Είναι νέα και όμορφη. Με τα μακριά μαλλιά της πιασμένα σε μια χαλαρή αλογοουρά και μια στρογγυλή κοιλίτσα να φουσκώνει κάτω από την μπλούζα της. Την χαϊδεύει χαμογελώντας και της λέει γλυκόλογα. Ένα πλασματάκι μέσα της, την ακούει και ρίχνει κουτουλιές προσπαθώντας να φτάσει πιο κοντά στο χέρι. Κάπως έτσι περνάνε οι μήνες, οι κοιλίτσα όλο μεγαλώνει και το πλασματάκι γίνεται πιο ανήσυχο. Θέλει να βγει πια από εκεί μέσα και να νιώσει το χάδι πάνω του, κατάσαρκα. Στριφογυρίζει, σπρώχνει, κάνει μακροβούτι και αρχίζει να νιώθει τις ωθήσεις που θα το οδηγήσουν στον έξω κόσμο.

Η νεαρή γυναίκα, κατάκοπη και ιδρωμένη σπρώχνει με όλη της τη δύναμη. Πέρασαν ώρες από την πρώτη οδύνη. Ύστερα έγιναν πολλές, μα εκείνη άντεχε ξέροντας πως στο τέλος θα κρατήσει επιτέλους αγκαλιά το πλασματάκι της. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σφίγγει τα δόντια και το σεντόνι και σπρώχνει μέχρι που εμφανίζεται ένα μαλλιαρό κεφαλάκι. Πολύ μαλλί αυτό το μωρό! Την έτσουξε βγαίνοντας. Ακούγεται το κλάμα του και «κοριτσάκι! Να σας ζήσει!».

Ατελείωτα δάκρυα ευτυχίας την ώρα που την κράτησε αγκαλιά για πρώτη φορά. Την είχε πάνω της! Γερή και πανέμορφη, σαν ψεύτικη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, θα ήταν δίπλα της για μια ζωή. Κάθε φορά που στραβοκατάπινε και της κοβόταν η ανάσα, έχανε κι εκείνη τη δίκη της. Κάθε φορά που της χαμογελούσε, έλαμπε ο κόσμος γύρω της. Την νανούριζε με τραγούδια και το κοριτσάκι έφτιαξε την πρώτη του μνήμη. Τη μαμά να τραγουδάει! Τόσο όμορφα, τόσο ζεστά, τόσο μελωδικά… Αν μπορούσε θα πάγωνε τον χρόνο σε μια τέτοια στιγμή.

Ύστερα, έφτιαξε την επόμενη μνήμη. Ένα μικρό αγοράκι που ήταν πάντα πάνω από το κεφάλι της και την χάζευε χαμογελώντας. Αυτός ήταν ο μικρόκοσμός της. Η φωνή της μαμάς και το χαμόγελο του μεγάλου αδερφού. Μέσα σε αυτόν μεγάλωνε και ένιωθε καλά. Κι ας υπήρχαν τέρατα εκεί έξω, ασχήμια και κακία. Ήξερε πάντα που να γυρίσει το βλέμμα για να πάρει δύναμη.

Οι εικόνες της γίνονταν όλο και πιο πλούσιες. Σε αυτές ήρθαν να προστεθούν και οι μυρωδιές. Η μαμά στην κουζίνα να μαγειρεύει κάτω από το κίτρινο φως του απορροφητήρα και το σπίτι να γεμίζει μεθυστικά αρώματα. Κάθε γεύση που δοκίμαζε ήταν καλύτερη από την προηγούμενη. Ένα τρανζιστοράκι σε μια άκρη έπαιζε μουσική, η μαμά τραγουδούσε και οι κατσαρόλες χόρευαν στον ρυθμό. Μαγική εικόνα σαν από ταινία στα παιδικά της μάτια.

Άρχισαν σιγά σιγά τα παιχνίδια και οι σκανταλιές με τον μεγάλο αδερφό! Οι δυο τους είχαν φτιάξει μια μικρή συμμορία, και συναγωνίζονταν ο ένας τον άλλον σε διαολιά. Αγαπημένο τους παιχνίδι, να βγάζουν τις μαξιλάρες του καναπέ και να στήνουν ινδιάνικο χωριό στο σαλόνι. Αυτό το σαλόνι που μόλις είχε τακτοποιήσει και καθαρίσει η μαμά τους. Τα μάλωνε, μα στην πραγματικότητα τα καμάρωνε που ήταν τόσο αγαπημένα. Δεν τσακωνόντουσαν σχεδόν ποτέ, ούτε όταν η μικρή σκανδαλιάρα πείραζε και τυραννούσε τον μεγάλο. Η έννοια του ήταν πάντα να την προσέχει και να την προστατεύει. Κι όταν έπεφτε και μάτωνε τα γόνατά της, της τα φυσούσε όπως είχε δει να κάνει η μαμά τους, μέχρι να έρθει εκείνη και να περιποιηθεί το τραύμα. Οξυζενέ να καθαρίσει η πληγή, ιώδιο και σκόνη μαντεκασόλ για να κλείσει γρήγορα το τραύμα και να μην αφήσει σημάδι.

Όταν ήρθε ο καιρός του σχολείου, άλλαξε ο κόσμος της. Πολλά νέα πρόσωπα, παιδάκια στην ηλικία της μα και μεγαλύτερα, και κάποιοι ενήλικες που τους φώναζαν δασκάλους. Στα μάτια της φάνταζαν πολύ ψηλοί και ανέκφραστοι μέσα στα σκούρα τους ρούχα. Ορισμένοι ήταν και πολύ αυστηροί. Μάλωναν τα παιδιά, τα χτυπούσαν στα χέρια με τον ξύλινο χάρακα ή με την βίτσα και τα έβαζαν τιμωρία στη γωνία με το πρόσωπο στον τοίχο. Προσπαθούσε να είναι ήσυχη και υπάκουη για να γλιτώσει από αυτά, αλλά δεν ήταν αρκετό. Όταν μια μέρα γύρισε με τα δάχτυλα μελανά από τα χτυπήματα του χάρακα, είδε για πρώτη φορά το πρόσωπο της μαμάς της να παραμορφώνεται από θυμό. Την άλλη μέρα πήγε και βρήκε τον διευθυντή του σχολείου και από τότε δεν την πείραξε ποτέ ξανά κανένας δάσκαλος.

Μεγάλωνε γρήγορα, ανακάλυπτε τον κόσμο και τους ανθρώπους. Ήταν πάντα γελαστή και ιδιαιτέρως ομιλητική. Γαλιάντρα την φώναζαν κι εκείνη γελούσε χαρούμενα και συνέχιζε να φτιάχνει ιστορίες και να λέει στους μεγάλους. Πρέπει να ήταν το παιδάκι με τις περισσότερες απορίες στον κόσμο όλο! Κι η μάνα, πάντα καθόταν κοντά της να της εξηγήσει ότι βασάνιζε το παιδικό της μυαλουδάκι. Πάντα όμως! Να την βοηθήσει να διακρίνει το σωστό από το λάθος. Το καλό από το κακό. Να την στήσει γερά στα πόδια της, χωρίς όμως να γίνει σκληρή και αδιάφορη.

Όταν άρχισε η εφηβεία, το χαμογελαστό της πρόσωπο έγινε θυμωμένο. Αγρίμι που δεν μπορούσες να πλησιάσεις. Δύσκολα χρόνια και για τις δυο. Τσακώθηκαν, πληγώθηκαν, μάτωσαν. Η μάνα ένιωθε πως χάνει το κοριτσάκι της, και το κορίτσι ένιωθε να ανατρέπονται όλα όσα ήξερε. Τίποτα δεν ταίριαζε πουθενά, ούτε κι εκείνη. Έριχνε τα μακριά της μαλλιά μπροστά στα μάτια, λες και δεν ήθελε να βλέπει κανέναν. Έσφιγγε τα δόντια και μούγκριζε «άσε με μάνα! Άσε με είπα!», κάθε που πήγαινε να της μιλήσει. Η εικόνα της ταινίας της, είχε γίνει σαν σκηνή από θρίλερ. Μέσα της ούρλιαζε ένας δεύτερος άνθρωπος προσπαθώντας να βγει, μα το έφηβο κορίτσι δεν άφηνε κανένα περιθώριο.

Μέσα από αυτή τη μάχη, άρχισε να γεννιέται μια νεαρή γυναίκα, έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Δεν υπολόγισε όμως τον έρωτα. Ήρθε ο φτερωτός μπουλούκος και την έβαλε σημάδι. Της κάρφωνε τα βέλη του με εξαιρετική ευστοχία. Η ζωή της πλέον είχε αλλάξει τελείως. Σχολή, δουλειά, φιλίες, έξοδοι, ξενύχτια, φλερτ. Πίσω η μάνα να ανησυχεί. «Πάρε με σε παρακαλώ ένα τηλέφωνο όταν φτάσεις στους φίλους σου. Μην αργήσεις πολύ. Αν αργήσεις, πάρε με να μου το πεις να μην έχω την έννοια σου». Καθόταν όλο το βράδυ στην κουζίνα με το φως του απορροφητήρα αναμμένο να μην ξυπνήσει ο πατέρας, το τηλέφωνο δίπλα της, το τρανζιστοράκι χαμηλά να της κάνει παρέα και τα τσιγάρα της. Όταν γύριζε η κόρη της, έμπαινε στο σπίτι και η καρδιά της μάνας. Καθόντουσαν μαζί και της έλεγε πως πέρασε. Μιλούσαν και γελούσαν ψιθυριστά, κάπνιζαν παρέα και τις έβρισκε το ξημέρωμα. Ύστερα από ένα μεγάλο γιορτινό ξενύχτι, η κοπέλα μπήκε στην κουζίνα, κάθισε στην καρέκλα και η μάνα ακούμπησε μπροστά της μια μεγάλη κούπα με ζουμί από βραστό να στρώσει το στομάχι από τα ποτά.

Τα χρόνια πέρασαν. Η κοπέλα έφυγε από το σπίτι κι η μάνα έμεινε πίσω να κάνει αυτό που ήξερε καλά. Να ανησυχεί για το παιδί της. «Πως πήγε η δουλειά; Έφαγες τίποτα; Έβαλε κρύο, ντύθηκες καλά; Έκανες πυρετό; Να έρθω να σου φτιάξω μια σούπα; Πότε θα έρθεις; Σε πεθύμησα… Πως τον λένε; Είναι καλός μαζί σου; Σε αγαπάει; Να σε αγαπάει και να σε προσέχει σαν τα μάτια του γιατί το αξίζεις!». Όλη της η αγάπη σε αυτή τη φράση. Γιατί το αξίζεις. Της πήρε μισή ζωή για να καταλάβει τι εννοούσε η μάνα και να αρχίσει να αγαπάει τον εαυτό της. Γιατί το αξίζει!

Μισή ζωή δική μου κι ολόκληρη δική σου για να φτάσουμε ως εδώ. Μάνα μεγάλωσες. Δεν είσαι όπως ήσουν. Νιώθω τον χρόνο να λιγοστεύει. Άρχισες να μην είσαι καλά, να σε τσακίζει η ηλικία και η ζωή που πέρασες. Δύσκολη ζωή, το ξέρεις και το ξέρω. Αλλά ρε μάνα, βάστα γερά. Θυμάσαι τι έλεγες όταν έφυγε η γιαγιά; Να πω μαμά και να μου απαντήσει… Μην κάνεις καμία βλακεία λοιπόν! Θέλω να μου απαντάς για πολύ ακόμα. Ναι, σ’ αγαπάω πολύ βλαμμένο μου! Και να σου πω κάτι; Γερνάω κι εγώ σιγά σιγά. Δεν θέλεις να το χάσεις!