Καλημέρα μαμά.
Είμαι 14 χρονών.
Είναι η πρώτη φορά που θα βγω μόνος μου έξω. Γέλασα τόσο πολύ με τη κλασική ατάκα που λέει κάθε μάνα και που φυσικά δε παρέλειψες κι εσύ.
“Να προσέχεις μη σου ρίξουν τίποτα στο ποτό”.
Δε ξέρω τι φαντάστηκες ότι θα πίνω. Ίσως πορτοκαλάδα. Εγώ όμως ήπια μπύρα. Για την ακρίβεια μπύρες. Λύνεται η γλώσσα μου με τις μπύρες και μπορώ να μιλάω σε κορίτσια. Νιώθω δυνατός με τις μπύρες. Μιλάω, γράφω καλύτερα, νομίζω αυτά που μου αρέσουν, παίζω καλύτερα.
Είμαι πιο κοινωνικός.

Καλησπέρα μαμά. Μπορεί να αναρωτιέσαι γιατί σου γράφω και δε σε παίρνω τηλέφωνο να σου πω ότι έχω ξεμείνει από λεφτά ή να σε ρωτήσω πότε να φέρω τα ρούχα μου για πλύσιμο. Η αλήθεια είναι ότι δε μπορώ να σηκώσω το τηλέφωνο.
Μου το έχουν κόψει Όχι, όχι, μη γκρινιάξεις πάλι ότι δεν έκανα καλή διαχείριση των χρημάτων. Έκανα την καλύτερη. Χθες το βράδυ έπαιξα στο καζίνο το ενοίκιο με σκοπό να το διπλασιάσω. Τι εννοείς, δε πάει έτσι; Δε πειράζει θα βρω κάποιον να δανειστώ. Το έχω κάνει τόσες πολλές φορές που ξέρω ακριβώς τι θα πω, για να πείσω ότι τα χρειάζομαι άμεσα κι ότι θα τα επιστρέψω, κι ας είναι τρελό ψέμα αυτό. Τέλος πάντων, θα τη βρω την άκρη. Πάντα τη βρίσκω.
Είμαι πολύ έξυπνος, ξέρεις.

Έλα μαμά. Γνώρισα μια κοπέλα. Νομίζω είμαι ερωτευμένος. Νομίζω ότι εκείνη είναι περισσότερο ερωτευμένη μαζί μου. Όταν πηγαίνω να τη δω, μου έχει πάντα έτοιμο τσίπουρο και μεζέδες γιατί έχει καταλάβει ότι μου αρέσουν. Μετά το βράδυ βγαίνουμε και πίνουμε ποτό και κάνουμε όσα κάνουν οι ερωτευμένοι μεθυσμένοι.
Εγώ βέβαια τα έκανα και πριν όλα αυτά που ήμουν μόνο μεθυσμένος αλλά αυτή δεν το ξέρει. Νομίζω θα της ζητήσω να με παντρευτεί. Με αγαπάει πολύ.

Μαμά, είσαι εδώ; Σήκωσέ το λίγο Η κοπέλα μου έμεινε έγκυος. Της είπα δεν είμαι έτοιμος ακόμα, θα κάνουμε παιδί μόλις βρω δουλειά. Ναι το ξέρω ότι λέω μαλακίες, αυτή όμως δεν το ξέρει. Με πίστεψε.
Είναι 9 το πρωί. Σε μια ώρα μπορείς να είσαι στη κλινική να πας μαζί της; Δε μπορώ εγώ. Είμαι στεναχωρημένος και ήπια λιγο παραπάνω. Δε καταλαβαίνω πού είναι το πρόβλημα; Τι εννοείς είναι 9 το πρωί, γιατί έχω πιει;
ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΕΝΑΧΩΡΗΜΕΝΟΣ, ΡΕ ΜΑΜΑ.

Μάνα, είπε ναι! Της έκανα την πιο σπουδαία πρόταση γάμου. Μπροστά σε κοινό, τραγουδώντας. Έκλαιγε από συγκίνηση. Μετά το γιορτάσαμε πίνοντας σφηνάκια.
Δεν θυμάμαι πώς γυρίσαμε σπίτι. Μη φωνάζεις ρε μάνα, κάτι τέτοια γιορτάζονται πάντα με ποτό. Οκ, νομίζω κι αυτή με μάλωσε λίγο αλλά εντάξει θα τα βρούμε όλα στη πορεία.
Θα μείνουμε μαζί φυσικά.

