, αμέσως με την ειρωνεία!

Δεν θα σου μιλήσω λοιπόν για τις φάμπρικες της Γερμανίας και τους ανθρακωρύχους του Βελγίου. Δεν θα σου αποκαλύψω τι έγινε «μια βραδιά στο Λεβερκούζεν, λίγο έξω από τον σταθμό», ούτε στο «σταθμό του Μονάχου που με άφησες, άχου». Ούτε για «την μάνα που αναστενάζει» θα σου μιλήσω, ούτε για τον άλλο που της ζητούσε (της μάνας του) να «μην τον στείλει στην Αμερική γιατί θα μαραζώσει και θα μείνει εκεί». Δεν θα βάλω τον Νταλάρα να τραγουδάει «σαν τον μετανάστη στη δική σου γη, κάθε μέρα λύνεις, δένεις την πληγή», ούτε τον Στέλιο να σου εξηγήσει για το «ψωμί της ξενιτιάς». Τα έχουν γράψει, τραγουδήσει, εκφράσει τεράστιοι καλλιτέχνες, δεν χρειάζεται να προσθέσω ούτε κιχ! Δεν θα τολμούσα άλλωστε! Δεν αγγίζεις αριστουργήματα.

Το μόνο πράγμα που θα ήθελα να σου ζητήσω είναι να μην συγχέεις τις καταπληκτικές σου διακοπές στο εξωτερικό με τη μετανάστευση στο εξωτερικό. Ότι λάτρεψες την χιονισμένη φωταγωγημένη Χριστουγεννιάτικη Βιέννη δεν σημαίνει το ίδιο με το να μένεις στην Άνω Κουτσούβλιανη της Αυστρίας, να βλέπεις ήλιο δυο φορές το μήνα (σαν guest star) και να έχει σαπίσει κάθε σου άρθρωση, τένοντας, μυς από την υγρασία. Σε σημείο που να περπατάς και να ακούς κρατς κρατς κριτς κριτς μέχρι που ξαφνικά ουπς, σου πέφτει το χέρι, ωπ, χάνεις έναν ώμο ή στην καλύτερη περίπτωση περπατάς σαν τα ζόμπι του «Walking Dead!». Ο δε, κινησιοθεραπευτής είναι ο άνθρωπος που βλέπεις πιο συχνά μετά την οικογένεια σου.

Επειδή λατρεύεις τον Braveheart και τα Ηighlands της Σκωτίας δεν σημαίνει ότι προτιμάς να τα τρως στη μάπα για όλη σου τη ζωή περισσότερο από τον Παρνασσό ή το Καϊμακτσαλάν που στην τελική από το μεσημεράκι (που θα σου μυρίσει το μπριζολάκι) μέχρι τα ξημερώματα θα βρεις και το παϊδάκι σου, και το σαγανάκι σου και το τζατζικάκι σου το μαλακτικό να βοηθήσει να κυλήσουν όλα αυτά τα καλούδια με κομψότητα και χάρη στον στο καταπιόνα σου ενώ στη Σκωτία αν δεν έχεις κάνει το κουμάντο σου ή περιμένεις να ανοίξει το traditional Scottish pub ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ώρες (και τρως Shepherds’s pie, δηλαδή την πίτα του βοσκού, που ίσως θα έπρεπε να την μετονομάσουν σε πίτα που ξέρασε ο βοσκός, γιατί μοιάζει σαν μασημένο παστίτσιο). Ή έχεις και την επιλογή να βοσκήσεις ωραιότατα το χορτάρι μαζί με κάτι πρόβατα υπέρ μαλλιαρά που έχουν εκεί, που έχουν και φραντζούλες. Ξέρεις ποια λέω; Α, γεια σου γλυκούλικα!

See my point? Άλλο πήγα στο Παρίσι ένα τριήμερο κι είδα τον Πύργο του Άιφελ, έφαγα φουά-γκρά και χτύπησα και place Pigalle να δει το στεφάνι μου γνήσιο καν – καν κι εγώ μια Μονμάρτη να νιώσω «La vie en rose” κι άλλο να δουλεύεις στο Παρίσι, να τρως στην μάπα την απίστευτη κίνηση της γαλλικής πρωτευούσης, που σε βεβαιώ είναι το ίδιο, αν όχι χειρότερη εκνευριστική με της Αθήνας κι όλων των ελληνικών μεγαλουπόλεων. Όχι, δεν είναι άλλο να κατουριέσαι σε μποτιλιάρισμα στα Champs Elysees κι άλλο στην Πειραιώς. Δεν έχει άλλη χάρη, γιατί θα σκάσει η φούσκα σου και στις δύο περιπτώσεις! ‘Άσε που στην Αθήνα θα πετάξεις και κανένα «γαλλικό» και θα ρίξεις και μια πεντάλφα να εκτονωθείς ενώ στην Γαλλία, ό,τι και να λες «άμεση σύνδεση με Κάιρο! Απ’ ευθείας!»

Αυτό που λέω είναι πως όταν μεταναστεύεις στο εξωτερικό, δεν πας διακοπές. Πας για σπουδές, για δουλειά, για να ζήσεις εκεί τη ζωή σου, που μπορεί να είναι επιλογή σου ( η όχι) αλλά οπωσδήποτε έχει ένα κόστος. Ίσως, αν ο εις είχε τη δυνατότητα να μείνει στη χώρα του ενδεχομένως να το έκανε με τα τσαρούχια, γιατί ενδεχομένως να προτιμά να αγναντεύει τον Πηνειό, τον Αλιάκμονα ή τον Αώο ρε αδελφέ, να λέει και δυο σαχλαμάρες με τους ανθρώπους που τον καταλαβαίνουν κι έχουν τις ίδιες αναφορές, παρά να ατενίζει τον Λίγηρα, τον Δούναβη ή τον Ρήνο και να αραχνιάσει ο στόμας του γιατί δεν βρίσκει άνθρωπο να πει μια κουβέντα. Γιατί φίλε, όσο καλά και να ξέρεις μια γλώσσα, για να φτάσεις να κάνεις αστειάκια σε γλώσσα που δεν είναι η μητρική σου, πρέπει να τραβήξεις πολύ κουπί και να φας στην μάπα άπειρες αμήχανες στιγμές απόλυτης σιωπής όπου διάφορα ζευγάρια μάτια θα σε κοιτούν σε ύφος «Μα τι λέει ο παπάρας, ο Έλληνας!»

Γιατί πολίτες του κόσμου είμαστε και ζήτω η παγκοσμιοποίηση και γιούχου και ουάου και κανείς δεν είναι κανενός (άσχετο αλλά κόλλαγε καλούτσικα στη φράση) αλλά η Ελλάδα είναι η πατρίδα σου, εδώ γεννήθηκες, εδώ έμαθες να ζεις, εδώ είναι οικογένεια και φίλοι και αγαπημένα πρόσωπα! Μπορεί να έφυγες κάποια στιγμή γιατί δεν πήγαινε άλλο αλλά αυτή η χώρα είναι το σπίτι σου. Και μπορεί να τρώει τα παιδιά της, να υποφέρεις και να την σιχτιρίζεις καθημερινά και «όπου και να πας να σε πληγώνει» αλλά την αγαπάς. Και σου λείπει. Και την νοσταλγείς. Όπως νοσταλγείς μετά από μια βραδιά σε ένα ωραίο σπίτι, να γυρίσεις στο δικό σου σπίτι και να βγάλεις τον κορσέ και τα παπούτσια που σε στενεύουν και σου μελανιάζουν τα πόδια.

Δεν γκρινιάζω (και πίστεψε με σαν παρθένος δεν μου είναι εύκολο αυτό) προσπαθώ να σου πω πως και «οι μέσα» και «οι έξω» τραβάνε αμφότεροι τα λούκια τους! Διότι όπως έγραψε ο Ζαμπέτας και τραγούδησε ωραιότατα ο Πουλόπουλος «κι αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν οι μοίρες με απονιά πάντα τους δέρνουν.» Εντάξει, όχι τόσο μελοδραματικά αλλά το νόημα το έπιασες! Μην κολλάς στα στερεοτυπάκια!