Κάθε μεσημέρι παραμονής Χριστουγέννων, περνάω μπροστά από ένα συγκεκριμένο βιβλιοπωλείο επιστρέφοντας στο σπίτι. Το έχει ο Λέων, ένας νεαρός Γερμανός, απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Μονάχου και λάτρης των παραμυθιών. Φτάνω συνήθως λίγο πριν κλείσει και μπαίνω μέσα για να διαλέξω βιβλίο.

Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που ο Θείος Χέλμουτ έκλεισε το δικό του βιβλιοπωλείο στο κέντρο της πόλης και συνταξιοδοτήθηκε. Ολόκληρη η πόλη τέτοιες μέρες πήγαινε εκεί για να αγοράσει βιβλία. Τα πιτσιρίκια περίμεναν πως και πως να μπουν μέσα και να αρχίσουν να τριγυρίζουν στους διαδρόμους του βιβλιοπωλείου. Ήταν ένα βιβλιοπωλείο μαγικό, γεμάτο βιβλία στα ξύλινα ράφια του, δύο ξύλινες σκάλες για να φτάνουν ψηλά οι πελάτες, ανεξαρτήτου ηλικίας, και μια γωνιά με ένα ξύλινο σεκρεταίρ, ένα σκαλιστό λαμπατέρ, μια γραφομηχανή και μια καρέκλα όπου καθόταν ο θείος Χέλμουτ και έγραφε τα βράδια, όταν έκλεινε το βιβλιοπωλείο.

Ακόμα θυμάμαι την πρώτη μέρα που με πήγε η θεία Γκρέτελ στο βιβλιοπωλείο, ήταν παραμονή Χριστουγέννων του 1981. Είχα αρχίσει να διαβάζω πλέον κανονικά ό,τι έπεφτε στα χέρια μου. Ήρθε και με πήρε από το διαμέρισμα που μέναμε, σε ένα κτίριο κοντά στο κέντρο της πόλης που από το παράθυρό του φαίνονταν τα ράφια της βιβλιοθήκης του πατέρα μου και τρεις μαριονέτες που κρέμονταν δίπλα στο τζάμι. Στο σπίτι μας, κάθε Κυριακή πρωί μετά την εκκλησία, μαζευόμασταν τα πιτσιρίκια της τάξης μου και η θεία Γκρέτελ καθόταν και μας διάβαζε τα παραμύθια του θείου Χέλμουτ. Κάθε Κυριακή κι ένα διαφορετικό παραμύθι. Η μητέρα μας κερνούσε μπρέτσελ με βούτυρο και τυρί και ζεστό χυμό μήλου με κανέλα. Καθόμασταν σταυροπόδι στο χαλί και ακούγαμε τη θεία να αφηγείται τόσο παραστατικά τα παραμύθια που δεν ακουγόταν ούτε η ανάσα μας. Όταν τελείωνε, φορούσαμε όλοι τα παλτά μας και τα σκουφιά μας και σχηματίζαμε δυάδες για να πάμε να καλημερίσουμε τον θείο Χέλμουτ. Μας περίμενε πίσω από τον γκισέ του βιβλιοπωλείου, πάντα καλοντυμένος και χαμογελαστός και καθώς μπαίναμε μας κερνούσε από ένα καραμελωμένο μήλο τυλιγμένο σε σελοφάν.

«Καλώς τα! Καλώς τα! Καλωσορίσατε! Μα τι χαρούμενα προσωπάκια είναι αυτά; Ακούσατε μήπως κανένα καλό παραμύθι;» μας ρωτούσε σαν να μην ήξερε.
«Εγώ έφαγα ένα πολύ καλό μπρέτσελ και είμαι χαρούμενος!» απαντούσε ο Γιόχαν, ο μικρός μου αδερφός, τρίβοντας την κοιλίτσα του.

Το βιβλιοπωλείο ήταν γεμάτο από βιβλία πάνω σε ξύλινα ράφια. Στη βιτρίνα του είχε ξύλινες μαριονέτες και ένα τρενάκι που γύριζε γύρω-γύρω μέσα σε ένα χιονισμένο τοπίο. Όλα τα παιδιά έτρεχαν κι άρπαζαν από ένα βιβλίο και για καμιά ώρα το φυλλομετρούσαν και αν τους άρεσε πήγαιναν στον θείο Χέλμουτ και του έλεγαν: «Θείε Χέλμουτ, αυτό είναι!» Ο Θείος Χέλμουτ το έπαιρνε το περιεργαζόταν, το μύριζε, έλεγχε την κορδέλα του να μην είναι ξεφτισμένη και μετά το έδινε στο πιτσιρίκι μαζί με ένα στυλό που το χρώμα του θα ταίριαζε με το εξώφυλλο.

«Εμπρός λοιπόν! Αφού το επέλεξες, πρέπει και να το συμπληρώσεις με μια ωραία ευχή. Και μετά θα το τυλίξεις σε ένα ωραίο περιτύλιγμα από εκείνα εκεί στον πάγκο. Εντάξει;» Τα παιδιά μόλις τέλειωναν με το τύλιγμα των βιβλίων τους τα άφηναν στον θείο Χέλμουτ και εκείνος τα έβαζε μέσα σε έναν τεράστιο κατακόκκινο σάκο.

Μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων, κάθε χρόνο, τα παιδιά συγκέντρωναν πάνω από διακόσια βιβλία μικρά και μεγάλα. Την παραμονή, στις δύο το μεσημέρι ακριβώς, η θεία Γκρέτελ με άφηνε στο βιβλιοπωλείο και ο θείος Χέλμουτ κρεμούσε την επιγραφή «ΚΛΕΙΣΤΟΝ» στην πόρτα. Έβγαζε μέσα από το συρτάρι του έναν τεράστιο χάρτη που είχε επάνω μικρά κόκκινα σημαδάκια. Αναστέναζε βαθιά, έκλεινε για λίγο τα μάτια του και δυο δάκρυα κυλούσαν κι έπεφταν στον χάρτη. Και τότε εκεί που ήταν τα σημαδάκια ξεπρόβαλαν παιδικά προσωπάκια, άλλα χαμογελαστά κι άλλα λυπημένα και από κάτω ονόματα. Γιάν, Γκέοργκ, Στέλλα, Μάρκους, Βόλφγκανγκ, Μάγδα, Χίλντα.

«Πόσο πολύ θα ήθελα ένα βράδυ σαν κι αυτό ο χάρτης μου να γεμίσει με χαμογελαστά προσωπάκια. Πόσο πολύ θα ήθελα να έφτανε η χαρά που θα πάρουν τα παιδιά απόψε το βράδυ για όλη τους τη ζωή. Λοιπόν, καλή μου; Τί λες; Ξεκινάμε;» μου έλεγε και ταυτόχρονα μου έδινε ένα γλυκάκι, συνήθως σοκολατένιο. Έβαζα τα γάντια μου και το κασκόλ μου και τον έπιανα σφιχτά από το χέρι.

Κατηφορίζαμε τον δρόμο και σταματούσαμε για λίγο έξω από το ζαχαροπλαστείο του χερ Ζίγκμουντ. Μας άνοιγε την πόρτα με το χρυσαφένιο κουδουνάκι στο κάσωμα και μας έδειχνε έναν πράσινο σκούρο σάκο που ήταν γεμάτος από λεμπκούχεν και άπφελστρούντελ τυλιγμένα σε χρωματιστές ζελατίνες με μικρά φιογκάκια και έβγαζε από το συρτάρι του έναν ακόμα χάρτη. Οι δύο άντρες έσφιγγαν τα χέρια και οι δύο χάρτες γίνονταν ένα. «Μακάρι του χρόνου οι χάρτες να έχουν μόνο χαρούμενα προσωπάκια, Χέλμουτ.» είπε ο κ. Ζίγκμουντ. «Μακάρι, φίλε μου. Μακάρι!» απάντησε ο θείος. Βγήκαμε και οι τρεις από το ζαχαροπλαστείο και τότε ο θείος άνοιξε τον χάρτη. Όπως κάθε χρόνο, από πόρτα σε πόρτα, περάσαμε πρώτα από όλα τα σπίτια που στο χάρτη είχαν ένα θλιμμένο προσωπάκι και στη συνέχεια στα υπόλοιπα. Αφήναμε ένα βιβλίο κι ένα γλυκό και συνεχίζαμε μέχρι να σβήσουν όλα τα σημαδάκια πάνω στον χάρτη . Ξημερώνοντας Χριστούγεννα βρισκόμουν ήδη στο κρεβάτι μου και κοιμόμουν βαθιά.

Φέτος, ο Λέων μόλις με είδε μου έκανε νόημα. «Έλα στη σοφίτα! Βρήκα κάτι που δεν ξέρω τι είναι, αλλά μου έδωσε μια ιδέα!» Τον ακολούθησα και μόλις το κεφάλι μου βγήκε από το άνοιγμα της σκάλας μου έδειξε έναν κόκκινο σάκο. «Ξέρεις τι είναι αυτός ο σάκος;» με ρώτησε. Φυσικά και ήξερα.
«Τι λες, Χίλντα; Θέλεις να δοκιμάσουμε κι εμείς; Μακάρι να καταφέρουμε να κάνουμε χαρούμενα τα παιδιά έστω και για ένα βράδυ!»
«Και πότε θα προλάβουμε;» τον ρώτησα.

Ο Λέων με κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε δακρύζοντας. «Χίλντα, όταν μοιράζεις αγάπη και χαρά, κάπως κάτι γίνεται και προλαβαίνεις. Θα προλάβουμε!».

Όλο το απόγευμα τυλίγαμε βιβλία και σοκολάτες, το βράδυ τα μοιράσαμε και το ξημέρωμα των Χριστουγέννων μας βρήκε έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Σήκωσα το βλέμμα μου και στο παράθυρο με τις μαριονέτες στεκόταν ο θείος Χέλμουτ και μας έγνεφε να ανέβουμε.

«Έλα! Θα φας ένα μπρέτσελ με βούτυρο μαζί μας και θα πιούμε και λίγο ζεστό κρασί με κανέλα να ζεσταθούμε! Αν έχει διάθεση ο θείος Χέλμουτ θα μας πει και ένα παραμύθι.» Ο Λέων χαμογέλασε, στήριξε στη μύτη του λίγο καλύτερα τα στρογγυλά γυαλιά του και έγνεψε «ναι».
«Καλά Χριστούγεννα, Λέων!» του είπα χαμογελώντας.
«Καλά Χριστούγεννα, Χίλντα!» μου απάντησε.
Ο θείος άνοιξε την πόρτα και είπε συγκινημένος «Μακάρι, παιδιά μου, του χρόνου ο χάρτης σας να δείχνει μόνο χαρούμενα προσωπάκια! Καλά Χριστούγεννα!».