Μάνα δεν θα τα πάμε καλά μου φαίνεται. Μπα, να ξέρεις θα χωρίσω. Μου κάνει σκηνές επειδή γυρίζω χαράματα κι έχω πιει.
Ε και τι; δεν θα πιω;
Πρώτον, πίνουν όλοι οι φίλοι μου, τι είμαι εγώ κάνας φλώρος; Δεύτερον, στη δουλειά που κάνω με κερνάνε. Είναι ντροπή να μην το δεχτώ. Και τρίτον, το ελέγχω. Μπορεί να έπεσα 2 φορές και να γύρισα γεμάτος μελανιές, αλλά ήταν κακοτράχαλος ο δρόμος. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να το πάθει.
Δεν μπορώ τις υπερβολές.

Μαμά, ακούς; Σου έχω νέα. Αποφάσισα να το κόψω. Ντάξει, αποφάσισα τρόπος του λέγειν. Μου ζάλισε τα αρχίδια ότι έχω πρόβλημα, ότι δεν ξέρει κανέναν φυσιολογικό άνθρωπο να πίνει στις 7 το πρωί κι ότι αν δε το κόψω χωρίζουμε.
Καταρχάς μην φωνάζεις κι εσύ Δεν ειχα κοιμηθεί όλη νύχτα οπότε θεωρητικά ήταν ακόμα βράδυ για μένα και συνέχιζα. Κι έπειτα πόσες φορές θέλετε να σας το πω, ότι στις δουλειές μου το αλκοόλ βοηθάει; Όποτε γουστάρω το κόβω. Τέλος πάντων, δεν θέλω να τη χάσω. Θα κόψω τα πολλά πολλά και θα πίνω κρυφά όποτε μπορώ.
Α και πού ‘σαι; Στείλε λεφτά.
Τι θες τώρα ρε μάνα, να χωρίσω με τη γυναίκα μου; Ναι, δεν δούλεψα αυτό το μήνα, την είδα να ζορίζεται και το βράδυ που κοιμόταν πήρα τη κάρτα της κι έπαιξα σε ένα παιχνίδι online το ενοίκιο. Γαμήθηκα στην ατυχία. Το είχα σίγουρο το 500ρακι αλλά μου παίξανε πουστιά.
Ναι, στείλε τώρα μην ακούω μουρμούρα και δεν μπορώ άλλη πίεση εδώ μέσα.

Μάνα. έχω αρχίσει και φρικάρω άσχημα. Με ελέγχει συνέχεια όταν γυρνάω να δει αν έχω πιει. Κάποια στιγμή είδα κι απόειδα, έπεσα στην αγκαλιά της κι έκλαιγα σαν μωρό παιδί.
Της τα είπα όλα.
Για δύσκολα παιδικά χρόνια, ότι για όλα φταίτε εσείς οι γονείς που ποτέ δε με καταλάβατε, ο κολλητός μου που με κλωτσούσε στα σοκάκια κι άλλες λυπητερές ιστορίες. Προφανώς τις πίστεψε γιατί έκλαιγε μαζί μου και έλεγε πως θα με βοηθήσει σε όλα. Καλά μιλάμε με αγαπάει πάρα πολύ. Τόσο που μου συγχώρησε το μισό μπουκάλι τσίπουρο που κατέβασα και είπε δεν πειράζει, από εδώ και πέρα θα ζητήσουμε βοήθεια. Το τζόκερ μου έχει κάτσει με αυτή.
Σκάσε μη σε ακούσει κακομοίρα μου να το λες αυτό, σε σκότωσα. Τι ήθελες να πω ρε μάνα στα φιλαράκια μου; Ότι είμαι αλκοολικός, διπολικός και ψεύτης; Τους είπα εκεί ότι με πιέζει να κάνουμε παιδί και δε νιώθω έτοιμος. Ότι με πιέζει να κόψω τα χόμπι μου και γενικά ότι με πιέζει. Όχι δεν είναι ψέματα, αφού με πιέζει να μη πίνω κι έτσι εγώ θα αντιδράσω. Δεν θα με κάνει αυτή άλλον άνθρωπο.

Μαμά, μην ανησυχήσεις, είμαι στο νοσοκομείο.
Ναι ήπια κατιτίς παραπάνω, πονούσε και το δόντι μου, πήρα και κάτι χάπια που είχε στο φαρμακείο και μάλλον τα έκανα αχταρμά και κατέληξα με πλύση στομάχου.
Αυτή; κλαίει όλη μέρα δίπλα μου. Φοβήθηκε λέει ότι θα πεθάνω. Ναι, ναι, αυτή με βρήκε λιπόθυμο στη κουζίνα και κάλεσε ασθενοφόρο. Μαλακίες. Θα ξυπνούσα το πρωί μια χαρά.
Τέλος πάντων, σε παίρνω γιατί οι γιατροί δε με αφήνουν να βγω. Θέλουν λέει να σας μιλήσουν. Ότι είναι σοβαρά τα πράγματα και τέτοια.

Κοίταξε να δεις μάνα, δεν έφυγα νύχτα εγώ από τον ένα έλεγχο, να βρω άλλον. Χέστηκα τι είπαν οι γιατροί. Άμα γουστάρω να πεθάνω, πρόβλημα μου. Λογαριασμό δεν δίνω σε κανέναν. Κι όσοι με πολυέπρηξαν πήραν πόδι. Στα αρχίδια μου αν ήταν φιλίες χρόνων. Έκανα καινούργιους φίλους που πίνουμε μαζί.
Γουστάρω να ποστάρω φωτογραφίες με ποτά κι από κάτω να μου κάνουν λάικ, καρδούλες και χαχαχα. Γουστάρω να ρεμαλιάζω, να μπερδεύω τα χάπια μου με αλκοόλ και να κάνω χαβαλέ. Ρε, λογαριασμό θα σας δώσω για τη ζωή μου; Είπε ένας παπάρας τώρα που πήρε το πτυχίο νύχτα ότι αν συνεχίσω, με μαθηματική ακρίβεια θα πεθάνω και τον πιστέψατε.
Άει παρατήστε με όλοι.

“Συ…συγχώρεσε με αν μπορείς… Συ…συ…συγνώμη για όλα… Εγώ έκανα λάθος…έκανα λάθος Δε θέλω να πεθάνω… Δε…δε θελ… Είπα τόσα…το σα ψέματα… Δε…δέξου με πίσω. Όχι δε μπορώ να μπω εκεί μέσα. Θα πεθάνω εκεί μέσα. Ούτε λεφτά έχουμε. Δέξου με πίσω…μόνο αυτό”.

Καληνύχτα μαμά… Δεν είμαι καν 40… 3 ώρες πριν πέθανα. Ήπια λίγο παραπάνω κι ένιωσα έναν οξύ πόνο κάτω χαμηλά στη κοιλιά. Πήγα να πάρω ένα φάρμακο και σκόνταψα στο κωλόχαλο που λύσσαξες να βάλεις στο χωλ, το κεφάλι μου έπεσε με δύναμη πάνω στη γωνία του επίπλου, που επίσης δεν ήθελα, και έπεσα με αργή κίνηση στο πάτωμα.
Δε νομίζω ότι θα ξανασηκωθώ από ‘δώ μάνα.

“Όχι δε μπορώ να σε δεχτώ πίσω. Με πούλησες. Με κορόιδεψες, με έκλεψες, είπες τόσα ψέματα για μένα που νιώθω ότι δε με αγάπησες ποτέ. Είσαι άρρωστος κι επιλέγεις να συνεχίσεις να είσαι. Με έχασες. Έχασες όποιον σε νοιαζόταν πραγματικά. Κι όλα αυτά, γιατί; για ένα γαμημένο τσίπουρο. Θα χάσεις κι άλλα. Θα χάσεις τη ζωή σου. Θα σε βοηθήσω να μπεις σε μια κλινική. Έχω ήδη μιλήσει. Μας περιμένουν να πάμε. Γάμα τα τα λεφτά, θα βρούμε.”

Μάνα, της είχα ζητήσει να ‘ρθει στη κηδεία μου. Μπορείς να την ειδοποιήσεις; Η βέρα μου είναι στο κάτω συρτάρι μαζί με τις φωτογραφίες του γάμου μας. Δώσ’της την.