Ο ΚΟΣΜΟΣ

– Τι απερισκεψία εκ μέρους του! Απορώ πώς έχει μούτρα και την εμφανίζει μπροστά σε όλους, και την παντρεύεται κιόλας! Τα μισά του χρόνια έχει, κι ούτε καν!
– Και καλά εμάς, δεν μας υπολογίζει. Τα παιδιά του δεν τα ντρέπεται; Τον γιο του; Που έχει την ίδια ηλικία μ’ αυτήν;
– Το χειρότερο ξέρεις ποιο είναι; Ότι και καλά θέλουν να μας πείσουν ότι αγαπιούνται τρελά! Τι γεροντοέρωτας, μωρέ, είναι αυτός; Τώρα θυμήθηκε κι αυτός, χήρος άνθρωπος να ξαναγαπήσει;
– Γιατί, αυτή πάει πίσω; Που θα μας πει τώρα ότι τον αγάπησε για την ομορφιά του; Δε λέω, καλοστεκούμενος είναι για την ηλικία του, γοητευτικός μπορώ να πω, αλλά η πιτσιρίκα τι του βρήκε;
– Ε, καλά, πιτσιρίκα δεν τη λες! Τα ‘χει τα χρονάκια της…
– Καμιά εικοσαριά χρόνια όμως της ρίχνει, δεν της ρίχνει; Μωρέ, ας μην είχε το χρήμα ο καημένος και θα σου ‘λεγα εγώ αν γυρνούσε να τον κοιτάξει!
– Συνάδελφοι είναι, έτσι λένε. Σπουδαγμένη κι αυτή!
– Όσο σπουδαγμένη και να ‘ναι, δεν τον φτάνει! Κύρος και χρήμα! Αυτά του ζήλεψε! Τίποτε άλλο!…”

ΕΚΕΙΝΗ

Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μπορούσα να νιώσω ξανά ευτυχισμένη. Είχα ξεχάσει τι σημαίνει η λέξη, την είχα διαγράψει από το λεξιλόγιό μου. Ό,τι με πόνεσε, ό,τι με πλήγωσε, ό,τι με διέλυσε, το άφησα να μου καταστρέψει τη ζωή, του επέτρεψα να κρύψει την ψυχή μου στα πιο βαθιά και ανήλιαγα μπουντρούμια, το είδα να με κάνει έναν άλλον άνθρωπο. Έναν άνθρωπο σκληρό, απόμακρο, ανίκανο να αισθανθεί, να νιώσει, να νοιαστεί. Έγινα μια άλλη.
Ώσπου ήρθε εκείνος. Που με πήρε από το χέρι και με τόσο κόπο, όσο ποτέ δε θα αφήσει κανέναν να μάθει, με ξαναέκανε αυτή που ήμουν πρώτα. Με κοίταξε, με άκουσε, με ένιωσε, με νοιάστηκε. Στάθηκε δίπλα μου στον πιο σκληρό αγώνα που είχα να δώσω, με κράτησε στη ζωή όταν το μόνο που ήθελα ήταν να φύγω, να μην υπάρχω πια. Μου έδειξε ότι αξίζει ακόμα να ζω, ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι. Μου έμαθε και πάλι να αγαπάω, να γελάω, να χαίρομαι, να ζω. Τι σημασία έχουν οι ηλικίες… Τι σημασία έχει η όψη… Τι σημασία έχει αυτό που φαίνεται… Το μόνο που μετράει, είναι αυτό που ΕΊΝΑΙ. Τον αγαπώ. Και τον ευχαριστώ για όλα.

ΕΚΕΙΝΟΣ

Δεν πίστευα ότι θα μπορούσα να νιώσω ξανά ευτυχισμένος. Τα είχα κάνει όλα στη ζωή μου και με το παραπάνω, ακόμα κι αν ήταν η ώρα μου να φύγω θα έφευγα ευχαριστημένος και ευγνώμων, μα όχι ευτυχισμένος. Η ευτυχία, έλεγα, είναι για τους νέους. Εγώ την έζησα στα νιάτα μου, τη γεύτηκα, τη χόρτασα. Και όταν έκλεισε τα μάτια της και έφυγε, της έδωσα υπόσχεση ότι θα την ακολουθήσω σύντομα, υπόσχεση που όμως δεν κράτησα.
Και τότε ήρθε εκείνη. Τόσο νέα, τόσο όμορφη, τόσο δυστυχισμένη. Μα τέτοιο πλάσμα ήταν άδικο να πάει απλά χαμένο, να παραδοθεί πριν ακόμα ζήσει ό,τι της είχε η ζωή γραμμένο. Κάτω από όλη αυτήν την απελπισία χτυπούσε μια καρδιά που ήθελε να ζήσει, να αλλάξει τη ζωή της, να ξαναγίνει όπως πριν. Και στάθηκα δίπλα της, και στάθηκε δίπλα μου, γιατί κι εγώ κατά βάθος ζητούσα να ξαναγίνω ευτυχισμένος. Την πρώτη φορά που μου χαμογέλασε, τότε κι εγώ κατάλαβα πως εδώ βρισκόταν η δεύτερη ευτυχία μου. Το ξέρω ότι την αγαπώ. Τίποτα άλλο δεν έχει σημασία.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ

– Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια πρόποση για χάρη του γαμπρού και της νύφης. Και αν κάποια στιγμή χάσω τα λόγια μου, συγχωρήστε με, είναι μεγάλη η συγκίνησή μου.
Δεν πίστευα ότι θα έβλεπα ξανά τον πατέρα μου ευτυχισμένο. Όσοι είχατε την ευκαιρία, τη χαρά και την τιμή να γνωρίσετε τη μητέρα μου, σίγουρα ξέρετε την αγάπη που μοιράστηκαν οι γονείς μου. Όταν εκείνη έφυγε, νόμιζα πως θα χαθεί μαζί της. Νόμιζα πως δεν θα τον ξαναδώ να γελάει, να χαίρεται, να απολαμβάνει τη ζωή.
Ώσπου μια μέρα τον είδα όπως ήταν παλιά. Και όταν τον ρώτησα, δεν μου έκρυψε τίποτα, μου τα είπε όλα. Δεν ντράπηκε, δεν κρύφτηκε, δεν είδε τίποτα παράδοξο σ’ αυτήν τη σχέση. Ούτε κι εγώ βλέπω. Το μόνο που βλέπω είναι μια γυναίκα και έναν άντρα που έχουν κάνει ο ένας τον άλλον ευτυχισμένο, που κρατιούνται απ’ το χέρι και κοιτιούνται μες στα μάτια. Σκεφτείτε πόσον καιρό έχετε να το δείτε αυτό γύρω σας.
Είμαι σίγουρος ότι ήταν σχέδιο της μητέρας μου. Ότι από εκεί που βρίσκεται, φρόντισε για τον πατέρα μου, να βρει αυτό που του αξίζει.