Γαλήνια Θάλασσα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ήταν απομεσήμερο, ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει για τα καλά, άλλαζε γρήγορα χρώματα ο ουρανός αυτή την εποχή. Παρατηρούσε τα διαφορετικά σχήματα που δημιουργούσαν οι σκιές των δέντρων, βυθισμένη στις σκέψεις της, δεν κατάλαβε ότι στο δωμάτιο είχε μπει ο Αιμίλιος, «Πάλι χαζεύεις;» της είπε με επιθετικότητα. Η Άννα δεν απάντησε, δεν έβρισκε πια κανένα νόημα να αντιστέκεται, κούραση χρόνων ταλαιπωρίας είχε καταλάβει την ψυχή και το κορμί της. Ένιωθε εξουθενωμένη, σαν να είχε αφεθεί στην μοίρα της, σαν να είχε αφεθεί στον θάνατο.

Είχαν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια από τότε που συνάντησε τον Αιμίλιο, ήταν ο ήρωας της, είχε βρει την ζεστασιά και την αγάπη που τόσο είχε ανάγκη, ή τουλάχιστον έτσι πίστευε στην αρχή.

Δώδεκα χρονών ήταν, την πρώτη φορά που ο πατριός της, μπήκε κρυφά στο δωμάτιο της το βράδυ. Πέρασαν πολλά μαρτυρικά βράδια από τότε, φοβόταν τόσο πολύ, ένιωθε ότι σιχαινόταν τον εαυτό της, ήταν αδύναμη να αντιδράσει. «Κι αν δεν με πιστέψουν; Κι αν με κοροϊδέψουν; Κι αν μείνω μόνη μου;» ήταν οι σκέψεις που την βασάνιζαν και δεν ήξερε τι να κάνει για να αντιμετωπίσει την φρίκη που της συνέβαινε.

Τέσσερα χρόνια μετά, αποφάσισε να μιλήσει στην μητέρα της, την πέταξε έξω από το σπίτι με τα ρούχα που φορούσε, τόσο γρήγορα, τόσο απλά, τόσο σκληρά. Μια βαθιά ρωγμή άνοιξε στην καρδιά της Άννας εκείνη την μέρα, έχασε τα πάντα σε μια στιγμή, από τον άνθρωπο που υποτίθεται ότι θα την προστάτευε, την μητέρα της.

Ζούσε στον δρόμο για αρκετούς μήνες, ήταν πληγωμένη, ένιωθε απόγνωση και μεγάλη μοναξιά. Πονούσε το σώμα της από την κακουχία και την εξάντληση, ήταν σε απελπισία. Μέχρι που ένα απόγευμα κάθισε δίπλα της στο παγκάκι εκείνος. Όμορφος, δυνατός, γεμάτος αυτοπεποίθηση και κατανόηση. Την φρόντισε, την βοήθησε και η Άννα τον ερωτεύτηκε βαθιά, γι’ αυτήν ήταν ο σωτήρας της, ήταν όλη της η ζωή ο Αιμίλιος.

Σιγά σιγά και χωρίς η Άννα να καταλάβει πως έγινε, είχε αρχίσει να την στέλνει να κάνει «παρέα» στους πλούσιους φίλους του. Στην αρχή δεν έφερε αντίσταση, μετά όμως άρχισε να αντιδρά. Τότε ο Αιμίλιος μεταμορφώθηκε, έγινε βίαιος, την χτυπούσε, πολύ και χωρίς έλεος. Περνούσαν μήνες μέχρι να φύγουν οι πληγές και οι μελανιές που της προξενούσε και να μπορέσει να γυρίσει στην «δουλειά».

Μέχρι τα δεκαεννιά, το ηθικό της είχε καμφθεί εντελώς. Λειτουργούσε αυτόματα, δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ, φορούσε την «μάσκα» με το χαμόγελο της και έκανε ότι της ζητούσαν. Το είχε πάρει απόφαση, αυτή ήταν η ζωή της και τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για να την αλλάξει.

Επεδίωκε να μένει μόνη, της άρεσε, άνοιγε το παράθυρο στο δωμάτιο της και χάζευε την φύση. Το σπίτι ήταν απομακρυσμένο, στην άκρη ενός λόφου, υπήρχε πλούσια βλάστηση στην γύρω περιοχή και όμορφη θέα από οποία πλευρά και αν κοιτούσε. Ταξίδευε με την φαντασία της έξω και μακριά από τα κάγκελα που είχε το παράθυρο της. Ξαναζούσε τις μοναδικές, ευχάριστες της αναμνήσεις ως παιδί. Εκεί γύρω στα οκτώ, στην παραλία, με τον πατέρα της, οι δυο τους, νοσταλγούσε την ασφάλεια που ένιωθε τότε, δίπλα του. Δάκρυα έτρεχαν στα μάγουλα της, στην ανάμνηση της αληθινής αγάπης που ένιωσε κάποτε να την πλημμυρίζει, από τον μοναδικό άνθρωπο που την νοιάστηκε, τον πατέρα της. Ύστερα ήρθε το ατύχημα με το πλοίο, λάτρευε την θάλασσα και αυτή ήταν που τον πήρε μακριά της.

Επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα όταν άκουσε την φωνή του Αιμίλιου, ήταν η ώρα να ετοιμαστεί για «δουλειά». Μπήκε για μπάνιο να χαλαρώσει κι εκεί της ήρθε η ιδέα! Θα ζητούσε από τον Αιμίλιο να την πάει στην θάλασσα τον άλλο μήνα, για βαρκάδα.

Από τα δέκα χρόνια που ζούσε στο σπίτι του, τα τελευταία εννιά ζούσε σαν φυλακισμένη. Δεν μπορούσε να πάει πουθενά μόνη της και το σπίτι ήταν οχυρωμένο σαν φρούριο, υπήρχαν κάγκελα παντού. Εάν η συμπεριφορά της ήταν καλή, κάθε δύο μήνες της επέτρεπε να του ζητήσει να την πάει όπου εκείνη ήθελε, για φαγητό, βόλτα, σινεμά ή ότι άλλο μπορούσε να σκεφτεί. Τον επόμενο μήνα στην θάλασσα λοιπόν. Για μια στιγμή σαν να έλαμψαν τα μάτια της Άννας.

Δεν είχε καταφέρει να κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ, αγωνία την είχε κυριεύσει. Είχε φτάσει η μέρα επιτέλους, ανυπομονούσε να βγει έξω, ήταν η μόνη σκέψη που την κρατούσε στα λογικά της τους τελευταίους δύο μήνες. Λίγο μετά το μεσημέρι ξεκίνησαν για την θάλασσα, θα πήγαιναν για βαρκάδα, οι δύο τους, σε μια ερημική παραλία.

Όταν έφτασαν όλα ήταν ήρεμα, ένα απαλό αεράκι χάιδευε τα μαλλιά της, ο Αιμίλιος είχε ήδη καθίσει στην αμμουδιά και κοιτούσε την γαληνεμένη θάλασσα. Η Άννα διάλεξε μια ωραία, μεγάλη πέτρα για να καθίσει, την σήκωσε για να την βάλει κοντά στο κύμα του είχε πει. Πήρε φόρα και την προσγείωσε στο κεφάλι του, έπεσε στο πλάι αιμόφυρτος. Ανέβασε την πέτρα στο βαρκάκι και στην συνέχεια τον έσυρε από τα πόδια και τον ανέβασε μαζί της. Ξεκίνησε να τραβάει κουπί μέχρι που απομακρύνθηκαν πολύ από την ακτή, με δυσκολία διέκρινε πια την στεριά.

Με ήρεμες και στοχευμένες κινήσεις έδεσε την πέτρα στα πόδια του και τον έσπρωξε μέσα στην θάλασσα. Κοίταξε γύρω της, ήθελε να νιώσει την απεραντοσύνη να της γεμίζει την ύπαρξη. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τα ρούχα της και βούτηξε στο νερό, ένιωσε όλο της το σώμα να ζωντανεύει, η γαλήνη που επικρατούσε, διαπέρασε και το τελευταίο της κύτταρο. Ο ήλιος, σε βαθύ χρυσό χρώμα, είχε σχεδόν ακουμπήσει στην θάλασσα και ο ελαφρύς κυματισμός είχε μεθύσει από τις αλλαγές των χρωμάτων στην επιφάνεια του. Όλες οι κινήσεις της φύσης, έμοιαζαν βγαλμένες σαν από τελετουργικό. Η Άννα ξάπλωσε στο νερό, έγινε ένα με την θάλασσα. Θα έμενε εκεί, να την παρασέρνουν τα κύματα, έτσι, με γεμάτη την ψυχή, αφέθηκε στην αγκαλιά της. Μόνο η θάλασσα την ηρεμούσε τώρα πια. Δεν την ένοιαζε τι θα γινόταν, ήταν ήρεμη και έτοιμη να συναντήσει ξανά τον πατέρα της, στο άγνωστο.

 

Μαρία Παπαθεοδώρου

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook