Καθώς έβλεπα μία ταινία και σε μια σκηνή ήταν ένας πατέρας ο οποίος χάιδευε στοργικά το παιδί του και το παρηγορούσε, μου ήρθε στο μυαλό μία φράση: «Α ρε πατέρα!»

Βλέπετε, οι γονείς μου χώρισαν όταν εγώ ήμουν περίπου δύο χρονών, επομένως δεν έχω μνήμες από την κοινή μας ζωή. Ενώ λοιπόν η σχέση τους ήταν καλή, αυτό που λέμε πολιτισμένη δηλαδή, εγώ θα έλεγα ότι δεν είχα καλή σχέση με τον πατέρα μου. Όχι γιατί ήταν κακή η σχέση μας, ούτε γιατί μου έκανε κάτι κακό. Περισσότερο γιατί δεν μου έκανε αυτά που κάνει ένας πατέρας σε ένα παιδί. Συναντιόμασταν και με έπαιρνε κάποια σαββατοκύριακα, απλά δεν ήταν πολύ συχνή η επαφή μας, διότι μέναμε σε διαφορετικές πόλεις. Οι συναντήσεις μας είχαν περισσότερο τυπικό χαρακτήρα και παρόλο που ήταν κοινωνικός, πρόσχαρος, φιλικός σαν άνθρωπος, δυστυχώς δεν αναπτύξαμε μια σχέση γονέα – παιδιού. Δεν κοιμηθήκαμε μαζί στο ίδιο σπίτι, ώστε να ξυπνήσουμε μαζί και να πάρουμε το πρωινό μας. Δεν ήμασταν ποτέ μαζί όταν εγώ ήμουν άρρωστη ή θυμωμένη με κάποια φίλη μου. Δεν τσακωθήκαμε ποτέ. Δεν έκλαψα ποτέ μπροστά του. Δε συζητήσαμε ποτέ για τις αγωνίες μου και τα προβλήματά μου. Δεν τον άκουσα ποτέ να μου φωνάζει ή να μου απαγορεύει να μείνω έξω έως αργά. Πόσο πολύ μου έλειπαν όλα αυτά! Περίμενα όμως. Περίμενα ότι κάτι θα άλλαζε όταν θα μεγάλωνα. Σκεφτόμουν πως αν συναντιόμασταν ως ενήλικες και αρχίζαμε να κάνουμε παρέα, ίσως να μπορούσε να δημιουργηθεί μια σχέση, η οποία θα ξεκινούσε σαν φιλική και ίσως κατέληγε συγγενική.

Αλλά ρε γαμώτο, αρρώστησες! Ήρθε ο καρκίνος και διέλυσε όλες τις ελπίδες μου. Ήμουν γύρω στα 20 κι εσύ ούτε 50. Και μόνο τότε, μια μέρα που ήσουν στο νοσοκομείο και έκανες χημειοθεραπεία, καθώς είχα σκύψει στο κρεβάτι σου, μου χάιδεψες την πλάτη και μου είπες πως όλα τα ζωντανά όταν τα χαϊδεύεις στην πλάτη ηρεμούν. Ημερεύουν. Και η αλήθεια είναι πως ένιωσα να ημερεύω κι εγώ. Αλλά ήταν λίγο. Ήθελα κι άλλο. Τώρα έχω μόνο αυτό να θυμάμαι. Μόνο τα συναισθήματα που πρόλαβαν να ημερέψουν εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή, σε ένα δημόσιο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας σου.

Έχουν περάσει κοντά 20 χρόνια από τότε. Όταν σε έχασα ήμουν νεαρή κοπέλα και τώρα είμαι ολόκληρη γυναίκα, όμως δεν έχω πάψει να πονάω. Έχω πολλές πληγές, όμως αυτή η πληγή νομίζω πως με πονάει πιο πολύ από όλες. Και για πολλά χρόνια έκανα πως δεν υπάρχει. Σκεφτόμουν πως αφού δε ζεις, δεν έχει νόημα να το σκέφτομαι. Αλλά το σκέφτομαι. Και πονάω. Και όταν βλέπω μία ταινία που ένας πατέρας παρηγορεί το παιδί του σκέφτομαι: «Α ρε πατέρα! Πόσα μπορούσες να είχες κάνει διαφορετικά και δεν τα έκανες. Πόσα χάσαμε μόνο και μόνο γιατί νομίζαμε ότι έχουμε χρόνο!»

Και τώρα έχω απομείνει μόνο με ένα χάδι. Μόνο με αυτό και το παράπονο. Και ενώ κάποιες φορές σκέφτομαι ότι έχω τουλάχιστον κάτι να θυμάμαι, κάποιες άλλες θυμώνω και θέλω να είχα πολλά χάδια και πολλές στιγμές μαζί σου, καλές και κακές, αγάπες και μαλώματα, πυρετούς και κλάματα, τα θέλω όλα!
Α ρε πατέρα!

Μ.Σ