TheBluez.gr » 📔 The BlueBluez » Βύθισμα

Βύθισμα

Ήταν όλα τόσο ήρεμα στην εξοχή, ακόμα και η ανατολή του ηλίου ήταν εκτυφλωτικά όμορφη, δεν είχε δει ποτέ τόσο μεγάλη γκάμα χρωμάτων, θαύμαζε την φύση και γαλήνευε το μυαλό της. Μοναχική από τότε που θυμόταν τον εαυτό της η Καμίλ. Της έκανε καλό η εξοχή τελικά, είχε βρει και την Έμμα, όλα κυλούσαν πολύ πιο καλά απ’ότι τα είχε υπολογίσει.

Η Έμμα και η Καμίλ περνούσαν πολλές ωρες μαζί, οι καθημερινες τους συναντήσεις είχαν γίνει συνήθεια, έκαναν ωραία παρέα οι δύο τους. Η Καμίλ ήταν δυναμική, με πολύπλοκο χαρακτήρα και συναρπαστικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα. Ήταν πανέξυπνη με πολλές γνώσεις και πολύ συχνά σκάρωνε με ομολογουμένως μεγάλη ευκολία αυτές τις καταπληκτικές ιστορίες. Η Έμμα ήταν κατενθουσιασμένη μαζί της. Από την ημέρα που ξεκίνησαν να μιλούν, η Καμίλ όλο και κάποια ιστορία σκεφτόταν να της διηγηθεί για να περάσει ευχάριστα η ώρα τους. Μιλούσαν για ώρες και ο χρόνος περνούσε δίχως να το καταλάβουν. Το είχαν μεγάλη ανάγκη και οι δύο τους άλλωστε.

«Λοιπόν Καμίλ, γράφεις άνετα βιβλίο με όλες αυτές τις διηγήσεις που μου έχεις πει. Αλήθεια πώς τα σκέφτεσαι όλα αυτά; Έχεις φοβερή φαντασία.».
Η Καμίλ χαμογέλασε «Κάπως πρέπει να σκοτώνουμε την ώρα μας εδώ μέσα» είπε.
Έμεινε σκεφτική για λίγα λεπτά, με το βλέμμα της σταθερό, σαν να είχε χαθεί, η Έμμα δεν βιαζόταν, της έδωσε τον χρόνο της.
«Τι να σκέφτεται άραγε;» αναρωτήθηκε αλλά και πάλι δεν μίλησε.
Πέντε λεπτά αργότερα η Καμίλ επανήλθε σαν από όνειρο, κοίταξε με θολό βλέμμα την Έμμα, της χαμογέλασε αμήχανα και ανακάθισε.

Ήταν εφτά το πρωί, άλλη μια μέρα ξεκινούσε με δυσκολία. Όλα ήταν τακτοποιημένα στην παραμικρή τους λεπτομέρεια μέσα στο σπίτι, σε σημείο νεύρωσης. Η μικρή Ηλέκτρα ετοιμαζόταν για το σχολείο, πρόσεχε πολύ τις κινήσεις της να μην χαλάσει τίποτα από το κουκλίστικο σπίτι που είχε δημιουργήσει η μητέρα της.
«Ποσό δυστυχισμένη πρέπει να είναι η μαμά μου;» σκέφτηκε, κι ας ήταν μικρή ακόμα όπως συνήθιζε να λέει η μαμά της.

Έτσι όπως είχε σκύψει να δέσει τα κορδόνια της, ένας οξύς πόνος την κτύπησε στην κοιλιά. Είχε ξεκινήσει να κλαίει και έλεγε στην μητέρα της ότι δεν μπορεί να πάει στο σχολείο, χρειαζόταν να ξαπλώσει. Η μαμά της στεκόταν αυστηρή και άκαμπτη από πάνω της, κοιτώντας την με παγωμένο βλέμμα
«Πονάς ε; Ψεύτρα, τώρα θα σου δώσω έναν καλό λόγο να πονάς».
Ξεκίνησε με ορμή και σχεδόν τρέχοντας να βγαίνει από το σαλόνι, στην διαδρομή άρπαξε την Ηλέκτρα σφιχτά από την κοτσίδα και την έσυρε μέχρι το πεζοδρόμιο, τόσο βίαια που γδάρθηκαν βαθιά τα πόδια της. Η Ηλέκτρα σοκαρισμένη και ουρλιάζοντας από τους πόνους έμεινε εκεί που την είχε αφήσει η μητέρα της και έκλαιγε σπαρακτικά.
«Και τώρα σήκω να πας στο σχολείο, κακομαθημένο» της φώναξε η μαμά της φεύγοντας, αφήνοντάς την κατάχαμα.

Η Ηλέκτρα ήταν ένα παιδί που σπάνια μιλούσε, ήταν εσωστρεφής και φοβισμένη, πήγαινε συχνά στο σχολείο με σκισμένα γόνατα, πληγές στα χέρια και στο πρόσωπο, ακόμα και τώρα που είχε φτάσει 12 χρονών. Η βίαιη συμπεριφορά της μητέρας της άρχισε όταν ο πατέρας της Ηλέκτρας βρήκε τραγικό θάνατο σε εργατικό ατύχημα, στα μεταλλεία της περιοχής. Τους είχε στοιχίσει πολύ, τόσο η μητέρα της όσο και η Ηλέκτρα άλλαξαν μετά από αυτό. Η Ηλέκτρα κλείστηκε στον εαυτό της και η μητέρα της έβγαλε προς τα έξω όλη την βιαιότητα που έκρυβε, με μοναδικό αποδεκτή την Ηλέκτρα.
Η μόνιμη εξήγηση για τις πληγές που έφερε στο σώμα της η Ηλέκτρα ήταν: «Είμαι απρόσεκτη και σκοντάφτω» εάν βέβαια τύχαινε κάποιος να την ρωτήσει. Κανείς δεν έδινε σημασία εκείνα τα χρόνια, κανείς δεν αναρωτήθηκε εάν η Ηλέκτρα έλεγε την αλήθεια. Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση η κακοποιημένη εικόνα ενός παιδιού.

Δευτέρα μεσημέρι και η Έμμα μαζί με την Καμίλ είχαν βγει για βόλτα. Περπατούσαν χαλαρά και απολάμβαναν την όμορφη μέρα. Στο δάσος δίπλα τους, ακούγονταν οι μελωδίες από τα πουλιά που κελαηδούσαν, ήταν όλα τόσο γαλήνια. Η φύση ήταν πάντα το φάρμακο τους, σε όποια δυσκολία και αν περνούσαν.
«Πως μου αρέσει να με κτυπάει το δροσερό αεράκι, ωραία δεν είμαστε εδώ Καμίλ;» είπε η Έμμα και ξεκαρδίστηκε στο γέλιο.
«Κεφάτη σε βρίσκω, καλό αυτό, με βοηθάει να προχωράω, είσαι καλή φίλη Εμμα».
«Άσε τα καλοπιάσματα, θα μου πεις την συνέχεια με την μικρή Ηλέκτρα;»
«Υπομονή Έμμα, θα γίνει κι ‘αυτό. Σήμερα έχουμε άλλη ιστορία να καταπιαστούμε.» είπε με ικανοποίηση η Καμίλ.

Πόσο όμορφη ήταν αυτή η μικρή πόλη στον Νότο. Ούτε που θα το φανταζόταν η Λιζέτ ότι θα μπορούσε να ζήσει στην επαρχία και μάλιστα τόσο καλά. Της είχε καρφωθεί η ιδέα ότι θα ήταν βαρετά και μίζερα, πόσο λάθος είχε κάνει! Το γεγονός ότι ξυπνούσε κάθε μέρα και έκανε βόλτα μέσα στην άγρια, παρθένα φύση και άκουγε τον ήχο από το ορμητικό ποτάμι, ήταν κάτι που δεν θα το πίστευε εάν της το περιέγραφαν, και όλα αυτά δίπλα ακριβώς στο σπίτι της!

Τα δύο χρόνια που είχε μετακομίσει στο Νάστερβιλ ήταν πραγματική ευλογία. Δίδασκε στο δημοτικό σχολείο της μικρής πόλης και οι μαθητές της ήταν η μεγάλη της χαρά. Περνούσε τις περισσότερες ώρες της ημέρας με αυτά τα πλασματάκια. Οι γονείς, την είχαν ψηφίσει ως την δασκάλα της χρονιάς, ένιωθε πραγματικά πολύ περήφανη με ότι έχει καταφέρει, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Οι μητέρες μιλούσαν συχνά με την Λιζέτ και έβρισκαν μαζί λύσεις σε πολλά προβλήματα που μπορούσαν να προκύψουν μέσα στην σχολική χρονιά. Τους αγαπούσε τους μαθητές της, την εμπιστεύονταν και πολύ συχνά της μιλούσαν για τους προβληματισμούς τους.

Η Έμιλυ ήταν η μαμά της αγαπημένης της μαθήτριας, ήταν δυναμική, έξυπνη και σοβαρή. Πολλές φορές ήταν αυστηρή και πολύ σκληρή με την κόρη της, αυτό όμως δεν απασχολούσε και πολύ την Λιζέτ, κάθε γονέας είχε τον τρόπο του με τα παιδιά του, δεν μπορούσε να επεμβαίνει, ήταν δύσκολη η θέση της και δεν ήθελε να δημιουργήσει πρόβλημα σε κανέναν και ιδίως στον εαυτό της. Την αγαπούσαν όλοι τόσο πολύ, δεν είχε λόγο να χαλάσει την θετική εντύπωση που με κόπο είχε δημιουργήσει.
Η Λιζέτ και η Έμιλυ θαύμαζαν η μία την άλλη και έτσι είχε ξεκινήσει μια δυνατή φιλία. Ο καιρός περνούσε ευχάριστα στην μικρή πόλη και οι δύο φίλες είχαν έρθει πραγματικά κοντά, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι η μία στην ζωή της άλλης.
Λίγο διάστημα αργότερα η Έμιλυ είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Η Λιζέτ ήταν συγκλονισμένη, επί μήνες γινόντουσαν έρευνες αλλά έπεφταν όλες στο κενό. Προσπαθούσε να βοηθήσει με όποιο τρόπο μπορούσε, δεν υπήρχε καμία πρόοδος όμως στις έρευνες, η Έμιλυ ήταν άφαντη.
Οι μέρες περνούσαν πιο ευχάριστα παρέα με την Καμίλ, είχαν δεθεί και ο χρόνος που μοιραζόντουσαν ήταν πολύτιμος και πλέον απαραίτητος και για τις δυο, έπαιρναν δύναμη μέσα από αυτό το δέσιμο. Η Έμμα την θαύμαζε και της το έδειχνε με κάθε ευκαιρία.
«Σήμερα έφερα και το τετράδιο μου, θα αρχίσω να γράφω τις ιστορίες σου. Θα σε βοηθήσω να τις μαζέψουμε και κάποια στιγμή θα είναι έτοιμο το βιβλίο σου, τι λες;»
«Αλήθεια Έμμα; Πολύ χαίρομαι, έτσι θα περνάμε ακόμα περισσότερο χρόνο μαζί.» Είπε η Καμίλ και ξεκίνησε αμέσως την αφήγηση.

Η Κάτια ήταν καλή, συμπονετική, την καταλάβαινε και την φρόντιζε, ήταν η παρηγοριά της. Η Άλις είχε βρει στο πρόσωπο της, την κόρη που δεν είχε, μιας και η Νόρμα είχε να επικοινωνήσει μαζί της πάνω από δέκα χρόνια. Το μόνο που έκανε η Νόρμα ήταν να κατηγορεί την μητέρα της για τα εφιαλτικά χρόνια που πέρασε μαζί της ως παιδί. Η Άλις ήταν απόμακρη με την κόρη της και πολλές φορές βάναυση, είχε υπερβολικές απαιτήσεις και σπάνια της συγχωρούσε τα λάθη που έκανε ως παιδί. Η Νόρμα μεγάλωσε έχοντας την αίσθηση ότι η ίδια της η μητέρα την μισούσε, μεγάλο βάρος για να σηκώσει ένα παιδί.

Είχε βγει στην σύνταξη η Άλις και αποφάσισε να πάρει μια κοπέλα για να την βοηθάει στο σπίτι αλλά και για να έχει παρέα. Ένιωθε και πάλι ζωντανή, άρχισε να πηγαίνει ξανά στις εκδρομές με τον φυσιολατρικό σύλλογο, είχε βρει τις παλιές τις φιλενάδες, η Κάτια της είχε αλλάξει κυριολεκτικά την ζωή. Μια μέρα ανακοίνωσε σε φίλους και γνωστούς ότι θα έφευγαν δεκαπενθήμερη εκδρομή με τον σύλλογο, για παρατήρηση της φύσης στο μεγαλύτερο δάσος της περιοχής, ήταν κατενθουσιασμένη.
«Καμίλ τον έχω πάρει σοβαρά τον ρόλο μου να ξέρεις, τα βράδια κάθομαι και καθαρογράφω τις διηγήσεις σου.»
Η Καμίλ δεν εκφραζόταν εύκολα, έγνεψε με το κεφάλι και χαμογέλασε δειλά.
«Είσαι έτοιμη;» είπε στην Έμμα «παμε για καινούριες περιπέτειες.»

Πρωτοετής στο πανεπιστήμιο και η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Ήταν όνειρο ζωής να φύγει από τα σπίτια αναδοχής και να σπουδάσει, επιτέλους τα είχε καταφέρει, με κόπο και πολύ πόνο, αλλά τα κατάφερε. Ήταν επιμελής φοιτήτρια η Κιμ, είχε καλούς βαθμούς και ήταν η αγαπημένη πολλών καθηγητών. Ειδικά με την κυρία Κάθυ Τσόσταμ, είχαν πολύ καλή συνεργασία. Η Κιμ είχε αποδεχτεί την πρόταση της να την βοηθήσει στην εργασία που θα έκανε για επιστημονικό περιοδικό. Περνούσαν πολλές ώρες μαζί με μελέτη και συζητήσεις.

Η καθηγήτρια της ήταν εξαιρετική επιστήμονας, με πολλές δημοσιεύσεις στο ενεργητικό της και τον θαυμασμό ολόκληρης της επιστημονικής κοινότητας της πολιτείας. Ο χρόνος που περνούσαν μαζί ήταν καθοριστικός για την ζωή της Κιμ. Στην αρχή μιλούσαν μόνο για την μελέτη και ότι είχε να κάνει με τις διαδικασίες της εργασίας. Όσο περνούσαν οι μήνες όμως, οι δύο γυναίκες, άρχισαν να δένονται, οι συζητήσεις τους ήταν πιο χαλαρές, μιλούσαν για τις ζωές τους, εκμυστηρεύονταν η μία στην άλλη γεγονότα που δεν γνώριζε κανένας άλλος για αυτές, είχαν έρθει πραγματικά πολύ κοντά. Η Κιμ είχε αρχίσει να καταλαβαίνει πολλά στοιχεία του χαρακτήρα της καθηγήτριας της που δεν ήταν εύκολα ορατά, συνειδητοποιούσε ότι η εικόνα που έδειχνε προς έξω η κυρία Τσόσταμ είχε μεγάλη απόκλιση από αυτό που πραγματικά ήταν!

Δύο χρόνια μετά την συνεργασία της με την Κιμ, οι συνάδελφοι της στο πανεπιστήμιο ενημερώθηκαν με ένα email ότι ήθελε να μελετήσει την ιδιοσυγκρασιακή συμπεριφορά γυναικών που ζούσαν σε μικρές φυλές, κι έτσι, έφευγε για τα βάθη της Ασίας. Ήταν κάπως ξαφνικό και έκανε εντύπωση στους συναδέλφους της. Ήταν πολύ οργανωμένη και είχε πάντα πρόγραμμα, δεν τα συνήθιζε κάτι τέτοια απότομα η Κάθυ, ήταν ιδιόρρυθμος χαρακτήρας αλλά όχι παρορμητική.
Φέτος η άνοιξη είχε έρθει νωρίς, η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από τις ευωδίες των ανθισμένων δέντρων, πόσο όμορφα ήταν. Ο ήλιος έλαμπε και ζέσταινε τα σώματά τους έτσι όπως κάθονταν στο παγκάκι.
«Πόσες ιστορίες έχεις καταγράψει μέχρι τώρα Έμμα;» είπε με ένα μειδίαμα η Καμίλ. «Τέσσερις έχω γράψει και μένουν άλλες τρεις που πρέπει να μου θυμίσεις, μου τις είχες διηγηθεί πριν αποφασίσω να παίρνω το τετράδιο μου μαζί.»
«Μην ανησυχείς, τώρα θα σου πω την συνέχεια στις ιστορίες.»
Το πρόσωπο της Έμμα έλαμψε καθώς ετοιμαζόταν να ξεκινήσει το γράψιμο.
«Σήμερα θέλω μόνο να με ακούς, θα γραφτεί πιο μετά το τέλος» είπε η Καμίλ, έχοντας μια αινιγματική έκφραση που δεν μπορούσε να καταλάβει η Έμμα.

«Μέσα από τις ιστορίες, σου διηγήθηκα την ζωή μου, χωρίς όμως την σωστή χρονική συνέχεια. Η μικρή Ηλέκτρα ήμουν εγώ, όπως και η Κιμ, η Κάτια και πολλές άλλες. Η μάνα μου, όπως και όλες οι υπόλοιπες άκαρδες καριόλες, δεν άξιζαν να λέγονται μάνες. Τους έδωσα αυτό που πραγματικά τους άξιζε, αργό και βασανιστικό θάνατο. Το τατουάζ στο εσωτερικό του αριστερού μου μπράτσου, έχει τις συντεταγμένες του σημείου που τις έχω θάψει, όλες μαζί, στο κέντρο του αγαπημένου μου δάσους, κάτω από τους πυκνούς κέδρους. Τους έδωσα έτσι, μια τελευταία ευκαιρία να εξιλεώσουν τις κατάμαυρες σκατοψυχές τους, θάβοντας τις στην εξαγνιστική Γη του συγκεκριμένου σημείου. Αυτά δεν τα ξέρει κανείς και ούτε πρόκειται να τα μάθει. Όσο για τις υπόλοιπες ιστορίες, μην ανησυχείς, θα τις γράψει η επόμενη μου «κολλητή» μόλις βγω από την απομόνωση.»
Με μια αιφνιδιαστική κίνηση η Έμμα κατάφερε μια δυνατή γροθιά στο πρόσωπο της Καμίλ και την έριξε κάτω αιμόφυρτη. Οι φύλακες έτρεξαν αμέσως και πήραν το μαχαίρι που είχε κρυμμένο η Καμίλ και ήταν έτοιμη να χρησιμοποιήσει. Η Έμμα την παρακολουθούσε προσεκτικά όση ώρα μιλούσε και είχε καταλάβει ότι ετοιμαζόταν να της επιτεθεί, ευτυχώς πρόλαβε να αντιδράσει εγκαίρως. Οι φύλακες έφτασαν σχεδόν αμέσως και έσυραν κυριολεκτικά και τις δύο κρατούμενες στο γραφείο του διευθυντή των φυλακών υψίστης ασφαλείας όπου κρατούνταν.

Η Καμίλ ήταν δεμένη με αλυσίδες, χειροπόδαρα.
«Συγχαρητήρια πράκτορα Μίλερ.» είπε ο διευθυντής.

Η Έμμα έγνεψε και γύρισε προς την Καμίλ που κοιτούσε με γουρλωμένα ματιά.
«Είμαι η πράκτορας Νόρμα Μίλερ, κόρη της Άλις Μίλερ, δεν με είχες δει ποτέ «Κάτια» αλλά σε παρακολουθούσα όλα αυτά τα χρόνια. Ήξερα ότι η εξαφάνιση της μητέρας μου στο δάσος δεν ήταν τυχαία. Αφιέρωσα την ζωή μου για να ξεσκεπάσω ότι έκρυβες στο σαλεμένο σου μυαλό. Αύριο θα μεταφερθείς στις ψυχιατρικές φυλακές.»

Από εκείνη την στιγμή η Καμίλ δεν ξαναμίλησε, βυθίστηκε ακόμα πιο πολύ στον λαβύρινθο του μυαλού και της τρέλας της.

 

Μαρία Παπαθεοδώρου

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

TheBluez Guest

Αφήνω εδώ μια ιστορία, λίγες σκέψεις, δυο κουβέντες. Είμαι επισκέπτης, αναγνώστης, ένας φίλος, μια παρέα.
TheBluez Guest

Latest posts by TheBluez Guest (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *