Για ένα της χαμόγελο

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest
()

Καθόταν μόνη, εκεί δίπλα στο παράθυρο. Ευθυτενής, αγνάντευε το άπειρο. Βλέμμα κενό, αδιάφορο. Χαμένο στον ορίζοντα. Χαμένη και η σκέψη. Τρέχα γύρευε πού. Κουβέντα δεν έβγαλε, ούτε καν όταν μας σύστησε σε όλους η ψυχολόγος του γηροκομείου. Μόνο ένα ανεπαίσθητο γύρισμα του κεφαλιού,  ίσα να μας πιάνει η άκρη του ματιού και ένα νεύμα ευγενείας στο άκουσμα των ονομάτων μας. Χαμογελάσαμε και εμείς και πήραμε τις θέσεις μας.

Στο κέντρο ένας μεγάλος πάγκος, σαν τραπέζι συνεδριάσεων. Όλοι κάθονταν εκεί εκτός από εκείνην. Στην μία κεφαλή η Νατάσσα, στην άλλη προς το μέρος της εγώ. Τράβηξα το κάθισμά μου λίγο πιο πίσω. Ήθελα να την συμπεριλάβω στο οπτικό μου πεδίο. Από την πρώτη στιγμή με μαγνήτισε το κενό του βλέμματός της. Ένα αδηφάγο κενό τα μάτια της, παραδομένα στη σιωπή. Μια εκκωφαντική σιωπή, που άρχισε να μου τριβελίζει το μυαλό. Προσπάθησα να αποτραβήξω την προσοχή μου από αυτά. Η Νατάσσα είχε ήδη αρχίσει να διαβάζει. Είχαμε από πριν επιλέξει κάποια κείμενα και συμφωνήσαμε να διαβάζουμε αποσπάσματά τους εναλλάξ. Το όλο στοίχημα ήταν να κερδίσουμε την προσοχή τους. Να μην αποκοιμηθούν. Δεν θέλαμε απλά να περάσουν την ώρα τους ευχάριστα. Να λειτουργήσει το μυαλό θέλαμε. Να ανασύρουμε μνήμες και συναισθήματα. Να του δώσουμε διέξοδο από εκείνη τη φάση απραγίας, που καταρρακώνει την τρίτη ηλικία.

Λεπτό και δύσκολο το εγχείρημα βέβαια, γιατί, εντάξει, οι μνήμες, μα τα συναισθήματα, που τις συνοδεύουν, δεν είναι πάντα και τα πιο ευχάριστα. Τουναντίον στις περισσότερες των περιπτώσεων. Έτσι, συζητώντας με την ψυχολόγο στην πρώτη διερευνητική επαφή, που είχαμε μαζί της, αποφασίσαμε η ανάγνωση να περιοριστεί, ει δυνατόν, σε όσο πιο ευχάριστα – ως προς την πλοκή και το περιεχόμενο – κείμενα. Μα ακόμη και αυτό αναρωτιέμαι, κατά πόσο μπορεί να βοηθήσει σε όλες τις περιπτώσεις. Δεν μπορεί. Όχι πάντα. Έχει να κάνει κυρίως με τη διάθεση εκείνου που ακούει και έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του μυαλού του, να αποφασίσει ποιες μνήμες θα ανασύρει και αν θα τις αναβιώσει με ευχαρίστηση ή πόνο ψυχής. Βάσει ποιού ερεθίσματος; Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με σιγουριά, παρά μόνον ο ίδιος και εξαρτάται πάντα, τολμώ να σκεφτώ, από τουλάχιστον δυο πράγματα. Τα προσωπικά του βιώματα, αυτά που απέκτησε διανύοντας την μέχρις εδώ ζωή του και φυσικά τη διάθεση της στιγμής. Αυτή τη ρημάδα διάθεση της στιγμής. Ακριβώς σαν αυτή που τώρα καθρέφτιζαν τα μάτια της. Την άσχημη. Για την άλλη ούτε λόγος. Μακάρι να υπάρχει πάντα. Μα αυτή έρχεται και θρονιάζεται στο στήθος και σου κλέβει και την τελευταία ανάσα. Καμιά φορά και την ψυχή. Την κάνει δική της με το έτσι θέλω, δίχως ευγένειες και ερωτήσεις. Κι αν αυτή η δική της δεν ήταν της στιγμής, μα η μόνιμη; Πόσο λαχτάρισα, να είχα τη δύναμη να της την αλλάξω! Να την ταξιδέψω σε άλλα μονοπάτια, περισσότερο ασφαλή, νά ‘βρει κι αυτή τα στεγανά της. Μήπως και ξεφύγει από αυτή την επίπλαστη ασφάλεια της σιωπής.

Ένας διαφορετικός χρωματισμός της φωνής της Νατάσσας, λόγω μιας στιχομυθίας, που διάβαζε εκείνη τη στιγμή, άλλαξε απότομα τις σκέψεις μου. «Ξεκόλλα», σκέφτηκα. «Το έχεις ζήσει ξανά αυτό». Εφτά χρόνια άντεξε έτσι εκείνη, μαζί της και εγώ. Δύσκολος χαρακτήρας από τα νιάτα της. Δεν χάιδευε αυτιά, μα ήταν δίκαιος άνθρωπος. Είχε τους λόγους της και αυτή. Στα τελευταία της πια, τους έκανε όλους πέρα με τον τρόπο της. Τους σιχάθηκε. Παρέδωσε και χάθηκε στη σιωπή. Μαζί μου όμως ήταν διαφορετικά. Πάντα είχαμε άλλη σχέση. Είχαμε τον ίδιο τρόπο σκέψης. Γι αυτό και καταλαβαίναμε η μια την άλλη. Σεβόμασταν την υπομονή, την αντοχή, το πείσμα να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα.. Γιατί; Μήπως στο τέλος αλλάξαμε κάτι; Εκείνη όχι. Παρέδωσε τη σκυτάλη σε μένα, ήσυχη ότι είχα την απαιτούμενη δύναμη. Πόσο λάθος αποδειχθήκαμε και οι δυο. Κανείς δεν έχει τη δύναμη να αλλάξει τα πάντα.

Ήρθε η σειρά μου. Ξεκίνησα να διαβάζω ένα απολαυστικά αστείο κείμενο, προσπαθώντας να δώσω και τον κατάλληλο τόνο στη φωνή μου. Εκείνον μιας νεαρής δασκάλας, η οποία φαίνεται να έχει πολύ περισσότερο άγχος από τα πρωτάκια, που έχει απέναντί της. Καθώς συστήνεται, κάνει κιόλας το πρώτο της σαρδάμ. Στο όνομά της! «ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ!!» συμπληρώνω και εγώ και τους πιάνουν όλους τα γέλια. Μαζί και μένα. Ήδη τους είχε φτιάξει τη διάθεση η Νατάσσα με την απολαυστική ανάγνωσή της και αυτό μετά ήταν ότι χρειαζόταν, για να συνεχίσουν να γελούν. Για εκείνη δεν ήξερα, καθώς με είχαν συνεπάρει οι σκέψεις μου και η ανάγνωση. Μα τώρα την έπιασα να κοιτά προς στο μέρος μου. Συνέχισα με περισσότερο ζήλο. Και εκεί που όλα πήγαιναν μια χαρά, έκανα το πρώτο μου σαρδάμ. Πανικός! Δέκα χρώματα άλλαξα σε δευτερόλεπτα, μέχρι να ξεμπλοκάρει ο εγκέφαλος και διακριτικά να εκφράσει ένα αυτοσαρκαστικό σχόλιο εν μέσω μιας καλυμμένης απολογίας. «Φχιου.. Πολύ άγχος η Δώρα, βρε παιδί μου». Τους έπιασαν τα γέλια και πάλι. Μαζί και εκείνην. Όχι πως έπεσαν και στα πατώματα, μα ήταν μια αρχή.

Μου πήρε μια ολόκληρη και αρκετά μεγάλη παράγραφο, μέχρι να επανέλθω 100%, μα τελικά κατάφερα και ολοκλήρωσα το κείμενο αξιοπρεπώς την κατάλληλη στιγμή. Μόλις είχε φτάσει η εθελόντρια, που τους απασχολούσε στη χορωδία. Σηκωθήκαμε και τους χαιρετίσαμε έναν-έναν. Πόσο ευχάριστη αίσθηση! Ήταν όλοι τους χαμογελαστοί! Στόχος επετεύχθη. Επετεύχθη;.. Έστρεψα το κεφάλι προς το μέρος της. Παραλίγο να την ξεχάσω. Έκανα να πάω προς τα εκεί, μα με έκοψε το χαμόγελό της, συνοδευόμενο από ένα νεύμα του κεφαλιού και η φωνή της, που άκουγα για πρώτη φορά. «Δεν πειράζει.. Δώρα. Την επόμενη φορά» είπε και χαμογέλασε ξανά με νόημα. Έκπληκτη της έγνεψα και εγώ αντίστοιχα κι ένα ευχαριστώ σαν ψίθυρος ξεγλίστρησε από τα χείλη. Ευχαριστώ, που μου έκανες την τιμή..

Μαζέψαμε τα βιβλία μας και αποχωρήσαμε. Με μιαν ώρα μείον από τον προσωπικό μας χρόνο η καθεμιά, μα τόσο πλήρης! Τουλάχιστον εγώ. Και το υπόλοιπο της μέρας έτσι πήγε, γεμάτο «σαρδάμ». Μα ποιος νοιαζόταν πια; Είναι όμορφο να αφήνεις τις αδυναμίες σου να εμφανιστούν δημόσια. Να τσαλακώνεσαι, δίχως να νιώθεις την ανάγκη να απολογηθείς. Κάπως έτσι αναθαρρούν σιγά-σιγά και οι άλλοι και δεν πιέζονται να φαντάζουν «τέλειοι» στα μάτια κανενός. Έρχονται πιο εύκολα κοντά. Κι αυτό δεν είναι παρά μόνο η αρχή. Γιατί έτσι γεννιούνται και τα χαμόγελα.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Δεν υπάρχον ψήφοι! Ψηφίστε πρώτοι!

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *