Τα μηχανάκια με τις πειραγμένες εξατμίσεις πέρασαν σαν σίφουνες το στενό δρόμο. Η βουή τους όμως ήταν αρκετή για να ξυπνήσει. Το σώμα τινάχτηκε σαν να το διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα και ο εγκέφαλος άρχισε αμέσως τις σκέψεις. «Κωλόπαιδα! Και εμείς κυκλοφορούσαμε με μηχανές, δεν ξυπνούσαμε τον κόσμο στις… τι ώρα είναι; Τρεις; Τρεις το χάραμα και έχουν όρεξη για κόντρες; Μπράβο! Τι έπεσε στο πάτωμα; Πάλι με αυτό στα χέρια αποκοιμήθηκα; Η ημερομηνία φαίνεται καθαρά και ας είναι σκοτάδι! Ένας χρόνος; Ένας χρόνος πέρασε! Δίψασα.»

Ακούμπησε το υπερηχογράφημα στο τραπέζι και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Στην είσοδο του χολ κοντοστάθηκε και χάζευε την εξώπορτα του σπιτιού. Χάζευε με ένα βλέμμα που μαρτυρούσε όμορφες εικόνες της μνήμης.

«Πόσο χαρούμενοι ήμασταν την μέρα που μπήκαμε με τον υπέρηχο στα χέρια. Είχαμε μόλις λίγες μέρες που μετακομίσαμε εδώ και ανάμεσα σε κούτες και βαλίτσες κάναμε όλα μας τα σχέδια. Πριν καλά καλά τακτοποιήσουμε τα δικά μας πράγματα, ονειρευόμασταν το δωμάτιο των διδύμων. Εγώ ένας άνθρωπος που δεν έδινε δεκάρα αν θα παντρευτεί, θα νοικοκυρευτεί όπως λένε και στο χωριό μου. Και όμως όλα μου φαινόταν τόσο φυσιολογικά τότε. Από την στιγμή που κάναμε το τεστ εγκυμοσύνης σε αυτό το μικρό μπάνιο του σπιτιού, ήξερα πως η ζωή μας ήθελε μαζί. Δεν είχε σημασία αν το σχεδιάσαμε ή όχι, θα τα καταφέρναμε μαζί πλέον. Διψάω. Ακόμα δεν ήπια αυτό το νερό;»

Στην κουζίνα έψαξε πολύ για να βρει καθαρό ποτήρι. Το γέμισε και γύρισε στο σαλόνι. Κάθισε στο καναπέ που πλέον έμοιαζε με κρεβάτι εφήβου που κάνει την επανάσταση του και δεν συμμαζεύει τίποτα. Μια ματιά τριγύρω έφτανε.

«Πως άφησα το σπίτι να γίνει έτσι; Κάποτε το είχαμε τακτοποιημένο. Όχι μόνο για τα μωρά που θα ερχόταν αλλά γιατί μας άρεσε η τάξη, η αρμονία. Εδώ δες χάλι. Από το ‘κάπνισμα μόνο στο μπαλκόνι’, τώρα δεν υπάρχει χώρος σε κανένα τασάκι από τα πέντε που υπάρχουν στο τραπέζι να σβήσω τσιγάρο. Από το ‘βγάζουμε παπούτσια μόλις μπαίνουμε’, τώρα δεν ξεχωρίζω στις καρέκλες και στο πάτωμα ρούχα, παπούτσια, μπουφάν και εσώρουχα. Να μην αναφερθώ στις σακούλες από delivery, τι σκατά πληρώνονται οι δόσεις για καινούριο ψυγείο και κουζίνα; Πότε ξέφυγαν τα πράγματα; Εκείνο το βράδυ! Εκείνο το βράδυ που βρεθήκαμε πάλι στο μικρό μπάνιο πανικόβλητοι να παρακολουθούμε την έντονη αιμορραγία! Είναι εκείνη η στιγμή που ξέρεις πολύ καλά μέσα σου τι έχει γίνει και δεν θες να το παραδεχτείς. Δεν θέλεις να το διατυπώσεις ούτε καν στις σκέψεις σου. Μπαίνεις απλά στο αυτοκίνητο και κατευθύνεσαι στον γιατρό με την ελπίδα γαντζωμένη στα μηνίγγια σου και στην καρδιά σου. Χάνεται όμως τόσο βίαια μόλις τα λόγια του γιατρού επιβεβαιώνουν τον φόβο σου. Και τότε; Τότε απλά σφίγγεις το χέρι του ανθρώπου σου δίνοντας και παίρνοντας κουράγιο. Ποιος πονάει άραγε περισσότερο; Αυτός; Που χάνει τον διάδοχο; Αυτή; Που το κουβαλάει στα σπλάχνα της; Μαλακίες! Αυτές και τόσες άλλες κλισέ φράσεις σε κάνουν να γελάς, με γέλιο νευρικό, λυτρωτικό και θυμωμένο. Ο πόνος είναι ίδιος και για τα δυο φύλα. Και μετά; Μετά αρχίζουν τα δύσκολα! Καβγάδες, ξεσπάσματα και συμπεριφορές που κανένας από τους δυο δεν είναι σε θέση να εξηγήσει, να κατανοήσει και σε αυτή τη φάση να αντιμετωπίσει.»

Πήρε μια βαθιά ανάσα.

«Τι κάνω σε αυτό το σπίτι; Ένα άτομο μόνο του; Αυτό το σπίτι είναι φτιαγμένο για δυο. Για δυο που είναι φτιαγμένοι να δημιουργήσουν οικογένεια. Τι; Στην πρώτη δυσκολία τα παρατάμε; Αποκλείεται! Φουρτούνα ήταν και πέρασε. Ένας μήνας είναι αρκετός για να σκεφτούμε και οι δυο και να συνέλθουμε. Φτάνει! Και θα πάρω αμέσως τηλέφωνο να τελειώνουμε με αυτή την κατάσταση.»

Η οθόνη του κινητού πλημμύρισε με φως το δωμάτιο και οι γνώριμες φωνές με ελπίδα τις καρδιές τους.

 

Μαρία Δαργανάκη