Αόρατοι Άνθρωποι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Αν η ιστορία με τον κορωνοϊό  στην Ελλάδα μας δίδαξε κάτι, αυτό είναι ότι οι περισσότερες  δημόσιες δομές (αν όχι όλες) στον τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης είναι κατ’ ελάχιστον ανεπαρκείς.  Και πριν προδικάσετε τις σκέψεις μου, σας λέω από τώρα κρατήστε τη λέξη «δομές» και όχι τους ανθρώπους που εργάζονται μέσα σε αυτές!

Τι έγινε λοιπόν όλο αυτό το διάστημα; Τι μας ζητήθηκε να κάνουμε ως υπεύθυνοι πολίτες μίας υποτιθέμενα αναπτυσσόμενης ευρωπαϊκής χώρας, του καλού δυτικού κόσμου;  Μας ζητήθηκε να προφυλάξουμε το πολυτιμότερο αγαθό όλων! Τη δημόσια υγεία. Δηλαδή, με απλά λογάκια, τη δική μας υγεία, της γιαγιάς μας, του παιδιού μας, του γιατρού μας και του περιπτερά μας. Και το κάναμε χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί αν κάτι είναι ριζωμένο καλά στην ελληνική κουλτούρα, είναι φράσεις όπως «υγεία να έχουμε και όλα θα πάνε καλά» ή «όποιος έχει την υγειά του δε φοβάται τίποτα»! Ακόμη και στα ευχολόγιά μας γράφουμε για υγεία και όταν τσουγκρίζουμε πάλι τα ποτήρια μας φωνάζουμε δυνατά στα διάσημα τραπεζώματά μας «στην υγειά μας»!

Και όλα πήγαν καλά, για τη φάση αυτή τουλάχιστον, συγκριτικά με άλλες χώρες και δικαίως είμαστε υπερήφανοι για όλο αυτό!

Δύο μήνες σχεδόν «κάτσαμε» σαν οικογένεια έγκλειστη, εγώ εργαζόμενη από το σπίτι με παρέα τα τρία μου παιδιά, ενώ ο σύζυγος κανονικά στο πόστο του με μόνη δική μου ανάσα κάποιες μέρες άδειας ειδικού σκοπού που μπόρεσε να πάρει. Και νομίζω λίγο – πολύ όλοι έτσι πράξαμε, αν μη τι άλλο όσοι είχαμε την ευχέρεια να το πράξουμε! Βγαίνοντας λοιπόν δειλά – δειλά από την καραντίνα προσπάθησα να εναρμονιστώ στο νέο τρόπο ζωής όπου πρέπει να κρατούνται οι αποστάσεις ασφαλείας, να πλένονται σχολαστικά τα χέρια, να εφαρμόζεται σωστά η μάσκα σε μύτη και στόμα σε κλειστούς χώρους όπου υπάρχει συγχρωτισμός και άλλα πολλά που πρέπει να γίνουν προς αποφυγή της μετάδοσης του ιού.

Κι άρχισε να επιστρέφει στη ζωή μας η κανονικότητα. Με φόβο ίσως αλλά σίγουρα με πολύ ενθουσιασμό και ελπίδα. Άνοιξαν κομμωτήρια, νυχάδικα, μαγαζάκια, επιχειρήσεις μικρές και μεγάλες. Άρχισε λίγο πολύ ο κόσμος να κυκλοφορεί. Έπιασε και ζέστη γέμισαν και οι πλατείες τα πάρκα και τα γηπεδάκια. Άνοιξαν και τα σχολεία για τα μεγάλα παιδιά και τώρα συζητιέται και για τα μικρότερα. Και όλοι οι γονείς, ειδικά των μικρότερων παιδιών, που μέχρι χθες έμοιαζαν με ωρολογιακή βόμβα, αυτές τις μέρες συζητούν και τσακώνονται στο τι πρέπει να κάνουν. Να τα στείλουμε τώρα για δεκαπέντε μέρες; Τι νόημα θα έχει; Πως θα φορέσουν τη μάσκα τόσες ώρες; Πόσο αντισηπτικό θα χρησιμοποιήσουν; Δεν είναι επικίνδυνο τόσα χημικά; Και πόσοι ψυχολόγοι θα χρειαστούν για τα παιδιά αυτά αν εφαρμόσουν τα μέτρα που προτείνουν οι ειδικοί για δεκαπέντε μέρες;  Κάτι που βέβαια μπορούμε πράγματι να το αποφύγουμε αν θέλουμε τώρα, αλλά που σίγουρα δε θα το αποφύγουμε το Σεπτέμβριο γιατί σε τρείς περίπου μήνες τίποτα δε θα έχει αλλάξει. Αν έχουμε την οικονομική δυνατότητα να κάνουμε homeschooling σίγουρα μπορούμε να γλιτώσουμε το θέμα μάσκα – αντισηπτικό αλλά τον ψυχολόγο όχι.

Θα μου πεις λοιπόν, ωραία, και εσύ μάνα μας είπες ότι είσαι, πες και εσύ  τι θα κάνεις με τα παιδιά σου; Θα σας πω λοιπό ότι ναί τα δύο θα τα στείλω σχολείο εφόσον μου λένε ότι τώρα μπορούνε να πάνε και θα ακολουθήσω τους κανόνες. Και θα ελπίσω με φόβο ότι θα πάνε όλα καλά.

Ναι, αλλά είπα ότι έχουμε  τρία παιδιά. Έλα ρωτήστε με πάλι το τρίτο το παιδί θα το στείλεις σχολείο; Θα το στείλεις δραστηριότητες; Θα πάει να παίξει στην πλατεία; Θα δει τους φίλους του; Τι συμβαίνει με αυτό το παιδί τελικά;

Ανεπαρκές κράτος πρόνοιας σημαίνει ανύπαρκτες δομές υγείας και παιδείας, σημαίνει και φυσικά αδιάφοροι συνάνθρωποι. Χωρίς παρεξήγηση.

Τώρα θα ρωτήσω όμως εγώ εσάς! Είναι οι ΑμεΑ άνθρωποι; Έχουν δικαίωμα σε ποιοτική ζωή; Ναι μα θα μου πείτε εμείς όλοι οι υπόλοιποι κάναμε αυτά που κάναμε δύο μήνες πριν για να προστατέψουμε και αυτούς. Δε φτάνει;

Όχι δε φτάνει! Γιατί οι ΑμεΑ, μαζί και το τρίτο παιδί μου, εξακολουθούν να ζουν στη καραντίνα του Μαρτίου και μαζί τους και όλοι οι άνθρωποι που ζουν μαζί τους και τους φροντίζουν. Τα σχολεία για ΑμεΑ παιδιά κλειστά και ούτε λόγος για άνοιγμα, οι δραστηριότητες  ΚΔΑΠ-ΜΕΑ κλειστές. Στις πλατείες δεν μπορούμε να παίξουμε, οι πισίνες είναι ακόμη κλειστές και τα κέντρα διημέρευσης, κλειστά. Στο δρόμο να περπατήσουμε, δυσκολευόμαστε μιας και ή δε θα υπάρχουν ράμπες ή θα έχουν παρκάρει πάνω τους. Μέχρι και η Πλάζ που υπήρχε στο ΠΙΚΠΑ Βούλας όπου μπορούσαν να πάνε οι άνθρωποι και να αισθανθούν λίγο πιο οικεία μιας και δε θα έχουν τα αδιάκριτα βλέμματα σας πάνω τους, κλειστή. Μόνο τα θεραπευτήρια άρχισαν να λειτουργούν πιο εντατικά και αυτά με φόβο Θεού στην κυριολεξία και με μεγάλο αγώνα να κρατηθούν τα μέτρα ασφαλείας.  Με άλλα λόγια τρώμε πόρτα παντού.

Όταν λοιπόν όλοι οι υπόλοιποι γονείς επιστρέφουν στις δουλειές τους και έχουν να διαχειριστούν μόνο το σχολικό άνοιγμα των δεκαπέντε ημερών εγώ πρέπει να διαχειριστώ πως θα πάω αρχικά στη δουλειά! Που θα αφήσω το παιδί; Ποιος θα το φροντίσει; Το τελευταίο καιρό έχει κουραστεί όλη μέρα αμαξίδιο και ξάπλα, γκρινιάζει και ουρλιάζει γιατί βαριέται και ίσως πονάει. Θέλει να είμαι δίπλα της για να βλέπει το ίδιο βίντεο στο youtube όλη μέρα με μόνη της διέξοδο στην κανονικότητα μία απογευματινή βόλτα στο πάρκο και αυτή με μεγάλη δυσκολία (γιατί, είπαμε, ράμπες!!!!).

Όμως ξέρετε κάτι; Όλα τα παραπάνω προβλήματα τα είχα και το Φεβρουάριο και το Δεκέμβριο και θα τα έχω ξανά σίγουρα το Σεπτέμβριο. Γιατί όχι οι ΑμεΑ σε αυτή τη χώρα δεν είναι άνθρωποι. Ενώ οι φροντιστές τους είναι σίγουρα καταδικασμένοι σε μόνιμη “καραντίνα”. Με το ζόρι υπάρχουν δομές φύλαξης ή διημέρευσης ή δημιουργικής απασχόλησης για όλες τις ηλικίες όπου οι περισσότερες είναι ακατάλληλες και οι άνθρωποι που εργάζονται ελαχιστότατοι, και τους οποίους τους ευγνωμονούμε. Και φυσικά μόνο στις μεγαλουπόλεις, γιατί στην επαρχία δεν υπάρχει ούτε ράμπα. Και όταν υπάρχει είναι η εξαίρεση του κανόνα και πιθανότατα κάποια πρωτοβουλία γονέων ή ευαισθητοποιημένου τοπικού άρχοντα. Αλλά μέχρι εκεί, γιατί η πολιτεία και το κράτος είναι κουφοί ,βουβοί και τυφλοί κατ’ επιλογή εδώ και χρόνια.

Έχουμε μάθει σα γονείς παιδιών με αναπηρίες να ζούμε τη καραντίνα που ζήσατε για δύο μήνες ως καθημερινότητα. Κλείνοντας και μη έχοντας την οποιαδήποτε διέξοδο σε  ποιοτική ζωή και μετατρέποντας την ήδη δύσκολη καθημερινότητά μας σε “κωσταλέξι” οδηγούμαστε με μαθηματικό μοντέλο σε αφανισμό.

Είμαστε ήδη κουρασμένοι να είμαστε αόρατοι, παραμένουμε όμως ακόμη άνθρωποι, για αυτό κάντε κάτι όχι για σήμερα, όχι για λίγο να περάσει η μπόρα, αλλά για πάντα.

Μη ξεχαστούμε ξανά!

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook