Μάρτιος, 1961

– Να σου πω, λέω μέχρι το φθινόπωρο να μετακομίσουμε, δεν είναι σπίτι αυτό να μεγαλώσει το παιδί. Άσε που ένας άνθρωπος να ‘ρθει, λέω τώρα, που θα τον κοιμίσουμε; Δεν υπάρχει χώρος ούτε για σκαμνάκι. Πάω έξω για ένα τσιγάρο, δεν αργώ.

Έμεινε να τον κοιτάει με απορημένο βλέμμα, αλλά δεν μίλησε. Από το πρωί σήμερα ο άντρας της φερόταν περίεργα. Μια μέρα μπόρεσε να πάρει ένα ρεπό κι εκείνος να ξεκουραστεί λίγο, αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά, το ‘βλεπε.

Ανέβηκε τα τρία σκαλάκια του ημιυπόγειου και βγήκε στο δρόμο ανάβοντας ένα τσιγάρο. Ανάσανε με ανακούφιση και ένα σύννεφο καπνού βγήκε από τα σωθικά του, μέσα στην παγωνιά του Μάρτη. Δόξα τω Θεώ η γυναίκα του δεν πήρε τίποτε είδηση κι αυτή τη φορά. Με την προσοχή της στραμμένη στην φροντίδα του 3 μηνών μωρού τους δεν είχε πάρει είδηση την απόγνωση που ένιωθε 2 μέρες τώρα.

Το πορτοφόλι του ήταν εντελώς άδειο, φόδρα με φόδρα. Τα χρήματα του μήνα είχαν κάνει φτερά με τόσα έξοδα καθημερινά και τώρα έπρεπε να περιμένει μέχρι το τέλος του μήνα που θα ξαναπληρωνόταν. Κάτι λίγα που υπήρχαν στην άκρη, ξοδεύτηκαν για το μωρό. Γεννημένο πρόωρα, χρειάστηκε να μείνει ένα μήνα σε θερμοκοιτίδα και τα έξοδα έφτασαν στα ύψη. Και τώρα που το μωρό το πήραν σπίτι επιτέλους, οι οδηγίες του παιδίατρου ήταν σαφείς: Όχι κάτω από 22 βαθμούς η θερμοκρασία του δωματίου, που σήμαινε ότι η σόμπα πετρελαίου έπρεπε να καίει νυχθημερόν και ειδικό γάλα από το φαρμακείο που ήταν πανάκριβο. Και κάθε 15 μέρες εξετάσεις για να ελέγχει αν παίρνει το απαραίτητο βάρος.

Το πρωί που έπινε τον καφέ του και του φαινόταν φαρμάκι, η γυναίκα του είπε: «Πετάξου μέχρι το φαρμακείο, τελειώνει το γάλα του μωρού κι έρχεται Σαββατοκύριακο». Τρέλα του ‘ρθε, του κόπηκε η ανάσα, αλλά δεν το ‘δειξε. Πάω, της είπε, ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο. Περπατούσε στα τυφλά, δεν έβλεπε μπροστά του, έπεσε πάνω σε έναν άνθρωπο, σήκωσε το κεφάλι και είδε το χαμογελαστό πρόσωπο του ταχυδρόμου. «Κύριε Κώστα καλημέρα, έχετε γράμμα απ’ το Βέλγιο» και του έτεινε μια επιστολή. Άπλωσε το χέρι και την πήρε μηχανικά, την έβαλε στην τσέπη του και προχώρησε.

Όλα τα ‘χαμε, σκέφτηκε, η αλληλογραφία μας μάρανε.

Ήξερε από ποιον ήταν, ο αδελφός της γυναίκας του ήταν οικονομικός μετανάστης στο Βέλγιο. Είχε φύγει 20 χρονών παιδί για να δουλέψει στα ορυχεία του κάρβουνου εκεί πάνω στο Βορρά. Οι εποχές δύσκολες και πήρε την απόφαση να ξενιτευτεί κι αυτός μαζί με τόσους άλλους. Οι δυο τους, αδελφός και γαμπρός, δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά. Είχαν ιδεολογικές διαφορές. Ο Δημήτρης κομμουνιστής, ενταγμένος στην ιδέα, οργανωμένος και στέλεχος του ΚΚΕ, με δράση συνδικαλιστική, αδιάλλακτος και πεισματάρης όσο δεν παίρνει. Ο Κώστας δεξιός μεν, μετριοπαθής δε, είχε μπει στη σχολή της Αστυνομίας από ανάγκη γιατί δεν υπήρχαν χρήματα για άλλες σπουδές. Και τώρα ήταν αστυφύλακας και ζούσε τις ταραγμένες εκείνες εποχές από μέσα κι απ’ έξω. Ήξερε και επειδή ήξερε φοβόταν, δεν τον έπαιρνε να χάσει τη δουλειά που του έδινε τουλάχιστον ένα σίγουρο μηνιάτικο. Γι’ αυτό και με τον κουνιάδο του δεν ήθελε και πολλά πολλά.

Ούτε κατάλαβε για πότε έφτασε στο Λυκαβηττό, έξω από το λατομείο που αργότερα έγινε θέατρο. Κάθισε σε ένα πεζούλι κι έπιασε το κεφάλι του που πήγαινε να σπάσει. Δεν γινόταν να γυρίσει σπίτι χωρίς γάλα για το μωρό. Να ζητήσει δανεικά σχεδόν το απέκλειε, ντρεπόταν πάρα πολύ, δεν το είχε κάνει ποτέ στη ζωή του.

Έβαλε το χέρι στην τσέπη να βγάλει τα τσιγάρα του κι έπιασε το γράμμα. Το τράβηξε έξω, το κοίταξε για ένα λεπτό και το άνοιξε. Έμεινε να κοιτάζει το περιεχόμενο του φακέλου με τα μάτια ορθάνοιχτα. 40 δολάρια! Κι ένα μικρό σημείωμα! 40 ολόκληρα δολάρια! Μια μικρή περιουσία! Όχι! Μια μεγάλη περιουσία! Έβγαλε το σημείωμα και διάβασε:
«Αδέρφια μου γεια σας!
Σας στέλνω ένα μικρό δωράκι για το νεογέννητο, δεν μπορώ παραπάνω, τα βγάζω κι εγώ δύσκολα. Του χρόνου, αν είμαι καλά, θα έρθω στην Ελλάδα να δω την ανιψούλα μου.
Σας φιλώ,
Ο αδελφός σας, Δημήτρης»

Ξαφνικά τα μάτια του θόλωσαν, το μικρό σημείωμα μούλιασε από τα δάκρυα που έτρεχαν και πότιζαν το χαρτί, δάκρυα χαράς, λύτρωσης, ευγνωμοσύνης! Σώθηκε! Τον έσωσε ο ξενιτεμένος αδελφός της γυναίκας του, ο αδελφός του!

Κατρακύλησε από το Λυκαβηττό πετώντας σχεδόν, μπήκε στο πρώτο φαρμακείο που συνάντησε και πήρε γάλα, τρία κουτιά! Πέρασε από μια ψησταριά και πήρε ένα ψητό κοτόπουλο και τέσσερις μπύρες και πριν στρίψει για το σπίτι πήρε από ένα ανθοπωλείο ένα ματσάκι χειμωνιάτικες ανεμώνες για την κυρία του!
Μπήκε στο σπίτι σαν σίφουνας κι άφησε τα πράγματα πάνω στο τραπέζι. «Άργησες», του είπε, «που ήσουν τόση ώρα;». Και μετά είδε τις σακούλες πάνω στο τραπέζι. «Μα τι έκανες εκεί; Είχα φακές για το μεσημέρι».
«Τάισε το μωρό» της είπε «και μέχρι να τελειώσεις εγώ θα γράψω ένα γράμμα στο Δημήτρη, πήρα γράμμα του σήμερα και θέλω να του γράψω κι εγώ να δω τι κάνει».
«Έλα Παναγία μου!»
απόρησε η γυναίκα του, «από πότε εσύ έχεις αλληλογραφία με τον αδερφό μου;»
Χαμογέλασε…
«Α, και να σου πω, μέχρι το φθινόπωρο λέω να μετακομίσουμε, δεν είναι σπίτι αυτό να μεγαλώσει το παιδί, άσε που αν έρθει ένας άνθρωπος δεν έχουμε που να τον κοιμίσουμε…»

2018
Το πάλαι ποτέ μωρό έχει αδυναμία στις κρύες μπύρες, στο ψητό κοτόπουλο σούβλας και στις βέλγικες σοκολάτες.

 

ΕΥΓΕΝΙΑ Α. ΛΙΤΣΑ