Για τη Μαρία

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Προχθές το βράδυ έχασα τη φίλη μου. Εκείνη για την οποία είχα την ελπίδα ότι θα τα καταφέρει. Ότι θα ξαναβρισκόμασταν και θα λέγαμε “θυμάσαι πέρσι τι λούκι τράβηξες;” και θα το σκεφτόμασταν σαν ένα κακό όνειρο. Ήταν κακό, μα δεν ήταν όνειρο. Ποιος θα μου το ‘λεγε πριν δώδεκα χρόνια που γνωριστήκαμε ότι το γραφτό μας ήταν να την συνοδέψω στο τελευταίο της ταξίδι…

Τι μου έμεινε από όλο αυτό; Ότι η ζωή είναι άδικη, ότι ένας άνθρωπος σαν τη Μαρία δεν έπρεπε να είναι τόσο άτυχος, ότι δεν της άξιζε τέτοια τυραννία, τέτοιος πόνος. Σε κανέναν δεν αξίζει, βέβαια, αλλά τώρα πονάω για εκείνη. Και όσο και αν και οι δυο ξέραμε λόγω επαγγέλματος τις πιθανότητες, δεν πάψαμε να ελπίζουμε. Και να φοβόμαστε. Πώς λες σε κάποιον ότι θέλεις να πας να τον δεις τώρα, γιατί φοβάσαι πως δεν θα τον ξαναδείς ποτέ;

Δεν μπόρεσα να συνδυάσω αυτό που έβλεπα μπροστά μου με το πρόσωπο που ήξερα, με τον ζεστό άνθρωπο που ήξερα, με την πάντα περιποιημένη και χαμογελαστή κοπέλα με την ήρεμη φωνή. Δεν ήταν η Μαρία μας αυτή. Ελπίζω και εύχομαι να βρίσκεται κάπου αλλού, δεν μπορώ να δεχτώ ότι δεν βρίσκεται πουθενά πλέον. Κάπου πρέπει να είναι.

Τι θρηνείς όταν χάνεις τη φίλη σου; Τις στιγμές που έζησες μαζί της, τις δυσκολίες και τις καλές στιγμές που περάσατε, τις κουβέντες που ανταλλάξατε, τα τηλεφωνήματα, τις ευχές, την τελευταία φορά που μιλήσατε, την τελευταία φορά που ειδωθήκατε, την τελευταία της γιορτή και τα μηνύματα που έστειλες, τη μέρα που σου είπε τα άσχημα νέα της.

Μα και όλα αυτά που δεν έζησε και δεν ζήσατε ποτέ, όσα δεν πρόλαβε να κάνει, όσα θα μπορούσε και δεν μπόρεσε. Το παρελθόν και το μέλλον. Και το άδικο παρόν.

Πολλά με πονάνε. Άλλα για εκείνη και άλλα εγωιστικά, μόνο για μένα. Ακόμα και τώρα, κάποιες μέρες μετά, πρέπει να το σκεφτώ για να συνειδητοποιήσω τι έγινε. Με πονάει που έχασα μια σταθερά στη ζωή μου, που πάντα σκεφτόμουν “θα πάρω τη Μαρία τηλέφωνο” κι εκείνη ήταν πάντα εκεί και απαντούσε. Και τώρα δεν είναι εκεί, δεν είναι ούτε εκεί που την έβρισκα πριν μια εβδομάδα, δεν είναι πουθενά. Μου άλλαξε τον κόσμο μου κι αυτός είναι ο εγωιστικός μου λόγος για να πονάω. Μα στ’ αλήθεια, αυτό που όταν σκέφτομαι με βασανίζει, είναι τα βράδια. Το σκοτάδι που δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος και που πάντα γιγαντώνει το παραμικρό πρόβλημα που έχεις. Πώς περνούσε αυτά τα βράδια της, πώς πάλευε με την απελπισία και την ελπίδα για το αύριο, τι να περνούσε από το μυαλό της εκείνες τις ώρες της μοναξιάς; Τι ήταν αυτό που ίσως θα μπορούσα να κάνω και δεν έκανα; Σε τι θα μπορούσα να έχω βοηθήσει; Τι ήταν εκείνο για το οποίο θα έπρεπε να έχω επιμείνει ή θα έκανα διαφορετικά αν μπορούσα; Μου περνούν διάφορα από το μυαλό, αλλά απαντήσεις δεν έχω.

Πέντε μήνες πάλεψε και άντεξε. Μέχρι που δεν άντεχε πια. Πήγα να την αποχαιρετήσω φορώντας τζιν, λαδί μπλούζα και άσπρα σπορτέξ, γιατί με ειδοποίησαν στη δουλειά και η μόνη αλλαξιά που είχα ήταν η στολή και τα σαμπό μου. Τη φίλησα στο παγωμένο μέτωπο και ήξερα ότι αυτή δεν ήταν η Μαρία.

Ήταν ο άγγελος των παιδιών μου. Αυτό είπα στους δικούς της.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook