Σημαδεύω με το φακό της καινούργιας μου φωτογραφικής μηχανής. Ο ευρυγώνιος είναι λένε ο φακός του θάρρους. Πρέπει να πλησιάσεις τόσο πολύ το θέμα σου. Θέλει κότσια μερικές φορές για να τον χρησιμοποιήσεις. Ειδικά για σκηνές που βρίσκονται στο δρόμο. Φαίνεται σωστή η λήψη από αυτή την απόσταση. Ρυθμίζω κατάλληλα και η μηχανή εστιάζει πάνω του. Τα χέρια του, την μακριά κόμη του, τα απεριποίητα γένια του. Με τον ευρυγώνιο τα αντικείμενα απομακρύνονται κι έτσι ο φακός μπορεί να συλλαμβάνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να αντιληφθείς με μια ματιά.

Κοιτάζω τώρα ανάμεσα από τις γρίλιες, με την άκρη του ματιού μου. Έχουμε απόσταση περίπου 20 μέτρα ο ένας από τον άλλον, αλλά εγώ προσέχω πάντα μήπως με δει που τον φωτογραφίζω. Κλικ… λίγο πιο κοντά, έτσι… κλικ 30 καρέ. Κλείνω το ελεύθερο μου μάτι, σημαδεύω και κλικ, κλικ. Έχω το υλικό που χρειάζομαι. Μμμ… για να δω, φαίνονται μια χαρά οι λεπτομέρειες. Τις μεταφέρω στον υπολογιστή για επεξεργασία και τις μετατρέπω σε ασπρόμαυρες, για να τονίζονται οι σκιές και οι αντιθέσεις. Νομίζω ότι είναι εντάξει. Το αισθητικό αποτέλεσμα μου αρέσει, αυτή η οπτική γωνία δημιουργεί ένα έντονα δραματικό αποτέλεσμα και μια απίστευτη αίσθηση βάθους. Εκείνος ο άστεγος δίνει ένα συναίσθημα στην εικόνα που «μιλάει από μόνη της». Αισθάνομαι σχεδόν ευγνώμων που βρήκα έμπνευση και θέμα. Που βρήκα «αυτόν».

Τον είδα για πρώτη φορά πριν από περίπου δύο εβδομάδες, να κάθεται στο πεζούλι απέναντι από την πολυκατοικία που μένω. Βρισκόταν πάνω σε ένα στρώμα από κούτες και εφημερίδες, κάτω από το υπόστεγο, μεταξύ δύο ερειπωμένων καταστημάτων. Μαζί του έχει κάτι κουβέρτες και κουρέλια, υποθέτω και τα μοναδικά του πράγματα. Ένας μπόγος άτακτος και βρώμικος, χαρχάλευε τις σακούλες που είχε μαζέψει από τα σκουπίδια. Τον προσπέρασα βιαστικά, όπως άλλωστε κάνω με όλους αυτούς τους επαίτες. Ως συνήθως είδα και το χαρακτηριστικό χάρτινο ποτήρι με λίγα σεντ μέσα, που ήταν αφημένο δίπλα του και στο λαιμό του κρεμασμένο ένα χαρτόνι με κακά ελληνικά και πρόχειρο γραφικό χαρακτήρα.

Δεν είδα τι έλεγε. Τις ώρες που κάθομαι στο σπίτι συνηθίζω να ρίχνω κρυφές ματιές από το παράθυρο της κουζίνας. Συχνά πάλι όταν κάνω τσιγάρο, ανοίγω λίγο το παράθυρο και του στέλνω μικρά δαχτυλίδια καπνού, ή όταν ετοιμάζομαι για την δουλειά τα πρωινά τρώγοντας βιαστικά, χαζεύω συχνά έξω τους περαστικούς, τα περιστέρια που τσιμπολογάνε τριγύρω, εκείνον που κοιμάται.

Πριν λίγες μέρες σχόλασα από την δουλειά πιο νωρίς απ’ ότι συνήθως. Ο άστεγος καθόταν ανακούρκουδα στο «χειροποίητο» στρώμα του, ενώ μασούλαγε ένα κουλούρι. Πέρασα γρήγορα από μπροστά του. Πριν προλάβω να «ξεφύγω» τον άκουσα που μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του. Έκανα πως δεν κατάλαβα και έβαλα γρήγορα το κλειδί στην πόρτα. Δεν γύρισα καν να τον κοιτάξω. Ανέβηκα στο σπίτι και πήγα στο παράθυρο της κουζίνας για να δω. Μηχανικά έβαλα το χέρι στην τσέπη για τα τσιγάρα μου αλλά άφαντα. Φαίνεται πως έπεσαν από την τσέπη μου όπως έψαχνα εναγωνίως για το κλειδί. Όπως τον παρατηρούσα διαπίστωσα πως το πακέτο με τα τσιγάρα βρισκόταν εμπρός του. Άρπαξα γρήγορα τη φωτογραφική μηχανή. Ο άστεγος ετοιμαζόταν κιόλας να ανάψει ένα τσιγάρο. Σκέφτηκα να απαθανατίσω αυτήν τη σκηνή. Εστίασα κοντά το φακό για να φέρω πιο κοντά το «κάδρο». Κρατούσε το τσιγάρο στα χείλη τραβώντας γερές τζούρες, βαθιά μέσα στα πνευμόνια του. Σαν να εξαρτιόταν η ζωή του από κάθε εισπνοή, την κρατούσε για λίγα δευτερόλεπτα ενώ ο φωτογραφικός μου φακός συλλάμβανε τον καπνό να βγαίνει από αυτιά και μύτη. Το άσπρο σύννεφο σχεδόν τον κύκλωνε και εγώ ήμουν χαρούμενος που είχα άλλη μια καλή φωτογραφία.

Τολμώ να πω πως μου έφτιαξε τη δύσκολη μέρα που είχα στο γραφείο. Κλείνουμε τον καθιερωμένο ισολογισμό και κάθομαι ως αργά τώρα τελευταία. Όμως ευτυχώς προλαβαίνω να πηγαίνω στα σεμινάρια φωτογραφίας 2 φορές την εβδομάδα, οπότε και ξεφεύγω λίγο από την καθημερινότητα.

Προχτές, όπως περνούσα για να πάω σπίτι, μου ξαναμίλησε. Ούτε τώρα του έδωσα σημασία. Μόνο που αυτή τη φορά, λίγο πριν κλείσω την πόρτα, γύρισα το βλέμμα προς το μέρος του μόνο για λίγο και τότε οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Περίεργο σκέφτηκα. Τον γνωρίζω από κάθε πιθανή λήψη και όμως τη ματιά του πρώτη φορά τη συναντώ. Νομίζω πως κατά κάποιο τρόπο στοιχειώθηκα. Δεν σταματούσα να τα σκέφτομαι, να τα βλέπω ξανά και ξανά εμπρός μου. Εχτές δεν μάζεψα «υλικό» για τα σεμινάρια, δεν έκανα διάλειμμα μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας, μήπως και βρεθώ με εκείνο το επίμονο βλέμμα του στραμμένο προς εμένα. Προσπάθησα να διώξω τις περίεργες σκέψεις για να μπορέσω να κοιμηθώ.

Το πρωί ένιωσα πως ξύπνησα με ένα βλέμμα καρφωμένο πάνω μου. Ενώ ετοιμαζόμουν για τη δουλειά, κοιτούσα τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει όλες αυτές τις μέρες. Τον άστεγο να κάθεται, να κοιμάται, να καπνίζει, να ψαχουλεύει τα πράγματά του, να τρώει. Τίποτα περίεργο, τίποτα το διαφορετικό. Βγαίνοντας από την πολυκατοικία είχα το κεφάλι μου σκυφτό και δεν τον είδα που ερχόταν προς το μέρος μου. Μοιραία έπεσα πάνω του και για δευτερόλεπτα νομίζω ότι τα έχασα και έκανα έναν ελιγμό για να φύγω, αλλά εκείνη τη στιγμή μου μίλησε για ακόμα μια φορά. Δεν μπορούσα να προσποιηθώ ότι δεν άκουσα, δεν μπορούσα να πω ότι δεν τον είδα, δεν μπορούσα να τον αποφύγω. Ήμουν εκεί. Εγώ και αυτός. Κανένας φακός ανάμεσά μας. Καμία απόσταση. Καμία δικαιολογία. Κοντοστάθηκα για λίγο. Από υποτυπώδη ευγένεια ίσως.

Είπε «με συγχωρείς…». Ξαφνιάστηκα.

«Όχι εγώ φταίω…».

Τον κοίταξα στα μάτια που κοιτούσαν σε κενό. Και τότε το κατάλαβα. Αυτός ο άνθρωπος είναι τυφλός. Ένα ρίγος με διαπέρασε. Πρόσεξα για πρώτη φορά το χαρτόνι που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του. Ήταν γραμμένο «είμαι τυφλός, μία βοήθεια…»

Μετά από αυτό, τον βοήθησα, του έδωσα κουβέρτες, του πήγαινα κάθε μέρα ζεστό φαγητό, του έδωσα σαπούνι να πλυθεί και σας ορκίζομαι δεν τον ξαναέβγαλα καμία φωτογραφία, κανένα κλικ γι’ αυτόν. Τώρα το κλικ, έγινε μέσα μου.

 

Αρμαντίλλο