Γιαγιά είναι εκείνη που είναι σαν μαμά, μα με πιο πολλή υπομονή και πιο πολλά χατήρια.

Εκείνη που λέει τις πιο όμορφες ιστορίες κι όσες φορές κι αν τις έχεις ακούσει, πάντα σε ταξιδεύουν.

Εκείνη που κάθε επίσκεψη στο σπίτι της είναι μια βουτιά στα πιο όμορφα παιδικά σου χρόνια.

Εκείνη που σε χαϊδεύει και σε νανουρίζει πιο γλυκά απ’ τον καθένα.

Εκείνη που σου βάζει κρυφά χαρτζιλίκι στο χέρι όσων χρόνων και να είσαι, λες και σου σπρώχνει ναρκωτικά!

Εκείνη που όταν την αγανακτείς σου φωνάζει «όταν έρθει η μάνα σου θα δεις! Όλα θα της τα πω!», μα ποτέ δεν της τα λέει.

Εκείνη που σε ταΐζει μέχρι σκασμού και πάλι λέει «τίποτα δεν έφαγε το παιδί!».

Εκείνη που σε βλέπει πάντα αδύνατο και όμορφο και σε καμαρώνει κι ύστερα σε φτύνει για να μην σε ματιάσει.

Εκείνη που πάντα και παντού θα σου φωνάζει «Μην κάθεσαι εκεί παιδί μου, έχει ρεύμα, θα κρυώσεις!»

Εκείνη που μαλώνει τη μάνα σου «Τι έχει το παιδί και κλαίει; ΤΙ ΤΟΥ ‘ΚΑΝΕΣ;».

Εκείνη που σε παρηγορεί «Τι έχεις παιδάκι μου και κλαις; Πόσο κάνει αυτό που θες; Εγώ θα στο πάρω!».

Εκείνη που φτιάχνει τα φαγητά με έναν δικό της μοναδικό τρόπο και όσοι κι αν έχουν προσπαθήσει τις συνταγές της ποτέ δεν έχουν πετύχει την ίδια γεύση.

Εκείνη που σε βγάζει από τα ρούχα σου όταν της εξηγείς πώς δουλεύει το τηλεκοντρόλ και δεν μπορεί με τίποτα να το καταλάβει.

Εκείνη που σου έχει μαζέψει την προίκα για το σπιτικό σου από τα έξι σου.

Εκείνη που σε ταΐζει κρυφά σοκολάτες και γλυκά του κουταλιού.

Εκείνη που πιστεύει πως όλα περνάνε με λίγο χαμομήλι κι ένα ξεμάτιασμα.

Εκείνη που όταν σμίγεις με τον αδερφό/ξάδερφό σου, στο τέλος της ημέρας ωρύεται αναμαλλιασμένη «Δεν τα αντέχω και τα δυο μαζί! Με τρελάνανε! Ένα ένα να μου τα φέρνετε!!»

Εκείνη που ενώνει την οικογένεια και το σπίτι της είναι το σημείο συνάντησης για όλους.

Εκείνη που είναι ο βράχος της οικογένειας κι έχει λύσεις για όλα.

Εκείνη που πάντα έχει κρυμμένη μια λιχουδιά για ‘σένα.

Εκείνη που λέει πάντα «Έλα δεν πειράζει, παιδί είναι!»

Εκείνη που τρελαινέσαι να την πειράζεις και σε κάνει να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια με τις αντιδράσεις της.

Εκείνη που όταν τρως τις πατάτες από το πιάτο σου φωνάζει «Το κρέας σου τρώγε!» κι όταν τρως το κρέας «Μα γιατί δεν τρως πατάτες;».

Εκείνη που όταν σε κερνάει κάτι πρέπει οπωσδήποτε να το φας, δεν κατάλαβες, θέλεις δεν θέλεις ΘΑ ΤΟ ΦΑΣ!

Εκείνη που όταν δεν σου αρέσει το φαγητό θα πει «Να σου τηγανίσω πατατούλες; Να σου ψήσω και μια μπριζόλα;» και ταυτόχρονα αυτή που σε κάνει να τρως φαγητά που η μάνα σου είχε χάσει κάθε ελπίδα ότι θα δοκιμάσεις.

Εκείνη που μυρίζει νιβέα και καουντερπέιν.

Εκείνη που λέει «Ναι» όταν η μαμά λέει «Όχι» γιατί «δεν κάνει να στεναχωριέται το παιδί»!

Εκείνη που σε βλέπει πάντα μα πάντα σαν παιδί και σε κάνει να νιώθεις παιδί κι ας κοντεύεις τα σαράντα!

Έτσι πρέπει να είναι οι γιαγιάδες! Κι εγώ είμαι πολύ τυχερή! Γιατί εγώ είχα, όχι μία, όχι δύο, αλλά ΤΕΣΣΕΡΙΣ τέτοιες! Δύο γιαγιάδες και δύο προγιαγιάδες.

Την τελευταία μου γιαγιά την έχασα πριν λίγες μέρες. Και να σου πω κάτι; Εκτός από όλα τα άλλα, αισθάνομαι ότι έχασα κι ένα κομμάτι της παιδικότητας μου… Ανεπιστρεπτί.

Μα στ’ αλήθεια είμαι τυχερή, γιατί έχω τόσα πολλά να θυμάμαι! Κι όσο θυμάσαι, οι άνθρωποι δεν χάνονται…