Γλυκό του κουταλιού

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Το μικρό μπαράκι δονούνταν απ’ τους εκκωφαντικούς ήχους της ροκ. Δεν ήταν ασφυκτικά γεμάτο, αλλά είχε αρκετό κόσμο ώστε να θεωρείται ότι η ροκ μπάντα που έπαιζε στην αυτοσχέδια πίστα είχε επιτυχία εκείνο το βράδυ. Ο τραγουδιστής ήταν αρκετά καλός και ξεσήκωνε τον κόσμο. Ο κιθαρίστας τα έδινε όλα και ο ντράμερ στα κενά μεταξύ των τραγουδιών έκανε χιούμορ, πειράζοντας τα άλλα μέλη της μπάντας. Άλλα δύο άτομα τη συμπλήρωναν, ένα ψηλόλιγνο παλικάρι που έπαιζε μπάσο και ένας μικρόσωμος νεαρός που έπαιζε πλήκτρα. Η ατμόσφαιρα είχε γίνει ήδη εκρηκτική. Τα σώματα κινούνταν στους ήχους της μουσικής και τα στόματα τραγουδούσαν μαζί με τον τραγουδιστή.

Εκεί ήταν κι η Μυρτώ. Είχαν επιμείνει δυό φίλες της να πάνε. Ενώ της άρεσε η ροκ, θα προτιμούσε κάποιο άλλο βράδυ και όχι το συγκεκριμένο. Παρασκευή βράδυ, τέλος της εβδομάδας, με όλη τη κούραση μαζεμένη απ΄τη δουλειά, το σπίτι, το παιδί και το σύζυγο. Εγκλωβισμένη σ’ ένα γάμο που είχε ξεκίνησει με τους καλύτερους οιωνούς και που έχει καταλήξει σε μια θλιβερή ρουτίνα, χωρίς συναίσθημα και χωρίς τρυφερότητα. Τον αγαπούσε τον άντρα της, δεν είναι ότι δεν τον αγαπούσε αλλά έτσι όπως είχαν γίνει τα πράγματα, τον αγαπούσε πλέον σαν φίλο, σαν αδελφό, όχι σαν εραστή. Πολλές φορές ποθούσε ένα χάδι, μια αγκαλιά, μια τρυφερή κουβέντα όμως εκείνος πιεσμένος απ’ τη καθημερινότητα, ούτε που του περνούσε απ’ το μυαλό η ανάγκη αυτή της Μυρτώς. Είχε χαθεί η φλόγα και αναρρωτιόταν καμμιά φορά αν υπήρχε καν σπίθα. Και τις νύχτες καθώς κούρνιαζε δίπλα του και άκουγε τη ρυθμική αναπνοή του φανταζόταν αλλοτινά καλοκαίρια που αρκούσε μόνο να κοιταχτούν στα μάτια για να τους συνεπάρει ο πόθος και το πάθος. Τώρα ούτε που την άγγιζε πιά. Ξεθεωμένος, με το που ακουμπούσε στο μαξιλάρι αποκοιμιόταν.

Την τρυφερότητά της μονοπωλούσε πλέον ο έφηβος γιός της. Είχε αγκιστρωθεί πάνω του αλλά κι εκείνος σιγά – σιγά απομακρυνόταν, όπως φυσιολογικά γίνεται στην ηλικία αυτή, βρίσκοντας μεγαλύτερο ενδιαφέρον στους φίλους του και στα κορίτσια. Δεν τη πείραζε αυτό, χαιρόταν να βλέπει το γιό της να μεγαλώνει, να ωριμάζει και να ανεξαρτητοποιείται. Πολλές φορές ένιωθε τη ζωή της τόσο θλιβερά προβλέψιμη και μοναχική που ένας αναστεναγμός φούσκωνε και θέριευε στα στήθη της και απειλούσε να ξεσπάσει. Αλλά ποτέ δεν έβγαινε παραέξω. Κάτι τον κρατούσε βαθιά χωμένο μέσα της. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί αν ξεσπούσε κανείς δε θα την καταλάβαινε. Έτσι, είχε συνηθίσει να κλείνεται στο εαυτό της και να προσποιείται την ευτυχισμένη. Αλλά δεν ήταν. Της έλειπαν πράγματα.

Ήταν νέα ακόμη. Πέρσι έκλεισε τα σαράντα. Διατηρούσε το σώμα της σε καλή φόρμα και περιποιόταν τον εαυτό της. Έδειχνε νεότερη, έτσι της έλεγαν όλοι, αλλά εκείνη σαν κοιταζόταν στο καθρέφτη, έβλεπε τις μικρές αυτές αλλαγές που ο χρόνος χαρίζει σε όλους χωρίς φειδώ και χωρίς οίκτο. Λίγες γραμμούλες γύρω απ’ τα μάτια και το στόμα, μερικές άσπρες τρίχες στα μαλλιά, κάποια χαλάρωση εδώ κι εκεί. Δεν είχε την φρεσκάδα που είχε κάποτε. Κάτι που την πονούσε. Κι ας της έλεγαν οι άλλοι ότι μόνο εκείνη βλέπει τις ατέλειες και ότι φαινόταν δέκα χρόνια νεότερη.

Έτσι, παρόλο που δεν είχε ιδιαίτερο κέφι εκείνη τη Παρασκευή για έξοδο, συνειδητοποίησε ότι είχε πάρα πολύ καιρό να βγεί και να ξεδώσει και μιας και η βραδιά φαινόταν πολλά υποσχόμενη γιατί θα άκουγε παλιά αγαπημένα τραγούδια, ενέδωσε τελικά στις πιέσεις των φιλενάδων της. Ετοιμάστηκε προσεκτικά, ήθελε να αισθανθεί νέα και σέξι και φόρεσε το στενό της τζιν, μπότες και μια κοντή μπλούζα που με την παραμικρή κίνηση άφηνε ακάλυπτη τη μέση και μέρος απ΄τη κοιλιά της. Ευτυχώς το κορμί της τη βοηθούσε να ντυθεί έτσι νεανικά. Έπιασε τα μακριά μαλλιά της σε μια ψηλή αλογοουρά και μακιγιαρίστηκε προσεκτικά, τονίζοντας τα μάτια της και απαλύνοντας τις ατέλειες. Τέλος, έβαλε κραγιον, δυό – τρία σύννεφα της αγαπημένης της κολόνιας και δυο μεγάλους ασημένιους κρίκους στ’  αυτιά της.

«Μαμά μοιάζεις με μαθήτρια Λυκείου», είπε ο γιός της όταν την είδε και η καρδιά της σκίρτησε από ενθουσιασμό. Ξέχασε την κούραση κι ένιωσε την ίδια προσμονή που είχε όταν πράγματι ήταν μαθήτρια και ετοιμαζόταν να πάει σε πάρτι.

Η ατμόσφαιρα ήταν θολή απ΄τα τσιγάρα και τα φωτορυθμικά δημιουργούσαν ψυχεδελικά σχέδια στους τοίχους που τη ζάλιζαν ευχάριστα. Έπινε το ποτό της, όρθια, και το κορμί της ακολουθούσε τους ήχους της μουσικής. Πού και πού απαντούσε στα σχόλια των φιλενάδων της, πράγμα που ήταν εξαιρετικά δύκολο μιας και μετά βίας άκουγε. Προσπάθησε να εστιάσει στη μπάντα αλλά ένας μεγαλόσωμος άντρας μπροστά της τη δυσκόλευε. Έτσι έκλεισε τα μάτια, άφησε το σώμα της να λικνίζεται και τη φαντασία της να τη ταξιδέψει, τραγουδώντας τα λόγια του τραγουδιού που έπαιζαν εκείνη τη στιγμή.

I love rock n roll… so put another dime in jukebox baby… (*)

Το τραγούδι κάποτε τελείωσε και η μπάντα ετοιμαζόταν για το επόμενο. Άνοιξε τα μάτια και το βλέμμα της έπεσε στον νεαρό μπασίστα. Ο μεγαλόσωμος άντρας μπροστά της είχε μετακινηθεί. Ανάμεσα απ΄τους καπνούς που έφτιαχναν μια ονειρική διάσταση, της φάνηκε σαν να συνέχιζε την φαντασίωσή της. Ο μουσικός φαινόταν νέος, νεότερος από εκείνη, όμως είχε κάτι που της μαγνήτιζε το βλέμμα. Ήταν ψηλός, λεπτός, φορούσε ένα χαμηλόμεσο τζιν, σκούρο μακό μπλουζάκι και είχε τα μακριά ανοιχτοκάστανα μαλλιά του πιασμένα πίσω. Γένια τριών ημερών σκίαζαν τα μάγουλά του. Τα χαρακτηριστικά του ήταν λεπτά και αριστοκρατικά. Δεν έμοιαζε με μουσικό της ροκ, έμοιαζε περισσότερο με ποιητή. Λες κι οι μουσικοί ή οι ποιητές έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές. Κι όμως υπήρχε μια ευγένεια και μια τρυφερότητα στο πρόσωπό του που ήταν σε αντιδιαστολή με τη σκληρότητα και την επιθετικότητα της ροκ. Κι αυτή η αντίθεση, σαν σχήμα οξύμωρο, ήταν που της αιχμαλώτισε τα μάτια. Της άρεσε… της άρεσε πολύ. Κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν κι η Μυρτώ ένιωσε καθηλωμένη. Ο νεαρός μουσικός συνέχισε να την κοιτάει κουνώντας ρυθμικά το κορμί του καθώς έπαιζε το μπάσο. Είχε αρχίσει το επόμενο τραγούδι, ένα τραγούδι για τους ερωτευμένους όπως προλόγισε ο τραγουδιστής. Μια ροκ μπαλάντα. Κι όσο διαρκούσε το τραγούδι τα βλέμματα και των δύο ήταν ενωμένα σαν να έλεγαν τα δικά τους μυστικά ενώ τα χείλη τους σάλευαν στους στίχους του τραγουδιού.

Baby when I think about you… I think about love… Darling don’t live without you…. and your love… If I have those golden dreams of my yesterday… I would wrap you in the heavens…and feel it dying all the way… feel like making…feel like making love… (**)

«Μυρτώ! Σου μιλάω! Που ταξιδεύεις πάλι;» Σαν να ξύπνησε από λήθαργο, αποτράβηξε το βλέμμα της απ’ τον μπασίστα και γύρισε προς τη φίλη της.

«Μου είπες κάτι;»

«Α, καλά! Τρείς φορές προσπάθησα. Έλεγα ότι ο τύπος σ’ έχει φάει με τα μάτια αλλά βλέπω ότι κι εσύ δεν πας πίσω».

«Ποιός τύπος;»

«Ναι, κάνε ότι δεν ξέρεις. Για τον τύπο με τη κιθάρα λέω»

«Μπάσο είναι».

«Είδες, που μιλάμε για τον ίδιο! Μμμ ωραίος είναι!»

«Έλα καλέ, δεν έγινε τίποτα. Απλά χάζευα τη μπάντα. Και σιγά μη με κοιτούσε. Αυτός παιδί μου είναι πιο μικρός από μένα. Κάποιο κοριτσάκι θα έβλεπε πίσω μου».

«Κανένα κοριτσάκι δεν είναι πίσω σου. Σ’ εσένα είχαν καρφωθεί τα μάτια του. Και που είναι μικρότερος τι έγινε;»

«Μη μιλάς έτσι. Είμαι παντρεμμένη με παιδί. Ντροπή!»

«Πού ζεις καημένη! Ξύπνα! Αν ήταν άλλη στη θέση σου θα τον άρπαζε απ’ τα μαλλιά! Και χωρίς ιδιαίτερη ενθάρρυνση»

«Τι λες τώρα. Δεν είμαι εγώ για τέτοια! Δεν μπορώ, δεν μου πάει. Άσε που αν, λέω αν, γινόταν κάτι θα αισθανόμουν μαμά του», γέλασε πικρά καθώς μια θλίψη της βάρυνε την καρδιά.

«Δεν είναι και τόσο μικρός όσο νομίζεις, ούτε κι εσύ είσαι όσο μεγάλη νομίζεις»

«Σώπα, ούτε που να το σκέφτεσαι!»

«Όπως θες. Εσύ ξέρεις καλύτερα».

Όλο το υπόλοιπο βράδυ απέφευγε συστηματικά να ξανακοιτάξει προς το μέρος του μουσικού. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα, αποτελείωσε το ποτό της και ετοιμάστηκε να φύγει.

«Από τώρα;» ρώτησαν απορημένες οι φίλες της.

«Μα είναι μιάμισι το πρωί! Είμαι απ΄τις επτά όρθια. Νυστάζω!»

«Καλά, εμείς θα συνεχίσουμε»

«Καλά να περάσετε και μου λέτε τα νέα αύριο».

Ευτυχώς που είχε έρθει με το δικό της αυτοκίνητο κι έτσι δεν υπήρχε πρόβλημα για το πώς θα επέστρεφε σπίτι της. Ξαφνικά αισθάνθηκε εξουθενωμένη. Προχώρησε προς το πάρκινγκ του μαγαζιού, εντόπισε το αυτοκίνητό της κι έψαξε τα κλειδιά στο τσαντάκι της. Μετά από μερικές άκαρπες προσπάθειες τα βρήκε και ανακουφισμένη προσπάθησε να ξεκλειδώσει την πόρτα.

«Γρήγορα φεύγεις», άκουσε μια φωνή πίσω της.

Αναπήδησε τρομαγμένη και έπνιξε μια κραυγή τρόμου. Γύρισε και είδε τον μπασίστα να την κοιτάζει με το κεφάλι ελαφρά γερμένο στο πλάι και τα χέρια στις τσέπες του τζην.

«Δεν ήθελα να σε τρομάξω», τα μάτια του δεν φαίνονταν στις σκιές.

Δεν είπε τίποτα. Μόνο τον κοίταζε σαν χαμένη.

«Είμαι ο Παύλος, εσύ;»

«Μυρτώ!» Κατάφερε τελικά να ψελλίσει.

Ο Παύλος έκανε μερικά βήματα προς το μέρος της.

«Γιατί φεύγεις; Δεν πέρασες καλά;»

«Πολύ ωραία, αλλά τελείωσε το πρόγραμμα κι εγώ…»

«Το πρόγραμμα τελείωσε αλλά όχι και το βράδυ!»

Η Μυρτώ ανέκτησε την ψυχραιμία της, και πήρε το μαμαδίστικο ύφος της και του είπε σαρκαστικά:

«Παύλο με φλερτάρεις; Αγόρι μου ξέρεις πόσο χρονών είμαι;»

«Όχι. 20, 30, 50, 100; Ούτε που με νοιάζει δηλαδή».

«Ωραία τα λες, δεν λέω, αλλά πρέπει να φύγω. Έχω οικογένεια που με περιμένει. Άντρα και παιδί. Ο γιός μου δεν είναι πολύ μικρότερος από σένα»

Την πλησίασε ακόμη περισσότερο. Τώρα το φως της λάμπας του παρκινγκ φώτιζε τα χαρακτηριστικά του. Την κοίταζε ίσια στα μάτια. Τα χέρια του κινήθηκαν κι έπαιξαν λίγο με την αλογοουρά της.

«Τα λες αυτά για να με ξενερώσεις, ε; Δεν με νοιάζει. Και ξέρεις γιατί; Πριν λίγο, εκεί μέσα έγινε κάτι μαγικό. Το ένιωσα βαθιά μέσα μου κι αν είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου θα παραδεχτείς ότι το ένιωσες κι εσύ. Πίστεψέ με δεν συνηθίζω να πιάνω κουβέντα με άγνωστες, αλλά αυτή τη φορά είναι κάτι διαφορετικό. Απλώς μου ήταν αδύνατο να σ’ αφήσω να φύγεις. Ήθελα να σε προλάβω για να κάνω αυτό…»

Και μ’ αυτά τα λόγια την πλησίασε και τη φίλησε στα χείλη. Απαλά, τρυφερά σαν χάδι. Εκείνη ξαφνιάστηκε κι έκανε να τραβηχτεί και βάζοντας τα χέρια της στο στήθος του τον έσπρωξε. Εκείνος την αγκάλιασε σφιχτά και βάθυνε το φιλί του. Φωτιά χύθηκε μέσα της και την πλημμύρισε απ’ άκρη σ’ άκρη. Τα πόδια της παρέλυσαν, τα χέρια της που λίγο πριν τον έσπρωχναν τυλίχτηκαν γύρω του. Τα κορμιά τους κόλλησαν απελπισμένα το ένα στ’ άλλο. Το παρορμητικό πάθος της νιότης ξύπνησε το καταπιεσμένο πάθος της ωριμότητας και ξεχύθηκαν σαν τη καυτή λάβα που καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της.

Όταν ο Παύλος κατάφερε να αποτραβηχτεί, η Μυρτώ έμεινε για λίγο με τα μάτια κλειστά παλεύοντας να βρει την ανάσα της, ακούγοντας την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Ή μήπως ήταν η δικιά του; Τα πόδια της δεν την κρατούσαν και στηρίχτηκε πάνω του.

«Κατάλαβες τώρα τι εννοώ; Ήταν γραφτό να συναντηθούμε», είπε ξέπνοα ο Παύλος.

Η Μυρτώ έκανε πάλι να τραβηχτεί αλλά αυτός την έσφιξε περισσότερο. Την χάιδεψε στο μάγουλο και στο λαιμό. Τα δάχτυλά του, μόλις που την άγγιζαν, σαν να ‘παιζε ένα αγαπημένο μουσικό κομμάτι στο πρόσωπό της. Και μετά τα χείλη του ακολούθησαν τα δάχτυλα. Για μια στιγμή η Μυρτώ αφέθηκε να το απολαύσει και της ξέφυγε ένα παράπονο απ’ τα χείλη.

«Έλα μαζί μου», της είπε και την έπιασε απ΄το χέρι.

«Εγώ… όχι, δεν γίνεται. Δεν είναι σωστό».

«Βλέπεις τίποτα λάθος σ’ αυτό;», τη ρώτησε και τη φίλησε ξανά με πάθος.

«Όχι… Ναι… Δεν ξέρω… δεν ξέρω τίποτα πια»

«Έλα!», της είπε και την τράβηξε απαλά.

Έκανε δυο βήματα και ξαφνικά σταμάτησε. Όλο της το είναι την πρόσταζε να τον  ακολουθήσει, κι όπου βγει. Σαν αστραπή όμως πέρασαν ξαφνικά απ’ τα μάτια της η εικόνα του άντρα της και του παιδιού της, που δεν θα ήθελε με κανέναν τρόπο να πληγώσει. Παλιές ευτυχισμένες στιγμές έκαναν ζάπινγκ στο μυαλό της. Κι απ’ την άλλη, το παρόν. Πληκτικό και μοναχικό. Πάντα έκανε αυτό που προσδοκούσαν οι άλλοι από εκείνη. Η καλή κόρη, η άριστη μαθήτρια, η ευσυνείδητη επαγγελματίας και τέλος η τέλεια σύζυγος και μητέρα. Και υπήρχαν φορές που πνιγόταν και ήθελε να σπάσει τις αλυσίδες. Την τραβούσε το απαγορευμένο. Σαν το βάζο με το γλυκό σταφύλι που έφτιαχνε η γιαγιά της, που δεν έπρεπε να φάει γιατί θα πονούσε η κοιλιά της και θα της χάλαγαν τα δόντια. Πόσο λαχταρούσε να χώσει τα χέρια της μέσα στο βάζο και μετά να γλείψει με ευδαιμονία ένα – ένα τα δάχτυλά της. Και τώρα, το απαγορευμένο στεκόταν μπροστά της κι εκείνη ήταν έτοιμη επιτέλους να γευτεί το γλυκό σταφύλι, τουλάχιστον για μία μοναδική φορά κι ας την πονούσε μετά η κοιλιά της. Κι ας της χάλαγαν τα δόντια.

Ασυναίσθητα έγλειψε τα χείλη της και χαμογέλασε.

«Γι’ απόψε μόνο! Απόψε θέλω να είμαι μια άλλη. Χωρίς ερωτήσεις, χωρίς υποσχέσεις. Μόνο η αποψινή βραδιά».

Πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια δεν υπήρχε Μυρτώ , δεν υπήρχε Παύλος, δεν υπήρχε χρόνος. Λησμονήθηκαν όλα. Υπήρχε μόνο η γυναίκα που αποζητούσε απεγνωσμένα το άγγιγμα του άντρα κι ο άντρας που έπαιρνε την απόγνωση και την έκανε ερωτικό τραγούδι, πάνω στα ιδρωμένα σώματα που πάλλονταν στον ρυθμό που όριζαν οι κοφτές ανάσες. Η γεύση κι η μυρωδιά του έρωτα κυλούσε μέσα τους σαν ακριβό κρασί που θέριευε τις επιθυμίες, διόγκωνε τις ανάγκες όλο και περισσότερο μέχρι να εκραγούν σαν πυροτέχνημα, σκορπίζοντας γύρω τους χιλιάδες λάμψεις και χρώματα. Δεν υπήρχε αύριο. Δεν υπήρχε χθες. Κι ήταν το κάθε λεπτό, η κάθε στιγμή μια αιωνιότητα.

Ήταν νύχτα ακόμα, όταν βρέθηκαν πάλι μπροστά στο αυτοκίνητό της. Τα μάτια της τώρα έλαμπαν σαν αστέρια.

«Γειά σου Παύλο και σ’ευχαριστώ».

«Γιατί;»

«Γιατί ένιωσα τι είναι να χώνεις τα δάχτυλά σου σε γλυκό του κουταλιού».

Ερωτηματικά γέμισαν τα μάτια του.

«Δεν έχεις ιδέα τι μπορείς να κάνεις σ’ έναν άντρα, κοριτσάκι. Κι εγώ άντρας είμαι κι όχι το παιδί που θέλεις να πιστεύεις».

Σώπασε για λίγο χωρίς να πάρει τα μάτια του από πανω της. Σαν να ’θελε να κρατήσει την μορφή της για πάντα μέσα του. Της πήρε τα κλειδιά απ’ τα χέρια και της άνοιξε το αυτοκίνητο. Η Μυρτώ βιάστηκε να χωθεί στην ασφάλεια του αυτοκινήτου της.

«Να ξέρεις ότι θα σε περιμένω. Θα μπορούσα να σε περιμένω μια ζωή».

«Αντίο, Παύλο», ψιθύρισε η Μυρτώ και ξεκίνησε σπινιάροντας.

Έριξε μια τελευταία ματιά απ΄τον καθρέφτη του αυτοκινήτου της και είδε μια ψιλόλιγνη σκοτεινή φιγούρα να στέκεται ακίνητη σαν άγαλμα. Όταν χάθηκε τελείως απ’ το οπτικό της πεδίο, σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, ακούμπησε το κεφάλι της στο τιμόνι και ξέσπασε σ’ ένα βουβό κλάμα.

 

(*) Αγαπώ το ροκ εντ ρολ … έτσι βάλε ακόμη ένα κέρμα στο τζουκμποξ μωρό μου – Joan Jett

(**) Μωρό μου όταν σε σκέφτομαι … σκέφτομαι την αγάπη… αγάπη μου δεν ζω χωρίς εσένα… και την αγάπη σου… αν έχω εκείνα τα χθεσινά χρυσά όνειρα… θα σε τύλιγα στα ουράνια…και θα ήταν σαν θάνατος…θα ήταν σαν… σαν να κάναμε έρωτα – Bad Company

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook