Βαρύ φορτίο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Παράξενη που είναι όμως η ζωή… Πώς τα φέρνει έτσι μερικές φορές! Μπερδεύει τα νήματα και πλέκει τις ζωές των ανθρώπων. Χωρίς να το θέλεις, στα ξαφνικά βρίσκεσαι να κρατάς στα χέρια σου απαντήσεις σε ερωτήματα χρόνων. Κρατάς την άκρη από ένα κουβάρι και δεν ξέρεις αν πρέπει να το ξεμπερδέψεις. Μα είναι βαρύ φορτίο τα μυστικά. Κι ευθύνη μεγάλη όταν αφορούν ξένες ζωές.

Μ’ ετούτο το βάρος έζησα σε όλη μου τη ζωή. Καλά έκανα που έμεινα αμέτοχη; Έπρεπε να ‘χα μιλήσει; Είχα το δικαίωμα να αναστατώσω τις ζωές τόσων ανθρώπων; Πώς να πάρω τέτοια ευθύνη; Ήταν καλύτερα να μην ξέρουν; Μα κι αν μάθαιναν την αλήθεια, τι θα κέρδιζαν;
Κι ύστερα, πώς βαστάς όταν ξέρεις ότι κρατάς στα χέρια σου τη δεύτερη ευκαιρία για την οποία προσεύχεται ένας άνθρωπος; Μα φοβάσαι να του τη δώσεις γιατί μπορεί να μετατραπεί σε χαριστική βολή για ‘κείνον.
Ξανά και ξανά τα ίδια ερωτήματα μέσα στο μυαλό μου να με βασανίζουν, να με τρελαίνουν.

Μια παγωμένη νύχτα βρήκε ο Στρατής εκείνο το καλάθι στο κατώφλι του. Ήταν σκοτεινά μα του φάνηκε πως κάτι σάλευε μέσα. Έσκυψε και δεν πίστευε στα μάτια του σαν είδε ένα μωρό να κοιμάται. Αμέσως άνοιξε την πόρτα και το έβαλε μέσα. Φώναξε την Ελένη κι εκείνη έπνιξε μια κραυγή μόλις κατάλαβε. Είχαν ήδη δυο παιδιά.
«Τι δύο, τι τρία παιδιά.» σκέφτηκαν και το κράτησαν κοντά τους. Άλλα χρόνια τότε.
Η Ελένη και ο Στρατής μεγάλωσαν την μικρή Μαρίνα μαζί με τα αγόρια τους σα να ήταν δικό τους παιδί. Δεν την ξεχώρισαν ποτέ. Και τ’ αδέρφια της την αγαπούσαν και την προστάτευαν. Ακόμα κι όταν ξέσπασε εκείνη η καταιγίδα στο σπίτι τους μέσα, με την αποκάλυψη της αλήθειας, μόλις πέρασε η μπόρα και το πρώτο σοκ, για ‘κείνους δεν άλλαξε τίποτα.

Μα η Μαρίνα όταν συλλογιόταν πως την παράτησαν μάτωνε η καρδιά της. Και μετά σκεφτόταν ότι στάθηκε τυχερή που βρήκε αυτή την οικογένεια. Την οικογένειά της. Απλά την πονούσε που δεν ήξερε πώς μοιάζει το πρόσωπο της γυναίκας που την γέννησε. Κι αναρωτιόταν πώς μπορεί μια μάνα να πετάξει έτσι το μωρό της. Πώς; Τι σόι άνθρωπος κάνει κάτι τέτοιο; Κι ύστερα έλεγε πως καλύτερα που δεν την γνώρισε ποτέ, δεν της άξιζε να λέγεται μάνα. Ευχόταν να μη βρεθεί ποτέ στο δρόμο της. Έλεγε κι άλλα, λόγια σκληρά, μα είχε τα δίκια της.
Μία μόνο φορά μου άνοιξε την καρδιά της η μικρή και σφίχτηκε η ψυχή μου! Και δάγκωνα τα χείλη μου κι έσφιγγα τις γροθιές μου. Τι να πω… Πώς να μιλήσω…

Την Ελένη τη γνώριζα απ’ όταν ήμασταν παιδιά. Μετά εγώ έμπλεξα με τα δικά μου και χάθηκα για καιρό. Όταν γύρισα στο χωριό έμαθα ότι ήταν παντρεμένη κι είχε τρία παιδιά. Αργότερα έμαθα την ιστορία της και τα έζησα όλα από κοντά.
Μα είχα ήδη κι εγώ τις δικές μου ιστορίες… Ένα φεγγάρι, πριν ξαναγυρίσω στο χωριό, μπαινόβγαινα στα κρατητήρια. Κακά μπλεξίματα. Τότε γνώρισα την Άννα. Ήμασταν στο ίδιο κελί. Με δάκρυα στα μάτια και φωνή που έτρεμε, μου μίλησε για τη ζωή της. Πικραμένη, μα και πολύ μετανιωμένη. Πόσο πόνο έκρυβε αυτή η γυναίκα μέσα της! Για μια στιγμή… Για μια λάθος απόφαση… Ευχόταν με όλη τη δύναμη της άρρωστης ψυχής της, να μπορούσε να επανορθώσει, να της δώσει ο Θεός μια δεύτερη ευκαιρία… Να μιλήσει, να εξηγήσει. Μα και τι να πει; Λέγονται αυτά τα πράγματα;

Χρόνια ερωτευμένη με τον Ανέστη. Πίστευε πως την αγαπούσε κι εκείνος, έτσι έδειχνε. Παντρεύτηκαν και σύντομα έκαναν ένα παιδί. Ένα κοριτσάκι. Ζούσαν ήσυχα μαζί, όλα έμοιαζαν καλά. Έμοιαζαν. Λίγες βδομάδες μετά που γεννήθηκε το μωρό, η Άννα έπιασε τον Ανέστη στο κρεβάτι τους με μια άλλη. Θόλωσε, έχασε το μυαλό της! Άρπαξε ένα μαχαίρι και όρμηξε κατά πάνω τους σαν θηρίο. Τους έσφαξε και τους δύο, χωρίς δισταγμό.
Ύστερα πήρε το μωρό με το καλάθι και βγήκε στον δρόμο σαν υπνωτισμένη. Ούτε κατάλαβε πόσες ώρες περπατούσε όταν έφτασε σε ένα χωριό.
Στην πρώτη πόρτα που συνάντησε έσκυψε και άφησε το μωρό της, χωρίς να σκέφτεται τίποτα.
Μετά πήγε στην αστυνομία και παραδόθηκε…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest