Περίμενε περισσότερο από μισή ώρα στο σημείο του ραντεβού. Είχε αρχίσει να τρέμει. Δεν ήταν μόνο το ψιλόβροχο και ο αέρας που του περόνιαζε τα κόκαλα. Το πιο σημαντικό ήταν, πως είχε να πιει από χθες το βράδυ. Είχαν αρχίσει και τον πιάνανε όλα τα συμπτώματα της χαρμάνας. Μάγκωνε το στομάχι του, κρύωνε, ζεσταινόταν, έτρεμε. Το κορμί του γινόταν ένα ουρλιαχτό, που απαιτούσε τη δόση του. Πάλι καλά που κατάφερε τον αδερφό του να του δώσει ένα εικοσάρικο. Κάθε φορά αναρωτιόταν αν το έκανε από καλοσύνη, ή του έδινε τα λεφτά για να φεύγει στα γρήγορα και να μη τον εκθέτει στη δουλειά του.

Ο πιο στενός του συγγενής, ο πιο μακρινός του άνθρωπος. Δεν τον ένοιαζε τι του έλεγε, το μόνο που τον ένοιαζε, ήταν αυτό το χαρτονόμισμα, το εισιτήριο του για λίγες ώρες ευτυχίας. Κοίταγε συνέχεια την ώρα στο κινητό του. Επιτέλους μήνυμα.
«Έχω ένα μπέρδεμα έρχομαι σε είκοσι λεπτά». Τρέμανε τόσο τα χέρια του, που με δυσκολία άναψε τσιγάρο. Για να μη στέκει ακίνητος, περπάταγε πάνω κάτω το τετράγωνο. Κοίταγε με αγωνία τα αυτοκίνητα. Περίμενε να δει το παμπάλαιο φιατάκι του Γκούφη. Τόσα χρόνια δεν ήξερε το πραγματικό του όνομα. Ήταν κοντά όταν είδε το αυτοκίνητο να έρχεται. Το ραντεβού ήταν στα εκατό μέτρα. Έβρεχε, το φούτερ μέχρι τα φρύδια του. Ο Γκούφη περίμενε με αναμμένα τα αλάρμ στην άκρη του δρόμου.

Είχε φτάσει στα είκοσι μέτρα περίπου, όταν είδε μια μεγάλου κυβισμού μοτοσυκλέτα να σταματάει δίπλα στο φιατάκι. Ο οδηγός φορούσε κράνος και έσκυψε στο παράθυρο. Διπλό ραντεβού σκέφτηκε, ενώ προσπαθούσε να ξανανάψει το βρεγμένο του τσιγάρο. Ακούστηκε ένας θόρυβος, σαν από εξάτμιση και η μηχανή έφυγε. Έφτασε δίπλα στα αμάξι και έσκυψε στο παράθυρο. Το αμάξι πιτσιλισμένο παντού με αίματα και το πρόσωπο του Γκούφη μια πληγή. Πρώτη σκέψη να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν γινότανε να φύγει χωρίς να πάρει αυτό για το οποίο είχε έρθει. Χωρίς να ανοίξει την πόρτα, με χέρια που τρέμανε, άρχισε να ψάχνει τις τσέπες του βρόμικου τζιν που φόραγε ο Γκούφη. Βρήκε τρία πενηντάρικα και τα έβαλε στη τσέπη του. Του ερχόταν να βάλει τα κλάματα από απελπισία, όταν του ήρθε φλας η κίνηση που έκανε ο άλλος κάθε φορά που του έδινε το υλικό. Έβαζε το χέρι του βαθιά στο παντελόνι του, μέσα στο εσώρουχο. Το χέρι του έτρεμε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να ξεκουμπώσει το κουμπί, δυσκολευόταν γιατί ήταν και καθιστός ο Γκούφη. Με τα πολλά έβαλε το χέρι του μέσα στο σώβρακο και εκεί στα γεννητικά όργανα, βρήκε το νάιλον σακουλάκι. Η αηδία του ήταν αφόρητη. Δεν σταμάταγε τον εμετό που ερχόταν. Ακούμπησε με την πλάτη στο αυτοκίνητο, γιατί φοβήθηκε πως θα λιποθύμαγε. Ένα φορτηγό πέρασε με ταχύτητα και έσκασε πάνω του το νερό. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν το σακουλάκι στο χέρι του.

Η στάση του λεωφορείου άδεια. Τα αυτοκίνητα με τους καθαριστήρες ανοιχτούς ανέβαιναν τη λεωφόρο. Κανένας δεν έδινε σημασία στο παλιό αμάξι με τα αναμμένα αλάρμ. Δεν είχε κάνει ούτε πέντε λεπτά. Μουσκεμένος, με βήμα μεθυσμένου, έστριψε στο πρώτο στενό. Μπήκε σε μια πυλωτή άδεια από αυτοκίνητα. Κάθισε σε ένα πεζούλι και άνοιξε το σακουλάκι. Ήταν μπόλικο, γεμάτο με μια καφετί σκόνη με πετραδάκια. Πρώτη φορά είχε τόση πρέζα μόνο για πάρτη του. Για ένα λεπτό ξέχασε και τον Γκούφη και όλη τη φρίκη που πέρασε. Άδειασε λίγο πάνω σε μια κάρτα που έβγαλε από το πορτοφόλι του. Μετά πέρασε το πλαϊνό μέρος του αναπτήρα πάνω από τη σκόνη μέχρι που την έκανε σαν καφέ πούδρα. Έκανε ρολό σαν καλαμάκι ένα χαρτονόμισμα και ρούφηξε από τη μύτη. Ένιωσε μια έντονη πίκρα να κατεβαίνει στο λαιμό του. Χαλάρωσε γρήγορα. Άναψε τσιγάρο και σκεφτόταν τι να κάνει. Στη πιάτσα των ταξί μπήκε στο πρώτο και είπε χωρίς να χαιρετίσει τον οδηγό τον προορισμό του.

Γύρισε στο σπίτι του και προσπαθούσε να καταλάβει τι ήταν όλο αυτό σήμερα. Ο Γκούφη δεν ήταν κανένας μαφιόζος. Ένα πρεζάκι ήταν, που έκανε νταραβέρια για να βγάζει τη δόση του και ένα χαρτζιλίκι. Γιατί τον φάγανε έτσι στην ψύχρα; Τι έπαιζε; Στην σκέψη ότι ήταν ο μοναδικός μάρτυρας, τον έπιασε πανικός. Αλλά και πάλι τι είχε δει; Στην πραγματικότητα δεν είχε δει τίποτα. Έβγαλε το σακουλάκι και ήπιε άλλη μια δόση. Μεγαλύτερη από την προηγούμενη φορά . Άνοιξε την τηλεόραση και περίμενε τις ειδήσεις. Τι διάολο, μετά από τόση ώρα πρέπει να είχανε βρει το Γκούφη πεθαμένο στο αυτοκίνητο. Ήταν περίεργος να δει τι θα λέγανε. Το πρώτο τέταρτο πέρασε με νέα για την κακοκαιρία που χτύπησε την χώρα. Μετά ειδήσεις από το διεθνή χώρο και λίγο πριν τα αθλητικά, είπε την είδηση που ανυπομονούσε να ακούσει.
«Τρόμος στα στέκια των τοξικομανών. Νέο θύμα. Νεκρός βρέθηκε ο Ευάγγελος Σαλάμπασης στο αυτοκίνητο του. Το τμήμα ανθρωποκτονιών διενεργεί έρευνα». Τίποτε άλλο.

Είχε την εντύπωση ότι τον ήξερε το δολοφόνο. Από την πρώτη στιγμή κάτι του έλεγε το περπάτημα, το σουλούπι του. Αλλά και πάλι δεν ήταν σίγουρος. Εξάλλου τον είχε δει λιγότερο από ένα λεπτό και εκείνη την ώρα δεν ήταν και στα καλά του. Το σκεφτόταν συνέχεια. Φοβόταν, δεν εμπιστευόταν κανέναν για να το συζητήσει. Να το συζήταγε με τον αδερφό του; Ήταν σε τελείως άλλη φάση και δεν ήθελε να τον μπλέξει. Ήταν πολύ μπερδεμένος. Τον πήρε τηλέφωνο αργά το βράδυ. Έπρεπε σε κάποιον να τα πει. Στο φινάλε ένας άνθρωπος σκοτώθηκε. Ο αδερφός του ήτανε στη δουλειά, είχε υπηρεσία αλλά κάθισε και τον άκουσε. Του είπε να μη κάνει τίποτα, να μην ανακατευτεί. Όταν κλείνανε το τηλέφωνο του είπε γελώντας:
«Ρε μπαγάσα, αν δεν ήσουν το αδερφάκι μου και δεν ήσουν μπάτσος, θα έκοβα το κεφάλι μου πως εσύ καθάρισες τον Γκούφη».
Χάρηκε που του είπε πως θα έρθει σπίτι του. Με νοιάζεται, σκέφτηκε.
Μόλις άνοιξε, δεν πρόλαβε να πει λέξη. Ο αδελφός του τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Τον βρήκαν πεσμένο κοντά στη πόρτα, με την τηλεόραση ανοιχτή. Μετά από μέρες ανακοινώθηκε από την γενική ασφάλεια, η εξάρθρωση σπείρας με δράση στο χώρο των τοξικομανών. Εξετάζονται καταγγελίες για συμμετοχή αστυνομικών στην εν λόγω εγκληματική ομάδα.

 

Όλγα Σωτηρακοπούλου