Παιδί μου…

Ξέρω ότι δεν έχω το δικαίωμα να σε αποκαλώ έτσι. Πώς μπορεί να σε αποκαλεί με αυτόν τον τρόπο ο δολοφόνος σου; Με ποιο δικαίωμα σε θεωρεί παιδί της η γυναίκα που άφησε να σε ξεριζώσουν από τα σπλάχνα της;

Ήσουν δυο μηνών πλασματάκι μέσα μου, όταν συνάντησες το θάνατο. Σχηματισμένο ίσως. Δεν έχει σημασία. Η καρδούλα σου χτυπούσε. Την είδα. Ίσως να την άκουσα κιόλας. Δεν θυμάμαι. Οι γιατροί με ρωτούσαν αν η εγκυμοσύνη ήταν επιθυμητή και εγώ απαντούσα μάλλον όχι. Και έκλειναν τον ήχο. Γυρνούσαν την οθόνη του υπερήχου για να μη δω. Κι εγώ απέφευγα να κοιτάξω. Εκτός από τον τελευταίο. Μου έδειξε την εικόνα σου. Και κάπου εκεί δε μπορώ να θυμηθώ αν σε άκουσα. Δεν ξέρω αν θέλω να θυμηθώ. Ο πόνος ήταν μεγάλος και χωρίς τον ήχο σου.

Ήσουν δύο μηνών όταν βρέθηκα σε εκείνο το δωμάτιο. Μόνη μου ν’ αγγίζω την κοιλιά μου, προσπαθώντας να σε χαϊδέψω. Κλαίγοντας σου ζητούσα να με συγχωρέσεις που δεχόμουν και αποφάσιζα ταυτόχρονα την καταδίκη σου. Δικάστηκες και καταδικάστηκες ερήμην, από τους ανθρώπους που σε δημιούργησαν χωρίς να σε ρωτήσουν. Με απελπισία πάλευα να με ακούσεις, να καταλάβεις ότι μαζί σου πέθαινα κι εγώ. Ακόμα δεν ήξερες. Ακόμα κολυμπούσες ευτυχισμένο και ασφαλές μέσα στο κορμί μου. Μέσα στη ζεστασιά και τη σκοτεινιά της μαμάς σου.

Κοιμήθηκα. Και τότε άρχισε. Πόναγες είμαι σίγουρη. Κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να με πείσει πως δεν υπέφερες. ΠΟΤΕ! Ούρλιαζες. Σχεδόν ακούω το αδύναμο απελπισμένο κλάμα σου πνιγμένο μέσα στο υγρό στοιχείο. Πάλευες να ξεφύγεις. Πώς να γλυτώσεις από το θηρίο που ξέσκιζε τα σωθικά της μάνας; Πώς να γλυτώσεις από το θηρίο που σε τραβούσε με δύναμη για να σε πετάξει κομματιασμένο σε ένα παγωμένο γυαλί;

Ξύπνησα. Έκλαιγα. Ήμουν άδεια. Εκεί που πριν λίγα λεπτά υπήρχε μια ζωούλα τώρα τίποτα, κενό. Μόνο μια πληγή εκεί που γδάρθηκε το λίκνο της ύπαρξης. Μια πληγή που θα έκλεινε σε λίγες μέρες για να αφήσει ανοιχτή την άλλη, την πληγή της ψυχής. Κι εγώ παρακαλούσα η ψυχούλα που τόσο νωρίς ανέβηκε εκεί ψηλά να βρίσκεται στην αγκαλιά της γιαγιάς της. Να βρει την αγάπη που εγώ της στέρησα. Να νιώσει, όσα εγώ την καταδίκασα να μη γευτεί στερώντας της τόσο άγρια το δικαίωμα στη ζωή.

Παιδί μου, μωρό μου, σπλάχνο μου, άσε με να σε αποκαλέσω όπως σε νιώθω ακόμα. Μη μου θυμώνεις από εκεί που βρίσκεσαι. Ακόμα μετρώ πόσο θα ήσουν αν ήσουν εδώ μαζί μου. Θα λείπεις για πάντα από τη ζωή μου. Ήθελα να απολογηθώ αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Τι να σου πω; Πώς να σου εξηγήσω ότι παρόλο που ήξερα πόσο θα πονάω, ακολούθησα μια τέτοια απόφαση; Πώς να εξηγήσω τα γιατί που νιώθω ότι με ρωτάς από εκείνη τη γωνιά σου στον παράδεισο;
Έπρεπε ένα μεγάλο μου κομμάτι να ξαναγυρίσει στη ζωή. Μα εκείνο που δεν μπόρεσε να αναστηθεί θα μείνει για πάντα κοντά σου. Μόνο εσύ μπορείς να αποφασίσεις αν θα το κρατήσεις. Μα κι αν το πετάξεις πώς μπορώ να σε αδικήσω; Πώς μπορείς να θες κοντά σου τη φόνισσα; Εκεί σε μια γωνιά θα περιμένει την απόφασή σου. Κι αν είναι καταδίκη, καλοδεχούμενη από σένα παιδί μου.

Η μόνη μου ευχή, είναι να μπορέσω να σε δω έστω και από μακριά. Όταν ακολουθήσω και εγώ το θάνατο, να μπορέσω να δω τη μορφή σου έστω για μια στιγμή. Η αγκαλιά μου κράτησε τρία παιδιά. Η καρδιά μου όμως έχει τέσσερα.

 

Ελευθερία