Είναι κάποια σπιτικά που θαρρείς κι είναι καταραμένα. Και δεν είναι τα ντουβάρια που σέρνουν την κατάρα, μα οι άνθρωποι που βάζουν τα θεμέλια. Γιατί κάποιοι άνθρωποι, μονάχοι τους ρημάζουν τη μοίρα τους. Από δαύτους ήτανε η Σμαρώ κι ο Μένιος. Κι έπεσε ο ένας απάνω στον άλλο κι ενώσαν τις κατάρες τους.
Τους ήξερα καλά και τους δύο. Δίπλα δίπλα τα σπίτια μας. Ένας τοίχος μας χώριζε κι αυτός χάρτινος. Όλα τα ακούγαμε, σα να είμαστε μέσα στο σπίτι τους.

Δυο χρόνια παντρεμένοι και παιδί δεν κάνανε. Ευτυχώς δηλαδή. Δεν ήτανε φτιαγμένη αυτή για μάνα, λέγανε όλοι. Μόνο τα λούσα και τη μεγάλη ζωή ήθελε. Βρόμικη γυναίκα, πονηρή. Παντρεύτηκε το Μένιο γιατί της αράδιασε τα πλούτη του στα πόδια της μπροστά. Όμορφη πολύ, περνούσε και αναστενάζανε τ’ αρσενικά. Μα βρόμικη. Στην ψυχή και στο μυαλό. Όλους τους κορόιδευε. Στα δάχτυλα τους έπαιζε. Κι ο Μένιος από δαύτους ήτανε. Η Σμαρώ βαρούσε το νταούλι κι ο Μένιος χόρευε σα μαγεμένος μπρος της. Κι αυτή νόμιζε πως έπιασε την καλή κοντά του. Όμορφος δεν ήτανε, αλλά το φυσούσε το παραδάκι. Ο Μένιος ο Λεφτάς, έτσι τον λέγαμε στη γειτονιά. Έτοιμα τα ‘χε βρει από τον πατέρα του. Θεός σχωρέστον. Καλός άνθρωπος ο κυρ Αντρέας. Μα πού να ‘ξερε την τύχη του μοναχογιού του. Πολλές φορές άκουσα να λένε «ευτυχώς που δε ζει ο μακαρίτης να δει τα χάλια του!».

Γιατί ο Μένιος είχε ένα κακό χούι που δεν το ξέρανε πολλοί: Το χαρτί. Άλλες φορές κέρδιζε και αυγάτιζε τα λεφτά του κι άλλες έχανε ότι είχε απάνω του. Μα αυτά είναι καταραμένα πράματα έλεγε πάντα ο πατέρας μου και αργά ή γρήγορα θα σε κάψουνε. Και κάηκε ο Μένιος ζωντανός. Τα ‘χασε όλα. Όλα! Κι άρχισε να πίνει και να σέρνει το κουφάρι του από δω κι από ‘κει.

Η Σμαρώ στην αρχή δεν είχε καταλάβει τίποτα. Μια μέρα του δήλωσε πως το αμάξι της πάλιωσε. Άκουσον άκουσον! Καινούργια κούρσα, που περνούσε από τη γειτονιά και χαζεύαμε όλοι. Πάλιωσε λέει και ήθελε καινούργιο. Το ‘χε βρει κιόλας, ένα ξεσκέπαστο ήτανε, ήθελε λέει να ανεμίζουν τα μαλλιά της. Σάμπως δεν είχαν πάρει ήδη αρκετό αέρα τα μυαλά της! Πρώτη φορά της είπε «όχι» ο Μένιος κι η Σμαρώ νόμισε πως δεν άκουσε καλά. Όλη η γειτονιά μαζεύτηκε ‘κείνο το μεσημέρι, νομίζαμε πως σκοτώνονται.
Μια το ένα, μια το άλλο, άρχισε να ψυλλιάζεται η Σμαρώ ότι κάτι δεν πάει καλά. Ως που το παραδέχτηκε ο Μένιος. Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Της ορκίστηκε όμως πως θα τα ξανάφτιαχνε όλα. Και στην αρχή περίμενε η Σμαρώ. Μα αλλαγή δεν έβλεπε. Αυτός όλο έπινε και κοιμόταν. Βρομούσε το χνώτο του, τον σιχαινόταν πια.

Μια μέρα την είδα να στέκει στην αυλή. Ήτανε σκεφτική. Βαθιές ζάρες αυλάκωναν το μέτωπό της. Πρώτη φορά την είδα έτσι τη Σμαρώ. Άβαφη, απεριποίητη, γερασμένη. Μα δεν κράτησε για πολύ. Το ίδιο βράδυ ντύθηκε, στολίστηκε και βγήκε για σεργιάνι. Ο Μένιος κοιμόταν του καλού καιρού. Ξημερώματα γύρισε η Σμαρώ. Μα δεν γύρισε μοναχή. Μια γυαλιστερή κούρσα την άφησε έξω από την πόρτα. Κι η Σμαρώ κατέβηκε χαχανίζοντας και με τα ρούχα τσαλακωμένα.
Δεν άργησε να γίνει βούκινο στη γειτονιά. Ο Μένιος χαμπάρι δεν έπαιρνε. Ή έκανε πως δεν έπαιρνε…

Ένα βράδυ την πρόλαβε μόλις βγήκε από την πόρτα. Παραπατώντας την πλησίασε. Την τράβηξε κοντά του από τη μέση και της χούφτωσε τον κώλο.
«Μπα, αναστήθηκε ο νεκρός;» γέλασε εκείνη ειρωνικά.
«Έλα δω μωρή να σου δείξω ποιον είπες νεκρό!» είπε και κόλλησε απάνω της.
«Άντε παράτα με ρε κακομοίρη!» τον έσπρωξε αηδιασμένη κι έκανε να φύγει.
«Πού πας παλιοπουτάνα;» φώναξε αγριεμένος.
Εκείνη σταμάτησε απότομα. Γύρισε και τον πλησίασε. Τον κοίταζε στα μάτια, θαρρείς και θα τον υπνώτιζε.
«Πώς με είπες; Πουτάνα; Ναι, μπορεί αυτό να είμαι τελικά… Και ξέρεις γιατί; Γιατί εγώ θέλω να με πηδάνε και να με πληρώνουν! Κι εσύ είσαι ανίκανος πια. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο μπορείς να κάνεις!» είπε ήρεμα κι ύστερα γέλασε δυνατά, και θα ορκιζόμουν πως έβλεπα τον διάβολο τον ίδιο ‘κείνη την ώρα.
Ο Μένιος δε μίλησε. Μόνο δυο χαστούκια της άστραψε και την έσυρε από τα μαλλιά μέσα στο σπίτι. Φώναξα τον πατέρα μου και τρέξαμε γιατί φοβήθηκα μη γενεί κανένα κακό.

Μπήκαμε μέσα δειλά κι η μυρωδιά του πιοτού ήταν η πρώτη που μας χτύπησε αμέσως τα ρουθούνια. Ύστερα ήρθε η κλεισούρα και η μούχλα και μας ανακάτεψε τα σωθικά. Ένα πορτατίφ, σα καντηλάκι, σκόρπιζε το αδύναμο φέγγος του πάνω σε σπασμένα γυαλιά και πεταμένα ρούχα. Προχωρήσαμε στην κουζίνα και είδαμε τη Σμαρώ να αρπάζει ένα μαχαίρι και να τρέχει κοντά του. Αυτός πρόλαβε, της έπιασε το χέρι και προσπάθησε να της το πάρει. Μα ‘κείνη είχε λυσσάξει, σα δαιμονισμένη έκανε. Παλέψανε λίγη ώρα μέσα σε φωνές, βρισιές και κατάρες κι εμείς δεν τολμούσαμε να ζυγώσουμε. Ο πατέρας μου φώναζε να σταματήσουν, μα ήξερε κι ο ίδιος πως δεν τον άκουγε κανείς.
Ώσπου ακούστηκε ένα μουγκρητό. Κι ύστερα σωριάστηκε στο πάτωμα η Σμαρώ γεμάτη αίματα. Ο Μένιος είχε μείνει παγωμένος να την κοιτάζει, μέχρι που ξεψύχησε. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν μίλησε κανείς. Απ’ έξω ακούστηκε ένα νυχτοπούλι. Ο πατέρας μου κάτι πήγε να πει μα δεν πρόλαβε.
Ο Μένιος έμπηξε το μαχαίρι στην καρδιά του κι έπεσε πλάι της…