Υπήρχαν στιγμές, που ένιωθε σαν να είχαν περάσει αιώνες από τότε που είχαν γίνει όλα κι άλλες στιγμές σαν να έγιναν μόλις χτες. Υπήρχαν στιγμές, που ένιωθε την καρδιά του να σταματάει για δευτερόλεπτα, η απόλυτη συνειδητοποίηση για τα όσα είχαν συμβεί τόσο κρατούσε κι άλλες που μπορούσε να διηγηθεί την ιστορία του, σαν να μιλούσε για κάποιον άλλον. Υπήρχαν στιγμές, που ένιωθε πως όλα ήταν απλά ένα κακό όνειρο. Ήξερε πως υπήρχαν πράγματα που είχε δει με τα ίδια του τα μάτια, αλλά το μυαλό του θαρρείς του απαγόρευε να τα επαναφέρει στη μνήμη του. Σαν να αρνιόταν το ίδιο του το μυαλό να συνεργαστεί με την επιθυμία του να θυμηθεί εικόνες, γιατί ήξερε πως θα τον σκότωναν.

Οι ειδικοί που τον είδαν τότε, αλλά κι αυτοί που τον έβλεπαν κατά καιρούς στα χρόνια που πέρασαν, επέμεναν πως δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα. Δεν είχε τρελαθεί. Στα χρόνια που πέρασαν, έδειχνε να γίνεται όλο και καλύτερα. Κάποιοι μάλιστα θα ορκίζονταν πως τον είχαν δει να χαμογελάει κιόλας τελευταία. Του είχε πάρει πολύ χρόνο, αλλά θα συνερχόταν. Ήταν δυνατός άνθρωπος.

Κάθισε στην γκρι πολυθρόνα μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε τα ματωμένα χέρια του. Τα σκούπισε πρόχειρα πάνω στο επίσης ματωμένο τζιν του κι άναψε τσιγάρο. Φύσηξε ξαλαφρωμένος θαρρείς, τον καπνό προς το ταβάνι. Αναστέναξε και κοίταξε την ανθρώπινη μάζα που βρισκόταν κουλουριασμένη στη γωνία του δωματίου. Παρέμενε ακόμη σε εμβρυακή στάση, σχεδόν ακίνητος. Είχε αίματα παντού και τα ρούχα του ήταν σκισμένα. Τα χέρια του ήταν δεμένα πίσω απ’ την πλάτη του. Το πρόσωπό του ήταν σχεδόν παραμορφωμένο. Ήταν εμφανές ότι πονούσε πολύ. “Πονάς;” τον ρώτησε. Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ο Τηλέμαχος πήρε ακόμη δυο τζούρες απ’ το τσιγάρο του και το έσβησε στο τασάκι που υπήρχε στο περβάζι του παραθύρου. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις και τον πλησίασε. Γονάτισε μπροστά του και τον άρπαξε απ’ το πέτο με δύναμη, υποχρεώνοντας τον να σηκωθεί και να τον κοιτάξει στα μάτια. Οι δυο άντρες, γονατισμένοι ο ένας απέναντι στον άλλον, κοιτάχτηκαν για λίγα δευτερόλεπτα.

Ο Τηλέμαχος έβγαλε απ’ την τσέπη του το πορτοφόλι του κι από μέσα τράβηξε μια φωτογραφία, την οποία πλησίασε κοντά στα μάτια του άλλου άντρα. Ήταν η φωτογραφία μιας κοπέλας. Μιας όμορφης μελαχρινής κοπέλας, με μεγάλα μάτια. “Την θυμάσαι;” τον ρώτησε κι ο άντρας άρχισε να κουνάει το κεφάλι του αρνητικά με έντονες κινήσεις. Ο Τηλέμαχος τράβηξε απ’ το στόμα του το πανί, που τον εμπόδιζε να μιλήσει. “Την θυμάσαι;” τον ρώτησε με πιο δυνατή φωνή. “Όχι! Δεν την ξέρω! Λάθος κάνεις! Με μπερδεύεις! Δεν την έχω ξαναδεί!” άρχισε να λέει ο χτυπημένος άντρας με όση δύναμη του είχε απομείνει. Σταγόνες αίματος πετάγονταν απ’ το στόμα του με κάθε λέξη. Το βλέμμα του ήταν πραγματικά τρομαγμένο. Ο Τηλέμαχος σηκώθηκε με ήρεμες κινήσεις και ξαναέβαλε τη φωτογραφία στο πορτοφόλι του.

Ξαναγύρισε στην πολυθρόνα που καθόταν κι άναψε κι άλλο τσιγάρο. “Είναι η Αγάπη. Η αγάπη μου. Ήμασταν μαζί 3 χρόνια. Σκοπεύαμε να παντρευτούμε. Όταν έμεινε έγκυος, κλαίγαμε σαν μωρά παιδιά απ’ τη χαρά μας. Ήμασταν τόσο ερωτευμένοι!”. Ο Τηλέμαχος κόλλησε το βλέμμα του, στο τρομαγμένο βλέμμα του χτυπημένου άντρα. “Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Σου είπα δεν την ξέρω! Κάνεις λάθος!” ούρλιαξε. Ο Τηλέμαχος τράβηξε μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του και τον κοίταξε ατάραχος. “Ήταν Τρίτη βράδυ. Είχα γυρίσει απ’ τη δουλειά κι είχα φτιάξει κάτι πρόχειρο για να φάμε και την περίμενα. Είχαμε μιλήσει νωρίτερα στο τηλέφωνο και μου είχε πει πως ένιωθε πολύ κουρασμένη. Της είπα να γυρίσει απ’ τη δουλειά όσο πιο νωρίς μπορούσε, για να καταφέρει να ξεκουραστεί. Εκείνο το βράδυ δεν γύρισε στο σπίτι. Ήταν άτυχη, γιατί στο δρόμο της επιστροφής έπεσε στα χέρια κάποιου άντρα, ο οποίος αποφάσισε διαφορετικά. Γιατί εκείνος ο άντρας, αποφάσισε πως θέλει να ξεσπάσει πάνω της, τις άρρωστες ορέξεις του και μετά να τη σκοτώσει σαν σκυλί. Εκείνος ο άντρας αποφάσισε, πως αυτή έπρεπε να είναι η μοίρα της Αγάπης και του αγέννητου παιδιού μας. Την βίασε και μετά τη στραγγάλισε. Κι αφού τα έκανε όλα αυτά, αποφάσισε να την πετάξει σε μια χωματερή σαν να ήταν σκούπιδι. Σκουπίδι η Αγάπη μου και το παιδί μας!”. Η φωνή του Τηλέμαχου παρά τα όσα έλεγε, παρέμενε σταθερή και χωρίς ίχνος συναισθήματος. Κάτι πήγε να ψελλίσει ο χτυπημένος άντρας, αλλά ο Τηλέμαχος πετάχτηκε πάνω του και τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο, κάνοντάς τον να σωπάσει. Τον κοίταξε να βρίσκεται πάλι ακίνητος, κουλουριασμένος στη γωνία του. Αιμορραγούσε.

Έβγαλε το κινητό του απ’ την τσέπη του και πληκτρολόγησε τρία νούμερα. 1 – 0 – 0. “Σκότωσα κάποιον. Αριστοτέλους 22. 2ος όροφος.” είπε με σταθερή φωνή. Έκλεισε το τηλέφωνο και το πέταξε με δύναμη στον τοίχο. Ο ήχος που έκανε το κινητό όπως έσπαγε, έκανε τον κουλουριασμένο άντρα να ταρακουνηθεί. “Εκείνος ο άντρας ήταν που με υποχρέωσε να σταθώ μπροστά στο παγωμένο πρόσωπο της γυναίκας μου και να τη φιλήσω για τελευταία φορά, ενώ εκείνη είχε τα μάτια της κλειστά. Ήταν ντυμένη νύφη, μα δεν βρισκόταν χαμογελαστή στο πλάι μου, αλλά ξαπλωμένη σ’ ένα κρύο, λευκό φέρετρο. Εκείνος ο άντρας, μου επέβαλε να την δω να μπαίνει σε μια τρύπα και να σκεπάζεται με χώμα. Σ’ εκείνον τον άντρα, το δικαστήριο επέβαλλε ποινή φυλάκισης 10 χρόνων. 10 χρόνια για την ψυχή της Αγάπης κι ενός παιδιού που δεν είχε προλάβει να δει το φως του ήλιου. 10 χρόνια για δυο γονείς που πέθαναν απ’ τον καημό για τη μοναχοκόρη τους. 10 χρόνια για μένα που έχασα σε μια στιγμή, τον πιο σημαντικό άνθρωπο της ζωής μου. 10 χρόνια για ένα πλάσμα που δεν του δόθηκε η δυνατότητα να ζήσει. 10 χρόνια και δεν κατάφερα να χύσω ένα δάκρυ! Το πιστεύεις; Ούτε ένα! Στα 10 χρόνια που πέρασαν, έμεινα βράδια ολόκληρα στο αυτοκίνητό μου έξω απ’ τη φυλακή. Πέρασα βράδια άυπνος, να περιμένω να περάσουν αυτά τα 10 γαμημένα χρόνια! Πέρασα φριχτά βράδια, περιμένοντας αυτή ακριβώς τη στιγμή! Γι’ αυτή τη στιγμή ζούσα τα τελευταία 10 χρόνια!”. Ο χτυπημένος άντρας ξέσπασε σ’ ένα δυνατό κλάμα κι άρχισε να κάτι να λέει. Ο Τηλέμαχος δεν καταλάβαινε λέξη. Ένα “συγνώμη” ξεχώρισε, ένα “έκανα λάθος”… του μιλούσε αλλά δεν τον ένοιαζε τι έλεγε. Πήρε στα χέρια του ένα μαχαίρι και το κοίταξε. Η λεπίδα του άστραψε, απ’ τις αχτίδες του ήλιου που έμπαιναν απ’ το παράθυρο. “Σ’ αυτόν τον καναπέ την περίμενα εκείνο το βράδυ” του είπε κι έδειξε με το χέρι του τον γκρι καναπέ στη μέση του σαλονιού.

Έκανε δυο μεγάλα βήματα και στάθηκε μπροστά στον κουλουριασμένο άντρα. “Σε παρακαλώ! Μη! έχω παιδιά…” ήταν η τελευταία του κουβέντα πριν ο Τηλέμαχος καρφώσει το μαχαίρι στο λαιμό του. Ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να σιγουρευτεί πως είχε σταματήσει να αναπνέει. “Κι εγώ θα είχα παιδί… και την αγάπη μου!” ψιθύρισε όταν άκουσε γρήγορα βήματα έξω απ’ την πόρτα του. Κρατώντας το μαχαίρι ακόμη στα χέρια του, περπάτησε προς την πόρτα. “Είναι νεκρός!” είπε στους αστυνομικούς με ήρεμο ύφος και τους παρέδωσε το μαχαίρι.

—–

“Είχα πλήρη συνείδηση. Δεν θέλω να με δει ειδικός. Όλοι οι ειδικοί που με είδαν τα τελευταία 10 χρόνια είχαν αποφανθεί ακριβώς το ίδιο. Δεν έχω τρελαθεί. Θα συνέλθω. Συνήλθα.” είπε με σταθερή φωνή στον δικηγόρο του…