Ο Νώντας από νεαρή ηλικία βρέθηκε πίσω από τα κάγκελα. Δεν ήταν αλήτικο σερνικό απλά κακόπεσε ο δόλιος. Αγγελούδι δεν τον έλεγες, άγριος όταν τον έπαιρνε, αντιρρησίας σε ό,τι δεν του άρεσε, παρεξηγημένος τύπος ε και μια και δυο βρέθηκε στο κλουβί.
Σε ένα επισκεπτήριο τον είδε ο Βρασίδας και του το γέμισε το μάτι. Τον κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια. Από το χοντρόφαρδο κεφάλι του ίσαμε τα κοντά πόδια του. Του άρεσε.
Θες να ‘ρθεις μαζί μου; ρώτησε ο Βρασίδας

Ο Νώντας τον κοίταξε απορημένος κι έσκυψε το κεφάλι στο τσιμεντένιο πάτωμα. Βλέμμα επιφυλακτικό, άγριο, ελαφρώς τσαμπουκαλεμένο. Όμως ήταν ωραίο αντράκι. Συμφώνησαν. Από την πλευρά του ο Νώντας βουβά, από την άλλη ο Βρασίδας υπέγραψε τα απαραίτητα χαρτιά και πήγαν σπίτι. Δύσκολη η συμβίωση, δεν έκανε ο ένας το χατίρι τ’ αλλουνού. Όπως και να το κάνουμε κάτω από την ίδια στέγη έπρεπε και να επιβιώσουν αλλά και να επικρατήσει ο κυρίαρχος. Για αρκετούς μήνες οι φωνές και οι τσακωμοί ήταν καθημερινή ρουτίνα, οι αγάπες και τα λέλουδα μόνο Κυριακές κι αργίες. Πεισματάρηδες κι οι δυο, από χαλασμένα σπίτια, ο Νώντας βρέθηκε εκτός λόγω συμπεριφοράς, ο Βρασίδας λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων. Αφού όμως επέλεξαν να συγκατοικήσουν, έβαλαν μπροστά τον εγωισμό τους προσπαθώντας να αποδείξουν ποιός ήταν ο σκληρότερος.

Οι δυο τους είχαν αρκετά κοινά. Λάτρεις του ωραίου φύλου, του καλού φαγητού, των περιπάτων και του λιωσίματος στον ήλιο. Είχαν περάσει πάνω από οκτώ μήνες και η σχέση τους τις περισσότερες φορές ήταν καλή. Αν εξαιρέσει κανείς το επεισόδιο που ο Βρασίδας δάγκωσε το αυτί του Νώντα, είχε διαβάσει ότι έτσι φαίνεται ο αρχηγός, τα πράγματα κυλούσαν ομαλά.

Στη γειτονιά τους γνώριζαν σχεδόν όλοι, το Νώντα δηλαδή, διότι ο Βρασίδας αποτελούσε απλά τον συνοδό του, παρ’ όλα αυτά καμάρωνε σαν παγόνι που κυκλοφορούσε τέτοιο παλικαράκι, το αντράκι του. Ζουμπουρλούδικο από τα παιδικάτα του, άσπρος με μαύρες μεγάλες βούλες και στρουμπουλό κορμί που κουνιόταν σαν δεμένη βάρκα σε φουρτούνα, είχε γίνει μασκότ. Στριμμένη μασκότ. Διότι όσο καλόβολος ήταν τις περισσότερες φορές, εκεί που τον άφηνες εκεί έμενε, διακοσμητικός, δεν ήθελε ξεσκόνισμα, μόνο χτένισμα, κάποιες άλλες, με το παραμικρό γύριζε ο οφθαλμός και πριν προλάβεις να του ανοίξεις κουβέντα, να ρωτήσεις το τετράποδο τι συνέβη, είχε ανοίξει τα σαγόνια κι είχε αρπάξει ό,τι προλάβαινε. Και προλάβαινε το άθλιο….. «Τι είναι αγόρι μου;» του ‘λεγες, «Κάτσε να σε φάω» σκεφτόταν. Αν έκανες το λάθος να του πεις «πάμε!» έμενες με ένα άκρο λιγότερο, διότι το «πάμε» το δεχόταν μόνο από τον πατερούλη – αφεντικούλι. Οι γνωστοί το ήξεραν και πολύ πρόσεχαν τις κουβέντες τους, ωστόσο ήταν γλυκός και τσαχπίνης. Στη βόλτα μόλις έβλεπε καμιά κοπελίτσα να βγάζει τσιρίδες «Μα τι καλός που είναιιιιιιιιι» έχωνε τη χοντροκεφάλα του στην αγκαλιά της, μούγκριζε, νιαούριζε ενίοτε, γουργούριζε, τριβόταν, άφηνε όλο το τρίχωμα του πάνω της και μετά κουνιστός και λυγιστός, θυμόταν ότι τον περίμενε ο πατερούλης να συνεχίζουν. Άφριζε ξάφριζε ο Βρασίδας μέχρι να κουνηθεί ο Νώντας αλλά δεν είχε και πολλές επιλογές.

Σιγά σιγά κατάφεραν και περνούσαν ζωή και κότα. Μια χαρά τα βρίσκανε. Ο ένας κοιτούσε τον άλλον με βλέμμα μέσα στα μέλια και τα σορόπια. Μιλούσε ο Βρασίδας στο Νώντα και στην απόλυτη ησυχία ακούγονταν βιολιά.

Κι ήρθε μια μέρα του φθινοπώρου, μέρα βροχερή, συννεφιασμένη μέρα, που ο Βρασίδας, ο πατερούλης, αποφάσισε λέει, να φέρει λέει, παρέα στο αντράκι του. Λέει.

Να τον ξεκουνήσει λίγο, το αμπαζούρ, να μην βαριέται. Κάνει τηλέφωνα από δω, μιλάει με γνωστούς από κει, όλα εντάξει λέει. Θα μπει θηλυκό στο σπιτικό τους. Χαρά ο Βρασίδας, στην κοσμάρα του ο Νώντας. Κατέφθασε και η Μπουμπού στην παρέα. Έρως κεραυνοβόλος! Η μικρή σκυλίτσα, αλεπού σκέτη σε εμφάνιση και συμπεριφορά, σαν είδε αφεντικό και σκύλο έπαθε αγάπη, έπαθε εθισμό. Η φωνή της είχε βραχνιάσει από το γαύγισμα. «Γαβ» χάιδεψε, γαβ μην χαϊδεύεις άλλον, γαβ για καλημέρα, γαβ για καληνύχτα, γαβ εμένα αγαπάς περισσότερο ναι;

Η Μπουμπού όμως δεν ήταν διακοσμητική. Άρεσε και σε κείνη το καλό φαγητό και όπου το έβρισκε ….. το έτρωγε. Στο μπολάκι της, στο μπολάκι του Νώντα, στο τραπέζι της κουζίνας, τί δύσκολο είναι, χοπ χοπ πάνω στην καρέκλα και τσουπ στο τραπέζι πάνω, και από το τραπέζι στην κατσαρόλα δεν είναι και τόσο μεγάλη απόσταση. Τη στραβοκοίταζε ο Νώντας όμως τι να κάνει, τον μπελά του δεν επρόκειτο να τον βρει ένεκα προτέρου εντίμου βίου. Έφαγε τις σφαλιάρες της η Μπουμπού δεν ξαναπλησίασε την κατσαρόλα, πράγμα το οποίο δεν αποτελούσε και ιδιαίτερο πρόβλημα καθώς όσο περνούσαν οι μέρες όλο κι έβρισκε καινούργια πράγματα να ασχοληθεί. Αφού έκανε τη ζημιά της έτρεχε στο Νώντα κι άρχιζε το καλόπιασμα. Με το μουσούδι της μέσα στο αυτί του το έγλυφε μέχρι να αφυδατωθεί, είδε κι απόειδε ο δόλιος χωνόταν κάτω από το κρεβάτι να γλυτώσει από το μαρτύριο της γλώσσας. Όταν γύριζε ο πατερούλης από τη δουλειά, η Μπουμπού πρώτη μούρη να τον περιμένει στην πόρτα και να χοροπηδά από τη χαρά. Γαβ καλώς όρισες. Γαβ πόσο μου έλειψες. Γαβ μ’ αγαπάς περισσότερο από το πρωί; Έλιωνε ο Βρασίδας με τη λατρεία που του έδειχνε η αλεπού μέχρι που έπεφτε ο οφθαλμός του στο βομβαρδισμένο σπίτι. Ο Νώντας άφαντος, η Μπουμπού στα πόδια του πατερούλη άρα ο μπούλης είχε κάνει τη δουλειά. «Να δεις που ζήλεψε και έκανε αταξίες» σκεφτόταν ο Βρασίδας.
Ο Νώντας όμως μέχρι να κουνήσει το ένα ποδάρι το άλλο έπιανε αράχνες, άλλη όρεξη δεν είχε να κάνει ζημιές οι ενδείξεις όμως έδειχναν προς το μέρος του. Αδυναμίας ένεκα τη γλύτωνε κι αυτός και τα πράγματα συνέχιζαν να κυλούν ήρεμα.

Που και που αναπολούσε τον καιρό που ήταν πασάς κι αφέντης στο σπιτικό τους κι όλη η προσοχή ήταν σ’ αυτόν και το ζουμπουρλούδικο γεμάτο βούλες κορμάκι του – κορμάρα του καλύτερα. Τις βόλτες που έκαναν τα δυο σερνικά κι ο κόσμος πρώτα έβλεπε το Νώντα κι ύστερα το Βρασίδα, τα κορίτσια με τις τσιριχτές φωνές να σκύβουν στη μούρη του να τον χαϊδέψουν, να του γαργαλίσουν το λαιμό κι αυτός να χαίρεται, να του τρέχουν σάλια και να τρίβεται πάνω τους αφήνοντας στα ρούχα τους τρίχα για πέντε έξι μαξιλάρια.

Στο τέλος της μέρας, λίγο πριν αποκοιμηθεί κάτω από την καρέκλα του αφεντικού, μούγκριζε από ικανοποίηση χορτασμένος από φαγητό κι αγάπη, τη Μπουμπού μέσα στ΄ αυτί του να ψάχνει – ποιός ξέρει τι – και τις βούλες του εκεί, να περιμένουν το επόμενο πρωί της υπόλοιπης ζωής τους.