Βροχή περίμενες και ήρθε θάλασσα, μαύρη και ανταριασμένη. Να πάρει τον πάγο που έχεις μέσα σου και να τον πάει όπου τρέχει. Το ήξερες ότι κάπως έτσι θα πήγαινε. Τον δρόμο δεν ήξερες. Έσπαγες το κεφάλι σου που να τον βρεις για να τον ακολουθήσεις και να φτάσεις σε κάθαρση και λήθη. Καθόταν σαν έπιπλο κοντά σου τόσα χρόνια. Σε άφηνε να γκρεμίζεσαι, να κακοφορμίζεις και να σαπίζεις. Σε έσπρωχνε μερικές φορές άμα έχανες το βήμα σου. Τον άφηνες να το κάνει. Τι ξόδεμα.

Παράπονο το έχεις. Ούτε μια γαμημένη φορά δεν είπε μια κουβέντα ίσια. Ούτε μια φορά δεν είδε πέρα από τα δυο μέτρα.

Το ζήτησες χίλιες φορές και όμως εκεί, έμενε στα τετριμμένα, στα μικρά και στα ανούσια.Και τώρα, τι; Πέρασες στην άλλη μεριά του δρόμου πλέον. Για να μην βλέπεις. Άλλαξες. Και έρχεται τώρα και λέει “μείνε δίπλα μου για λίγο”. Το κάνεις αλλά δεν έχει νόημα πλέον.

Πέρασε ο ζωντανός χρόνος. Ότι έχει μείνει είναι αντίστροφη μέτρηση. Δεν σε κρατάει τίποτα πλέον. Τι να σε κρατήσει; Μια βουβή ικεσία μετά από χρόνια πάγου;

Σε κούρασε η αντάρα. Ή που θα έφευγες μαζί της ή που θα τα γκρέμιζες όλα. Τα γκρεμίζεις.

Μόνη στην αρχή, δειλή και συγκρατημένη. Σιγά σιγά όλο και πιο μανιασμένα. Με οργή και κούραση. Θέλεις να βλέπεις θάλασσα πια. Γαλάζια και ζεστή. Να σου ζεστάνει το κρύσταλλο στην ψυχή σου. Δεν το πίστευες ότι θα γινόταν να ραγίσει αλλά φαίνεται ότι μπορεί και να γίνει αυτό. Δυο λόγια στιβαρά, μια ματιά σταθερή. Διαπερνούν το κουκούλι σου και σε τραβούν έξω. Ίσως πας ίσως όχι. Βγαίνεις ωστόσο να δεις και αυτό είναι βήμα για σένα. Δεν θέλεις να ξοδεύεσαι άλλο ανούσια. Να σπαταλιέσαι σε αδιέξοδους δρόμους. Δεν θέλεις να ζεις άλλο την μέρα της μαρμότας, μια απέλπιδη μονοτονία που σε ρουφάει αχόρταγα και σε λιώνει.

Ήσουν αλλιώς. Έφτασες στο τέρμα αυτού του δρόμου. Με πόνο και σημάδια. Είσαι εδώ πια. Βλέπεις και άλλους δρόμους μπροστά σου τώρα. Πολλών λογιών. Στραβούς, φάλτσους, ίσιους. Διάλεξε ήρεμα όποιον σου πάει καλύτερα να τον βαδίσεις όρθια αυτή την φορά.

Χρόνος. Έχει μείνει ακόμα χρόνος να περπατήσεις. Να τρέξεις. Να χαρείς. Να θυμηθείς ότι είσαι ζωντανή. Ότι προλαβαίνεις να μείνεις ζωντανή. Ίσως κάποτε όλο αυτό να σβηστεί από μέσα σου και να ξαναβρείς την πνοή σου. Δεν ξέρεις τι είσαι ακόμα. Θα στο δείξει ο καινούριος δρόμος που θα πάρεις.
Δεν θέλεις τίποτα από τα παλιά. Είναι γκρίζα και μυρίζουν κλεισούρα. Τα βγάζεις από πάνω σου γρήγορα και τα ρίχνεις στην μανιασμένη θάλασσα. Ας τα πάει μακριά  Όπου να’ ναι. Μονό μακριά σου να είναι. Να τα παραπετάξει σε έναν σκοτεινό βυθό και να τα καταπιεί η άμμος και οι πέτρες. Κλείνεις τα μάτια σου και αναπνέεις βαθιά. Οξυγόνο σου λείπει, αυτό ψάχνεις. Να τρέξει στις φλέβες σου και να ανάψει την καρδιά σου.

Ο αέρας λυσσομανάει γύρω σου αλλά τον καλωσορίζεις. Όχι τρόμος πια, όχι τυφλός φόβος και απελπισία. Οξυγόνο και γαλάζια νερά.

 

Μ.Χ