Συναντηθήκαμε στην πόρτα του σπιτιού του. Εκείνος είχε σκυμμένο το κεφάλι, εγώ φορούσα ακόμα τη μάσκα της χαράς.
«Τι έχεις, αγάπη μου;»
«Χάσαμε στον αγώνα…»

Και βουρκώνει.

Και πέφτει η μάσκα, διαλύεται σε κομματάκια. Εκείνη τη στιγμή, στην είσοδο του σπιτιού.
Και βουρκώνω κι εγώ.
«Εσύ τι έχεις;»
«Δεν την παλεύω ιδιαίτερα…»

Σκουπίζω τα μάτια μου και μπαίνουμε στο σπίτι. Καθόμαστε στο δωμάτιό του αμίλητοι.

«Θα μου πεις τι έπαθες..;», με ρωτάει.
«Πες μου εσύ πρώτα…»
«Άσε με εμένα, αφού δεν είσαι καλά εσύ…»
«Κουράστηκα… από την καθημερινότητά μου, από τους ανθρώπους, βαρέθηκα να απογοητεύομαι…»
Και τρέχουν τα μάτια μου.

Μου εξηγεί τι έγινε στον αγώνα και πιάνει τα χαρτομάντιλα. Και για τους δυο μας.
Με παίρνει μια αγκαλιά μεγάλη, σφιχτή, από αυτές που κάνουν όλα τα σπασμένα να κολλάνε ξανά.
«Έλα, μη στεναχωριέσαι… Εγώ είμαι εδώ!»
(Ναι, καρδιά μου, εσύ είσαι εδώ. Λες να μην το ξέρω; Λες να μην είναι αυτός ένας πολύ σοβαρός λόγος που αντέχω ακόμα;)

«Να θυμάσαι ότι σ’ αγαπάω όλες τις μέρες. Και τις φωτεινές και τις γκρίζες. Και τις όμορφες και τις άσχημες…», του λέω.
«Το ξέρω…», μου απαντάει.
(Ναι, το ξέρεις. Αλλά άσε με να στο λέω. Άσε με, γιατί εγώ και τι δε θα έδινα, για να μου το πει αυτό κάποιος από τους σημαντικούς άλλους της ζωής μου, κάποιος από αυτούς που ξέρουν να αγαπάνε μόνο στις καλές τους…)

Εκείνος είναι 14. Εγώ 30. Εκείνος είναι μαθητής μου. Εγώ είμαι η δασκάλα του. Εκείνος φωτίζει τα σκοτάδια μου κάθε φορά που τον βλέπω, είτε το καταλαβαίνει είτε όχι. Εγώ προσπαθώ να του δίνω πάντα τον καλύτερο εαυτό μου, ακόμα κι όταν έχει καταρρεύσει ο κόσμος μου. Δεν ξέρω τι έχω καταφέρει να του μάθω αυτά τα 5 χρόνια. Ξέρω ότι τον διδάσκω πρώτα με την ψυχή μου και μετά με τις λέξεις μου. Πρώτα με την καρδιά μου, με την ουσία μου και μετά με τις γνώσεις μου.

Επίσης, ξέρω ότι είμαι τυχερή. Όχι απλά τυχερή, ευλογημένη.

Σ’ ευχαριστώ, καρδιά μου. Υπάρχεις κι αυτό μου επιτρέπει να πιστεύω ακόμα στους ανθρώπους. Και να ελπίζω σε καλύτερες μέρες.

Σε λατρεύω,
Η δασκάλα σου