Αχιλλέας και Άννα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

“Μπορείς να πάρεις άδεια την Δευτέρα και να βρεις κάποιον για τα παιδιά;”
Το μήνυμα περίμενε μετέωρο για κάμποσες ώρες μέχρι να το δει η Άννα…

“Μπορώ!”
“Σου κλείνω ΤΩΡΑ εισιτήρια! Stay tuned”

——–

Η Άννα γνώρισε τον Αχιλλέα από λάθος. Δώδεκα χρόνια πριν τα 40 της και εκείνος 3 μετά. Ένα λάθος γράμμα σε μια διεύθυνση μέηλ ήταν αρκετό για να διαβάσει ο ίδιος όλη της την θλίψη και να θέλει απελπισμένα να τη γνωρίσει. Και της απάντησε… με δύο εισιτήρια για το Λονδίνο όπου θα ήταν για ένα συνέδριο ένα μήνα μετά. Και όλον εκείνο τον μήνα μιλούσαν κάθε μέρα, όλη μέρα… Στο msn. Και ακολούθησαν πολλά εισιτήρια από τότε… Πότε στο Άμστερνταμ, πότε στη Μαδρίτη, πότε εντός Ελλάδος… Και βρέθηκαν κάμποσες φορές όπου η Άννα ξεγύμνωνε σώμα και ψυχή ώστε ο Αχιλλέας να θεραπεύσει τις πληγές της. Και τις θεράπευε. Κοντά του σαν ήταν, δεν υπήρχε κανένα σύννεφο θλίψης πάνω της. Αισθανόταν δυνατή και ικανή για τα πάντα. Και μοναδικά όμορφη. Χρόνια είχε να νιώσει όμορφη κι ας ήταν τελικά.

Σαν τον άφηνε, περίμενε το επόμενο “μπλινκ” με ημερομηνία και προορισμό. Και ήταν πάντα σύντομο. Και κάθε φορά πιο μαγικό από την προηγούμενη. Και αυτό κράτησε για μισό χρόνο. Μισό μαγικό χρόνο γεμάτο έρωτα, λόγια αγάπης, μοιράσματα ζωής και υποσχέσεις που δεν θα μπορούσαν να κρατηθούν και ας το ήξεραν και οι δυο. Είχαν τόσο διαφορετικές ζωές. Καμία σημασία όμως δεν είχε. Για κανέναν τους. Τους αρκούσε να είναι η παρένθεση που άλλαζε ολόκληρο το νόημα της παραγράφου.


“Αννάκι.. Θέλω να σου πω κάτι.. Κάτι που δεν ξέρεις και κάτι που δεν αλλάζει..”

Η καρδιά της Άννας άρχισε να χτυπά δυνατά και το στομάχι της να σφίγγεται. Το στομάχι της δεν την έβγαζε ποτέ λάθος. Όποτε σφιγγόταν την περίμενε κάτι άσχημο.

“Την ερχόμενη Κυριακή παντρεύομαι. Είμαι εδώ και 4 χρόνια με τη Βασιλική. Είναι έγκυος.. θα μπορούσαμε να κάνουμε πολλά μαζί ομορφιά μου. Δυστυχώς είναι πέραν των δυνάμεων μου. Δεν περίμενα ότι θα φτάναμε ως εδώ. Ούτε και ότι θα ένιωθα τόσα, όμως…”

Η Άννα τον διέκοψε καθώς τινάχτηκε από πάνω του σαν να την είχε χτυπήσει ρεύμα.
“Αχιλλέα ΠΟΝΑΩ! Πονάω πολύ!” Μόνο αυτό του ψέλλισε κλαίγοντας ενώ είχε σφίξει μια μπουνιά πάνω στο γυμνό της στήθος.

Άρχισε να ντύνεται βιαστικά και να μαζεύει τα πράγματά της. Δεν ήθελε να ξέρει τίποτα. Δεν ήθελε να μάθει τίποτα. Ούτε και να ρωτήσει. Ήθελε μόνο να φύγει. Να φύγει τρέχοντας. Λίγες ώρες μετά βρίσκεται στην αγκαλιά της μικρής της αδερφής. Δεν έχει δύναμη να μιλήσει και ψιθυρίζει μόνο τις λέξεις “Πονάει όλο το μέσα μου, Νεφέλη”.
Την επόμενη ψήνεται στον πυρετό. Το σώμα της ανέλαβε τον πόνο της ψυχής της και τον σωματοποίησε.
“Βρογχοπνευμονία” είπε ο γιατρός “Θέλει προσοχή… Πως την πάτησες έτσι;” και της έγραψε μια σακούλα φάρμακα…

Χάθηκαν. Βρέθηκαν κάμποσα χρόνια μετά, μέσα στην ίδια λάθος διεύθυνση του μέηλ. Με παιδιά σχεδόν ίδιων ηλικιών και πάντα την ίδια πικρή γεύση στο στόμα και των δύο όταν έβλεπαν το νικνέημ του άλλου. Με πάντα το ίδιο πικρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα πρόσωπα τους και πάντα την ίδια θλίψη στα μάτια του καθένα τους στη σκέψη του άλλου. Κομπάρσοι στις ίδιες τους τις ζωές με επιτυχία μόνο στα εργασιακά τους. Υπέροχοι γονείς μα άθλιοι σύντροφοι. Μόνοι και θεατές της ζωής και του χρόνου να περνά, με άγνωστη την αναμονή πάνω στον χρονικό ορίζοντα. Χωρίς σκοπό πέραν από την ίδια και απλά άγνωστη “αναμονή”.

Η Άννα με μόνιμη τη θλίψη στα συννεφιασμένα της μάτια, να φοράει μια χαμογελαστή μάσκα που αν της απομόνωνε κανείς τα μάτια θα έβλεπε μόνο πόνο. Μέχρι που μια μέρα το έκανε μόνη της. Απομόνωσε τα μάτια της από το φωτεινό της χαμόγελο και τα μάτια της δεν γελούσαν. Ίσα ίσα. Έδειχναν να πονούν τόσο ματωμένα πολύ…

Και απλά και πάλι ντύθηκε κι έφυγε. Σχεδόν τρέχοντας πάλι. Ένιωθε ότι έπρεπε να σωθεί. Και σιγά σιγά στον δρόμο άρχισε να μαζεύει τα πεταμένα της. Αυτά που η ίδια είχε πετάξει, αλλά τελικά της ήταν αναγκαία. Εκείνα τα πεταμένα που της έδιναν σκοπό, που την έκαναν να χαμογελά με τα μάτια της ξανά, που την έκαναν καλύτερη μαμά, φίλη, αδερφή. Που την έκαναν ξανά μια όμορφη γυναίκα λίγο πριν τα 40… Μόνη πια…

Ο Αχιλλέας, το ίδιο μόνος. 11 χώρες μακριά πια να κοντεύει τα 55 και να διαπρέπει σε ότι κάνει. Σχεδόν ολότελα γκρίζος πια, να μαζεύει τα δικά του πεταμένα και να προσπαθεί να ξαναφτιάξει ζωή από αυτά.

———

“Μπορείς να πάρεις άδεια την Δευτέρα και να βρεις κάποιον για τα παιδιά;”
Το μήνυμα περίμενε μετέωρο για κάμποσες ώρες μέχρι να το δει η Άννα…
“Μπορώ!”
“Σου κλείνω ΤΩΡΑ εισιτήρια! Stay tuned”

 

Άννα

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook