«Γύρισα Ελλάδα… Ναι, ναι. Θεσσαλονίκη είμαι. Απόψε μάζεψέ τους όλους στο παλιό μπαράκι», είπε ο Κώστας και έκλεισε το κινητό του. Ήταν σίγουρος πως ο κολλητός του θα ξεσήκωνε όλη την παρέα για απόψε. Την παρέα που είχε να την δει 5 χρόνια. Και ίσως ανάμεσά τους να ήταν και εκείνη. Αναστέναξε βαθιά και άρχισε να ανοίγει παλιές κούτες στο πατρικό του. 

Πέντε χρόνια πριν είχε αφήσει τούτο τον τόπο. Πέντε χρόνια πριν ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Είχε εξαιρετικές σπουδές, μιλούσε πολλές γλώσσες αλλά ήταν άτυχος. Όσες δουλειές και αν έκανε καμία δεν μπορούσε να του εξασφαλίσει την επιβίωση. Προσπαθούσε πραγματικά. Δεν φοβήθηκε την δουλειά ποτέ του. Ήθελε να πετύχει. Ήθελε να γίνει καλύτερος. Και όλα αυτά τα ήθελε για εκείνη. Εκείνη που αγάπησε βαθιά από την πρώτη μέρα που την είδε στο δημοτικό. Για εκείνη η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά σε όλο το γυμνάσιο. Για εκείνη έκλαιγε κρυφά στο λύκειο όταν την έβλεπε να φεύγει με άλλα αγόρια, που δεν ήταν ψηλά και άχαρα όπως ήταν εκείνος, ούτε είχαν σπυριά στο πρόσωπο. Την άκουγε να του μιλάει για τα αγόρια και η ψυχή του έσπαγε. Για εκείνην που τον είχε σαν απλό φίλο. 

Μετά το λύκειο χώρισαν οι δρόμοι τους. Φοιτητές στη Θεσσαλονίκη και οι δύο, σε άλλες σχολές. Δεν είχαν πολλές επαφές πλέον. Έκαναν σχέσεις, προχώρησαν με τις ζωές τους. Ή μάλλον εκείνη προχώρησε. Ο Κώστας ποτέ δεν είχε ξεχάσει την πρώτη του ερωτική επαφή στα 20 του. Ένιωσε απαίσια όταν ψιθύρισε το δικό της όνομα και όχι το όνομα της κοπέλας του. Και ακολούθησαν και άλλες κοπέλες. Και σχέσεις όμορφες. Αλλά το αγκάθι μέσα του δεν έλεγε να φύγει. 

Την ήθελε. Την αγαπούσε. Αλλά ένιωσε ανάξιος και φτωχός. Προσπάθησε να αλλάξει τα πράγματα αλλά δεν τα κατάφερε. Με μια βαλίτσα στον ώμο, λιγοστά ευρώ στην τσέπη και μια θέση να τον περιμένει στο εξωτερικό, έφυγε. Το βράδυ πριν φύγει έτρεξε στο πατρικό της. Εκείνη τον υποδέχτηκε σαν έναν παλιό καλό φίλο. Μίλησαν για λίγο, της είπε πως φεύγει αλλά δεν βρήκε δύναμη να της πει αυτά που νιώθει. Πέντε χρόνια πριν. 

Ένιωθε τα χέρια του παγωμένα από αγωνία καθώς έμπαινε στο μπαρ. Έβλεπε τους φίλους του και πραγματικά ένιωθε ευτυχισμένος. Περίμενε ωστόσο εκείνη. Πλέον ήταν ένας άλλος άνδρας. Δεν έχει σπυριά, είχε αποκτήσει ένα καλό σώμα με γυμναστική και σωστή διατροφή, φορούσε καλά ρούχα, είχε πλέον να πληρώσει το ακριβό ουίσκι, είχε πετύχει επιτέλους. Ήταν έτοιμος. Έβγαλε ένα τσιγάρο και βγήκε έξω από το μπαρ να πάρει αέρα.
 
«Νόμιζα το είχες κόψει». Η φωνή της ζέστανε την ψυχή του. Γύρισε και την αντίκρισε. Ο χρόνος δεν είχε περάσει από πάνω της. Ήταν πανέμορφη. 
«Άννα», είπε και την αγκάλιασε. Πόσο ευτυχισμένος ήταν. Η Άννα είχε έρθει. Την επόμενη μέρα όπως και αυτές που ακολούθησαν μιλούσαν καθημερινά. Έβγαιναν για καφέ. Πήγαιναν κινηματογράφο. Και μάλιστα η ίδια η Άννα τον έπαιρνε τηλέφωνο. Τι και αν ήταν παντρεμένη πλέον; Τι και αν είχε ένα τρίχρονο παιδί; Για τον Κώστα δεν είχε σημασία. Ήταν σίγουρος πλέον. Η Άννα του έδειχνε ερωτικό ενδιαφέρον. 

Το μυαλό του έτρεχε. Έκανε σενάρια. Η Άννα θα χώριζε και μαζί θα μεγάλωναν τον γιο της. Ήταν σίγουρος. Όχι, δεν είχαν μιλήσει για συναισθήματα. Αλλά εκείνη τον έπιανε αγκαζέ στις βόλτες, ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του όταν έβλεπαν ταινίες, του μιλούσε τρυφερά και του είχε δώσει μια απάντηση που έκανε τον Κώστα να πειστεί. 
«Είσαι ευτυχισμένη;»
«Τώρα, αυτή τη στιγμή ναι. Αν ρωτάς γενικά, όχι πάντα.»
Μία μέρα η Άννα χτύπησε το κουδούνι του. Γεμάτος χαρά την υποδέχτηκε και έβαλε καφέ. Εκείνη ήταν χάλια. Την ρώτησε τι της συμβαίνει. 
«Περικοπές.»
«Σε απέλυσαν;»
«Όπως τόσους άλλους», είπε εκείνη και άρχισε να κλαίει. «Την χρειάζομαι την δουλειά.» 
«Εδώ είμαι εγώ, στο έχω πει, είμαι εδώ για σένα», της είπε και της φίλησε το χέρι τρυφερά. Η Άννα ήθελε δουλειά. Και ο Κώστας θα της έβρισκε δουλειά. Πλέον είχε γνωριμίες. Ούτε μια βδομάδα δεν πέρασε και της βρήκε μια θέση. Και όχι απλή θέση. Μια θέση με πολύ καλό μισθό, καλύτερο από αυτό που έπαιρνε και μια θέση που είχε και ταξίδια. 
«Πως να σε ευχαριστήσω;» του είπε εκείνη γεμάτη χαρά. Τον αγκάλιασε σφιχτά και τον φίλησε στο μάγουλο. 

Ξεκίνησε με την νέα της θέση. Και ο Κώστας εκεί δίπλα της. Ένα μήνα μετά, με τον πρώτο μισθό, η Άννα τον κάλεσε για φαγητό σε ένα εστιατόριο για να γιορτάσουν. 
Γεμάτος χαρά, αφού απόψε είχε σκοπό να της μιλήσει ξεκάθαρα, μπήκε στο εστιατόριο. Την είδε να κάθεται με έναν άλλο άνδρα και πάγωσε. 
«Κώστα ήρθες» είπε και τον αγκάλιασε. «Να σου συστήσω τον άνδρα μου» είπε και έκανε τις συστάσεις. Ο Κώστας είχε παγώσει. Έβλεπε μπροστά του ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Έβλεπε μπροστά του την Άννα του με έναν άλλο άνδρα. Το γεύμα δεν κράτησε πολύ. Είπε ψέματα πως δεν νιώθει καλά και έφυγε. 
Μέρες πέρασαν και δεν σήκωνε το τηλέφωνο του. Έβριζε, έκλαιγε, ξεσπούσε πάνω σε πράγματα. Ώσπου δεν άντεξε. Πήγε κάτω από το σπίτι της και της είπε να κατέβει. Εκείνη γεμάτη απορία τον ρώτησε τι σου συμβαίνει…

«Τι μου συμβαίνει; Ρωτάς;» της έλεγε φωνάζοντας. «Είμαι ερωτευμένος μαζί σου από την πρώτη δημοτικού. Σ’ αγαπώ γαμώτο! Και άσε τα χρόνια που πέρασαν. Τώρα; Πες μου πως όλα αυτά είναι στο μυαλό μου… Οι βόλτες μας, οι συζητήσεις μας, οι αγκαλιές, τα φιλιά όλα είναι στο μυαλό μου; Άννα σ’ αγαπάω, σε περιμένω χρόνια.»
Εκείνη στο άκουσμα είχε πάθει σοκ. 
«Κώστα ηρέμησε. Τι λες; Τι είναι αυτά που λες; Είμαι παντρεμένη. Αγαπώ τον άνδρα μου.» 
«Και όλα αυτά που ζήσαμε;»
«Είσαι ο παιδικός μου φίλος! Πότε δεν σε είδα ερωτικά. Σ’ αγαπώ σαν φίλο. Σαν αδελφό.»
«Σαν αδελφό;» είπε εκείνος και έκλαψε. Έκανε δύο βήματα πίσω. 
«Δεν θέλω να σε ξαναδώ» της είπε και έφυγε. 

Μάταια εκείνη προσπάθησε να έρθει σε επαφή μαζί του. Εκείνος κλεισμένος στο σπίτι για μέρες της έγραφε αυτά που ποτέ δεν της είπε. Μια μέρα ένα γράμμα έφτασε στην πόρτα της. Ο φάκελος έγραφε «για την Άννα». Την ώρα που εκείνη το διάβαζε ο Κώστας έφευγε ξανά για το εξωτερικό.