Αυτό που χρειάζομαι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Νομίζω είναι αυτό ακριβώς που χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Παράξενο πως αυτό που θες έρχεται όταν είναι η ώρα του, η πιο κατάλληλη πράγματι ώρα, χωρίς καν εσύ να το ξέρεις ή να το επιδιώκεις. Τσαχπινιές της μοίρας;

Ακολουθείς τη ροή σου, την καθημερινότητά σου, δουλειές παντού, αν είσαι λίγο σαν εμένα  με ένα πρόγραμμα γεμάτο που πρέπει να ψάξεις παραθυράκια για να βρεις χρόνο για ανάσες,  και ξαφνικά σου σκάει ένα μήνυμα από τη Βούλα ενώ ετοιμάζεσαι να ξεραθείς στον ύπνο και φλαπ! Σε τινάζει και σου ανατρέπει όλα τα σχέδια. Αλλά εσύ χέστηκες, γιατί αυτό ακριβώς ήθελες, αυτό ακριβώς ήταν που αναζητούσες, μόνο που δεν το ξερες πριν το δεις, πριν το βρει και στο στείλει, πριν το διαβάσεις και αρχίσουν να σε γαργαλάν οι πατούσες των δακτύλων σου και τα πρέπει αρχίσουν να σ’αφήνουν παγερά αδιάφορη, γιατί εγώ χρυσό μου έχω τον καημό μου, θέλω να γράφω η ρουφιάνα, και δεν μου αρκεί να γράφω για μένα, η μισή χαρά είναι να το διαβάζει κάποιος, να ταυτίζεται, να νιώθω πως δεν είμαι η μόνη τρελή, ούτε η χτυπημένη από τη μοίρα, ούτε η αλλοπαρμένη, γιατί υπάρχει και κάποιος ακόμα, έστω κι ένας! Υπάρχεις εσύ που διαβάζεις την παράνοιά μου και νιώθεις πως αυτό ακριβώς θα λεγες αν αποφάσιζες να το πεις. Νιώθεις το ίδιο, υποφέρεις ή χαίρεσαι με τον ίδιο τρόπο, κλαίς ή δεν παίρνεις ανάσα από το γέλιο, γιατί ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό και ως τέτοιο θέλει να μη νιώθει μόνο. Μοναδικό ναι, άλλος καημός αυτός, μα όχι μόνος. Ακόμα κι ο πιο μονόχνωτος είναι στιγμές που θέλει να νιώσει κάποιον κοντά του.

Γράφεις γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Ίσως γιατί δεν μπορείς να εκφραστείς αλλιώς, ίσως γιατί δεν μπορείς να μιλήσεις με τον ίδιο τρόπο –ποιος ξέρει για ποιους λόγους-, το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο, σταθερό και απαράβατο σε όλη την πορεία σου. Γράφεις γιατί κάπως πρέπει να βγει το μέσα σου έξω, γιατί εκεί μέσα ασφυκτιά, θα σκάσει, δεν κρατιέται. Γράφεις ακριβώς γιατί θα εκραγείς αν τελικά δεν γράψεις.

Γράφεις, σβήνεις, διορθώνεις, αλλάζεις, ξαναγράφεις. Γράφεις τη μια μέρα, διαβάζεις και εκστασιάζεσαι με το χειρισμό της γλώσσας, μα πως τα λέω η άτιμη, αυτοσυγχαίρεσαι, διαβάζεις το ίδιο 2 μέρες μετά και πατάς διαγραφή στην τελευταία πρόταση, μετά και σε μια ακόμα και άλλη μία και στο τέλος λες αι σιχτίρ και το σβήνεις ολόκληρο το ρημάδι γιατί είναι μια απελπισία και τι σκατά είχες στο κεφάλι σου όταν δημιουργούσες αυτό το χάλι; Γράφεις όταν νιώθεις μια απόλυτη ευφορία, που δεν είναι πάντα δικαιολογημένη, συνήθως μάλλον δεν είναι καθόλου, αλλά δε βαριέσαι καλή καρδιά, γιατί τι θα ήταν η ζωή χωρίς την επίμονη αισιοδοξία των κατά βάθος κυνικών που προσπαθούν να γλιτώσουν από τη βύθιση στη ματαιότητα; Γράφεις όμως ακόμα περισσότερο όταν είσαι μια πίκρα κινητή –ή μάλλον ακίνητη, ποιος έχει όρεξη για μετακίνηση όταν ζει το δράμα του; Γράφεις και αναρωτιέσαι, γράφεις και προσπαθείς να βρεις την άκρη, γράφεις γιατί πρέπει να καταλάβεις και δεν ξέρεις άλλον τρόπο. Μπορεί βέβαια να γράφεις και γιατί έχεις πολλά νεύρα ή πολλά κέφια, είναι τα κείμενα τα λίγο πιο ώρα για παραλία, πιο χαλαρά και καθημερινά, τα νεύρα και τα κέφια φαινόμενο κοινό τις πάσοι βλέπεις και εύκολα σε καταβροχθίζουν.

Γράφεις όταν είσαι μόνος, μπορεί να γράφεις και ενώ είσαι με παρέα –κι ας μην το καταλαβαίνει κανείς-, γράφεις σε χαρτιά αλλά μετά δεν μπορείς να βγάλεις με τίποτα τα γράμματά σου για αυτό και γράφεις σε υπολογιστή με μουσική υπόκρουση. Γράφεις στο σπίτι, βολεμένη στη γωνιά σου, αλλά σ’αρέσει να γράφεις και έξω για να ‘κλέβεις’ ιδέες, πρόσωπα και ατάκες από το περιβάλλον.

Ακούς τους φίλους και τους γνωστούς να ξεδιπλώνουν τον ψυχισμό τους, να εκμυστηρεύονται τα προβλήματά τους, να αποκαλύπτουν τους προβληματισμούς τους, κι εσύ πλάθεις χαρακτήρες, χτίζεις ιστορίες, χαράζεις τις καταλήξεις τους ανεξάρτητα από το τι σκέφτονται ή έχουν σκοπό να πράξουν. Εκείνοι χαίρονται για το υπομονετικό αυτί που βρήκαν στο πρόσωπό σου κι εσύ διαλέγεις ονόματα προσώπων, όχι από κακία, όχι από δόλο φυσικά, δεν είναι πως δεν είσαι φίλος ή πως δε συμπάσχεις, όμως δεν έχεις άλλο τρόπο να επικοινωνείς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για απαντήσεις. Εδώ εκθέτεις τα δικά σου σώψυχα, βγάζεις τις δικές σου ανασφάλειες φόρα παρτίδα, στους άλλους θα κολλήσουμε;

Γράφεις μάλλον από πάντα. Ίσως στην αρχή, στην πολύ αρχή, να μην έγραφες, να έλεγες όμως ιστορίες δικές σου, να μετέφερες όσα ξέρεις με μικρές προσθήκες που θα νοστίμιζαν τη διήγηση, θα δημιουργούσαν λίγη ένταση και ενδιαφέρον παραπάνω. Απ’όταν όμως αρχίσεις να γράφεις δε θες πια να λες ιστορίες με τη φωνή σου. Γιατί τα χέρια σου ξέρουν να τις πουν καλύτερα.

Και τώρα βρήκες ένα βήμα για να μοιραστείς όσα γράφεις.

Ε ρε γλέντια.  

Χριστίνα Ζαχαράκη

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook