TheBluez.gr » 💬 The Bluez Voices » Γονιδιακό αποτύπωμα

Γονιδιακό αποτύπωμα

Ταμπέλα : Παιδί χωρισμένων γονιών.

Την αποποιούμαι.

Δεν είναι χωρισμένη η μητέρα μου. Εγκαταλειμμένη είναι. Μαζί κι εγώ. Μαμά μόνη. Και μπαμπάς μαζί. Το δικό μου δύο σε ένα.

Μπορεί για το κράτος, να είναι χωρισμένοι, εμάς όμως μας εγκατέλειψε. Όταν ήμουν μόλις δύο ετών. Είμαι τριάντα κι έχει να με δει είκοσι έξι χρόνια. Δεν μου λείπει. Δεν τον θυμάμαι ποτέ στην ζωή μου, δεν ήταν ποτέ δίπλα μου. Δεν εξετάζω το γιατί, είναι δικό του. Δεν του καταλογίζω ευθύνες. Όχι για μένα.

Όλοι οι χωρισμοί δεν είναι ίδιοι. Τα περισσότερα ζευγάρια, απλά δεν τα βρίσκουν. Κουράζονται να προσπαθούν. Χωρίζουν. Αρκετοί, παραμένουν γονείς. Οι ίδιοι στοργικοί γονείς που ήταν, κι ας μην μοιράζονται πια την ίδια στέγη. Οι γονείς που θα είναι εκεί για τα παιδιά τους σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής τους. Που τα παιδιά ξέρουν πως πάντα θα έχουν δύο αγκαλιές για να χωθούν και να γεμίσουν τις μπαταρίες τους. Ακόμη και τρεις ή και τέσσερις! Η οικογένεια του πατέρα μου, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και δική μου οικογένεια.

Υπάρχουν όμως και αυτοί που απλά εξαφανίζονται. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ούτε καν τυχαίοι περαστικοί. Νομίζουν.

Όταν την εγκατέλειψε, η μαμά μου κατέρρευσε. Παιδικός έρωτας, δεν ήξερε πως να είναι μόνη. Πάντα μαζί.

Είκοσι χρονών, με ένα μωρό στην αγκαλιά, και μόνη. Με ένα περίγυρο που δεν έχανε ευκαιρία να τον κατηγορεί. Μαζί με αυτόν κι αυτή.

Πολύ γρήγορα συνειδητοποίησε πως αν ήθελε να πατήσει στα πόδια της και να πάρει την ζωή της, μαζί και την δική μου, στα δικά της χέρια, έπρεπε να φύγει. Όχι για να μην μπορεί να την βρει αυτός. Για να μην μπορούν να βρουν εμένα, οι άλλοι. Έπρεπε να μεγαλώσω. Με αγάπη. Με ισορροπίες, με μέτρο. Όχι με μισόλογα. Ούτε με λύπηση και οίκτο στο βλέμμα. Με την αλήθεια. Με μια αλήθεια που θα μάθαινα σιγά σιγά καθώς θα μεγάλωνα.

Έφυγε για το εξωτερικό. Στον Καναδά. Όχι γιατί ήταν πιο μακριά. Μα γιατί εκεί, δεν ήξερε κανέναν. Και γιατί εκεί μπορούσε το κράτος να την βοηθήσει με τα στοιχειώδη μιας και… την εγκατέλειψαν για δεύτερη φορά.

Μ α ς εγκατέλειψαν, για δεύτερη φορά. Οι γονείς της. Απείλησαν πως αν φύγει από κοντά τους δεν θα την ξαναμαζέψουν. Πως αν τους εγκαταλείψει, θα είναι άξια της μοίρας της. Πώς θα μεγαλώσει ένα μωρό χωρίς κανέναν δίπλα της; Αυτό το δύσμοιρο, δεν το σκεφτόταν;

Μα αυτό ακριβώς σκεφτόταν. Για την ακρίβεια, μόνο εμένα είχε στο μυαλό της. Δεν ήθελε το παιδί του έρωτά της να μεγαλώσει μέσα στην ένδεια και την εγκατάλειψη που η μικρή κοινωνία της Καστοριάς, είχε ήδη απλώσει γύρω της. Η μικρή Ελπίδα της, δεν θα το βίωνε ποτέ αυτό το συναίσθημα. Την απείλησαν πως θα την αποκληρώσουν. Τους πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα. Το μόνο που καταδέχτηκε να πάρει δικό τους, ήταν το τίμημα από την πώληση του σπιτιού που της είχαν γράψει όταν παντρεύτηκε. Γιατί τα πούλησε όλα. Με συνοπτικές διαδικασίες. Δεν ήθελε βαρίδια μαζί της.

Πολύ αργότερα, έμαθα τι είπε στους γονείς της. «Το σπίτι το πουλάω, γιατί δεν χρειάζομαι φρούδες ελπίδες. Την ελπίδα που χρειάζομαι για να προχωρήσω στην ζωή μου, την έχω και είναι το παιδί μου, το Ελπιδάκι μου».

Φύγαμε για τον Καναδά, δύο μέρες νωρίτερα από ότι είχε ανακοινώσει. Δεν άντεχε να ακούσει για άλλη μία φορά «στα λέγαμε εμείς…». Κάποια φορά την ρώτησα, γιατί στον Καναδά; «Μεγαλωμένη με γαλλικά και πιάνο ήμουν. Συνηθισμένη και στο κρύο… αυτό μου φάνηκε σωστό».

Ούτε και στην ελληνική κοινότητα απευθύνθηκε ποτέ. Περήφανη γυναίκα. Δεν ήθελε την ταμπέλα των αναξιοπαθούντων για την δική της μονογονεϊκή οικογένεια.

Οι πρώτες αναμνήσεις που έχω, είναι να στέλνουμε κάρτες και φωτογραφίες μου σε μια γιαγιά και έναν παππού που μένουν στην Καστοριά. Όταν κάποτε αναρωτήθηκα γιατί δεν μπορώ να τους μιλήσω στο τηλέφωνο, μου είπε κάτι αόριστο, για την διαφορά της ώρας. Για τους γονείς του πατέρα μου, κουβέντα. Ήταν σαν να μην υπήρξα ποτέ για κείνους. Επέλεξαν να αγνοήσουν την ύπαρξή μου. Όπως ακριβώς επέλεξαν να αγνοήσουν το κακό που είχε κάνει ο γιος τους.

Κι όμως, μου μίλαγε συχνά για κείνον. Για τον μπαμπά μου και το πόσο πολύ τον αγάπησε. Έπρεπε να έχω πίστη στην αγάπη.

Μα και το πόσο πολύ εκείνος με αγάπησε. Με πόση λαχτάρα με πήρε για πρώτη φορά στο μαιευτήριο αγκαλιά…

Καμία πίκρα, κανένας κόμπος στην φωνή.

Καμιά κατηγορία.

«Μαμά, γιατί δεν είναι εδώ, μαζί μας;»
«Τυχερά είναι όλα στη ζωή μωρό μου. Και σε μας, όσο κι αν σε αγαπάει, απλά, δεν έτυχε».

Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, οι πρώτες πρώτες εικόνες μας, που έχω σαν παιδί, από τον Καναδά είναι σκοτεινές. Σκοτεινές, όχι γιατί είναι στενάχωρες. Σκοτεινές γιατί πάντα βράδυ ήταν, όταν μέναμε οι δυο μας στο σπίτι. Τα πρωινά η μαμά στο πανεπιστήμιο, κι εγώ στον παιδικό σταθμό του πανεπιστημίου, μετά η μαμά στο εργοστάσιο κι εγώ στον παιδικό σταθμό του εργοστασίου… και το βράδυ επιτέλους δικό μας! Περίμενε να κοιμηθώ στην αγκαλιά της πρώτα, για να αρχίσει να διαβάζει μετά.

Τίποτα ουσιαστικό, δεν μου έλειψε. Με μεγάλωσε με όλα της τα αποθέματα αγάπης! Και ποτέ δεν ένιωσα μισή την οικογένειά μας. Όπως και ποτέ δεν μου έλειψε η ευρύτερη έννοια της οικογένειας. Δεν ήξερα πως είναι να έχεις ξαδέλφια, θείους και παππούδες σαν μέρος της καθημερινότητάς σου. Εξάλλου είχαμε φίλους. Καλούς φίλους. Όπως έλεγε, «τους φίλους, τους διαλέγεις. Οι συγγενείς, σου τυχαίνουν». Και ήταν ίσως το μόνο ψήγμα πικρίας που μπορώ να θυμηθώ από τη μεριά της.

Εγώ άρχισα να αλλάζω. Κάπου στην εφηβεία. Άρχισα να μην την καταλαβαίνω. Να την κατηγορώ. Στην αρχή από μέσα μου, μετέπειτα φωναχτά. Την ένιωθα λίγη. Μικρή. Και άδεια. Την ζωή της.

Πώς ήταν δυνατόν; Εγώ στα δεκαπέντε μου και είχα ανάγκες, απαιτήσεις από την ζωή, φιλοδοξίες, όνειρα!

Μία φορά, δεν την άκουσα να λέει: θέλω.

Που ήταν οι δικές της φιλοδοξίες, τα δικά της όνειρα, μα τόσο ρηχή;

Κάποια φορά, λογομαχήσαμε και στην κουβέντα επάνω, μου είπε πως οι φιλοδοξίες της ήμουν εγώ, και πως τα όνειρά της εκπληρώθηκαν όταν γεννήθηκα. Την κατηγόρησα πως ζει σχεδόν παρασιτικά, προσκολλημένη πάνω στη δική μου ζωή. Κι έφυγα από το σπίτι. Τριάντα τριών χρονών και εγκαταλειμμένη για τρίτη φορά. Από το ίδιο της το παιδί.

Μπορούσε να με βρει. Δεν έψαξε. Με είχε γεννήσει, με είχε μεγαλώσει, με ήξερε.

Στον μήνα επάνω, γύρισα στο σπίτι. Είχα προλάβει να ζήσω το δικό μου μερίδιο της προδοσίας και εγκατάλειψης. Ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας, είχε αποδειχτεί πολύ μικρός. Με αγκάλιασε σφιχτά και αρχίσαμε να μιλάμε, ώρες ατελείωτες. Για μένα, για κείνη. Για τον πατέρα μου. Κι όσο πέρναγε η ώρα θύμωνα. Ολοένα και πιο πολύ. Θύμωνα μαζί του.

Εμένα δεν μου έκανε τίποτα. Δεν ήταν εκεί και υπό μία έννοια, ήταν και πιο εύκολο. Δεν με πρόδωσε ξανά και ξανά. Δεν άλλαξε ποτέ την ημέρα που έπρεπε να με δει, δεν με απογοήτευσε. Δεν πίεσε ποτέ την μητέρα μου για να πάρουν κοινές αποφάσεις για το μέλλον μου. Δεν μου «επέβαλλε» ποτέ την παρουσία του.

Ούτε και απέκτησα δυσκολία στις σχέσεις μου, ούτε καν φόβο δέσμευσης εξαιτίας του. Η μαμά μου ήταν πάντα εκεί να καλύπτει όλα τα κενά, και να παίρνει όλες τις αποφάσεις για την μικρή μας οικογένεια.

Απλά, ήταν απών.

Σε κείνη όμως;

Πως μπόρεσε να της το κάνει αυτό; Πως μπόρεσε να την εγκαταλείψει χωρίς ούτε καν μία εξήγηση, μία συγνώμη…

Πως μπόρεσε να την καταδικάσει σε μία μοναχική ζωή; Γιατί δεν μπορεί, την ήξερε, από παιδιά ήταν μαζί, μπορούσε να καταλάβει πως δεν θα έβαζε κανέναν και τίποτε πάνω από το παιδί της. Ίσως τελικά, αυτή της την δέσμευση να φοβήθηκε…

Είμαι τριάντα χρονών και η μητέρα μου, μένει στα Γιάννενα. Αγάπησε ξανά πριν χρόνια… Χωρίς φόβο. Με πάθος. Όπως μου είχε μάθει. Όταν είχα πλέον παντρευτεί. Με τον Adam, ξαναέγινε παιδί και μπόρεσε επιτέλους να νιώσει πως είναι να ζεις ανέμελα. Εκείνος την έπεισε να γυρίσει στην Ελλάδα. Όχι όμως και στην Καστοριά. Στα Γιάννενα. Όχι για να συμφιλιωθεί με τους γονείς της, μα για να κλείσει τον κύκλο της. Και να ανοίξουν μαζί έναν καινούριο. Άλλωστε δεν ήταν πλέον μόνη της!

Και μπορεί να είναι χιλιάδες μίλια μακριά μου, αλλά επιτέλους νιώθω πως είναι να έχεις μπαμπά και να σου λείπει. Γιατί ο Adam είναι ο μπαμπάς μου.

Ο άλλος, ένα γονιδιακό αποτύπωμα μόνο, άφησε.

Πώς σας φάνηκε αυτή η ιστορία;

Πατήστε πάνω σε ένα αστέρι για να την βαθμολογήσετε!

Μέση βαθμολογία / 5. Αριθμός ψήφων:

Αφού σας άρεσε...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Γιώτα Φωτάκου

Με ένα «αμάν» κι ένα «σταμάτα επιτέλους» μεγάλωσα σαν παιδί… Όχι πως άλλαξαν και πολλά μεγαλώνοντας! Απλά πλέον, δεν προλαβαίνει κανείς να μου το πει. Κρατάω από Μάνη αλλά μεγάλωσα στην Κρήτη. Εκρηκτικός συνδυασμός.
Γιώτα Φωτάκου

Latest posts by Γιώτα Φωτάκου (see all)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *