Δεν μπορούσε να το αντέξει άλλο. Ένα χρόνο τώρα, στο τέλος κάθε παράστασης, όταν όλα τα φώτα έσβηναν και το θέατρο άδειαζε, αυτός, την χάζευε. Ένα χρόνο πίσω από μια σκηνή. Σαν φάντασμα. Σαν κάτι αόρατο και άυλο. Κάθε βράδυ ένα διαφορετικό σημείωμα, μια μικρή ερωτική εξομολόγηση.

Μετά από κάθε υπόκλιση, όταν η αυλαία έπεφτε, αυτή, παρέμενε για ένα τελευταίο χορό. Μέσα στο κατακόκκινο φόρεμα της, που σαν κύμα έπεφτε και αγκάλιαζε τις καλοσχηματισμένες και λεπτές γάμπες της, πατούσε το play και ξεκινούσε τον χορό. Κινήσεις αέρινες, μεθυστικές, ερωτικές. Εκείνα τα έξι λεπτά που εκείνη χόρευε, αυτός, έκλεινε τα μάτια και χόρευε μαζί της, τον δικό τους χορό. Έβλεπε τα μάτια της, τα εύθραυστα χεράκια της, το κόκκινο κραγιόν της… ένιωθε σχεδόν την ανάσα της στον λαιμό του και ακουμπούσε το σώμα της που λικνίζονταν.

Έδινε την εντύπωση της μοιραίας γυναίκας. Της δυνατής. Αυτής, που μπορούσε να νικήσει κάθε δαίμονα στον διάβα της, κάθε εμπόδιο, που πατούσε γερά στα πόδια της, σαν να είχε καρφιά στα πέλματά της. Αυτής, που μπορούσε να ζήσει με την μοναξιά της και να είναι ευτυχισμένη, που δεν είχε ανάγκη κανέναν να την φροντίζει!

Όμως, όχι. Ο Μιγκέλ ήξερε. Την παρακολουθούσε ένα χρόνο τώρα και ήταν σίγουρος ότι αυτό που φαίνεται δεν είναι στην πραγματικότητα αυτό που είναι. Την ένιωθε τόσο ευάλωτη. Σαν ένα γυάλινο σώμα που σε προειδοποιούσε ότι πλέον δεν μπορεί κανένας να το σπάσει, αφού είχε ήδη σπάσει. Έβλεπε την αγωνιώδη προσπάθειά της να κολλήσει τα γυαλιά τόσο καλά ώστε να μην είναι διακριτός ο πόνος από κανέναν. Ο Μιγκέλ όμως την ξεγύμνωσε. Την ήξερε. Την ένιωθε.

Δεν ξέρει γιατί και πώς ξεκίνησε να γράφει αυτά τα σημειώματα. Τα άφηνε κάτω από την μπιζουτιέρα της και περίμενε υπομονετικά να δει την αντίδραση της. Πάντα η ίδια. Ένα χρόνο τώρα. Αμήχανη και αδιάφορη, έσκιζε κάθε σημείωμα.

Στο προτελευταίο σημείωμα όμως, κάτι άλλαξε. Της είχε γράψει τους στίχους από ένα τραγούδι. Το αγαπημένο του τραγούδι.

“Μιας αγάπης είν’ ιστορία,
χωρίς ίση άλλη καμία,
που μ’ έκανε ν’ αντιληφθώ,
ό,τι καλό κι ό,τι κακό.
Που στη ζωή μου έχυσε φως,
για να το πάρει δυστυχώς.
Αχ! Τι σκοτάδι ειν’ αυτό,
χωρίς την αγάπη σου δε ζω.”

Είδε τα μάτια της να πνίγονται από δάκρυα. Τα άφηνε να κυλούν και να πέφτουν σαν στάλες φθινοπωρινής βροχής πάνω στο φόρεμά της. Κι αυτός, πίσω απ’ τα φουστάνια της, γνώριζε ήδη τι θα της γράψει στο επόμενο σημείωμα.

“Σε περιμένω απόψε στις 12, μετά τον τελευταίο σου χορό, στο μπαρ… εκεί που πίνεις το αγαπημένο σου κόκκινο κρασί.”

Δέκα η ώρα. Πήρε το σημείωμα και το παράχωσε στην τσάντα της. Φάνηκε να βιάζεται σήμερα. Ανέβηκε στην σκηνή αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει τον χορό της. Άλλαξε, πήρε τα κλειδιά της και μπήκε στο αυτοκίνητο. Δευτερόλεπτα αργότερα την ακολούθησε και ο Μιγκέλ. Ανέβηκε στην μηχανή του. Η ανυπομονησία του ήταν τόσο μεγάλη. Σχεδόν την έβλεπε μπροστά του, να τρέχει να προλάβει. Έπρεπε να φτάσει πρώτος. Να παραγγείλει το κρασί και να στήσει το σκηνικό. Αποφάσισε, στιγμιαία να την προσπεράσει, αν και καταλάβαινε πόσο ριψοκίνδυνο είναι αυτό σε μια λεωφόρο. Η ταχύτητα υπερβολική, η μηχανή του γλίστρησε και βρέθηκε πάνω στις προστατευτικές μπάρες. Επικρατεί πανικός. Η κίνηση διακόπτεται. Η Μιρέλα αναστατωμένη γι’ αυτό που μόλις είδε κατεβαίνει και τρέχει στο σημείο. Αναγνωρίζει τον Μιγκέλ λιπόθυμο. Αρχίζει να του μιλάει, να τον χτυπάει στο πρόσωπο. Σπαράζει.
“Ξύπνα αγάπη μου, ξύπνα! Γνωρίζω εδώ και καιρό ποιος αφήνει τα γράμματα στην μπιζουτιέρα, ποιος κρύβεται πίσω απ’ την σκηνή και ποιος με περιμένει υπομονετικά ένα χρόνο τώρα! Είναι η σειρά μου Μιγκέλ να σου κάνω ερωτική εξομολόγηση. Σε παρακαλώ, μην με αφήνεις! Ο μόνος λόγος που σε κρατούσα μακριά ήταν γιατί ότι αγαπώ εγώ στο τέλος χάνεται! Δεν ήθελα να χάσω κι εσένα. Δεν θα το επέτρεπα! Μα, τώρα, τώρα, ήμουν αποφασισμένη ότι θα το ζούσα! Ξύπνα Μιγκέλ μου, σε παρακαλώ!”

Η αστυνομία και το ασθενοφόρο έφτασαν στο σημείο. Τον έβαλαν με προσοχή στο φορείο και τον μετέφεραν στο κοντινό νοσοκομείο.
Η Μιρέλα μπήκε στο αυτοκίνητο και ακολούθησε.

Τα λεπτά, οι ώρες, περνάνε. Βγαίνει ο γιατρός. “Πείτε μου σας παρακαλώ, ζεί;” “Εσείς, ποια είστε;” “Η γυναίκα του” απαντά η Μιρέλα. “Ναι κυρία Σουάρεθ, ζει. Όμως θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η κατάσταση του είναι κρίσιμη. Μπορεί να μην μπορέσει να περπατήσει ξανά, θα γνωρίζουμε σε λίγες μέρες!”
Οι επόμενες μέρες περνάνε βασανιστικά όμως η Μιρέλα αρνείται να τον αφήσει έστω και μια στιγμή μόνο του. Η μόνη στιγμή που φεύγει είναι για να πάει στο εκκλησάκι του νοσοκομείου και να προσευχηθεί.

Μετά, από 10 μέρες, σαν από θαύμα, ο Μιγκέλ ανοίγει τα μάτια του και την αντικρίζει. Έδειχνε να μην την αναγνωρίζει. “Όλα θα τα ξεπεράσουμε μαζί αγάπη μου” του είπε και του χαμογέλασε, “φτάνει που είσαι ζωντανός!”

Ο Μιγκέλ, παρά τις θεραπείες δεν περπάτησε ξανά, μα ούτε απέκτησε την μνήμη του. Η Μιρέλα δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Έμεινε δίπλα του, να του θυμίζει την ζωή του αλλά και την αγάπη που της είχε ακούγοντας το αγαπημένο τους τραγούδι.

 

Ευχαριστώ τον αγαπημένο μου, Γιάννη Ματζαβράκο για την φωτογραφία του, όπου αποτέλεσε και την έμπνευση για το κείμενο αυτό.