Γυναίκες που μένουν σπίτι

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Η Γιώτα σηκώθηκε το πρωί και κάθησε στον υπολογιστή της, για να ξεκινήσει την τηλεργασία· την οποία διέκοπτε, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, για να φτιάξει καφέ, γάλα στα παιδιά, φαγητό για το μεσημέρι… Όταν κατά τις 4 και, τελείωνε, συνέχιζε με τις δουλειές του σπιτιού (πλύσιμο, σιδέρωμα, σκούπισμα). Νόμιζε ότι, τουλάχιστον, μένοντας στο σπίτι, θα είχε τη δυνατότητα να το διατηρεί σε άριστη κατάσταση, κάτι που δεν συνέβαινε, όταν πήγαινε καθημερινά στην εργασία της και άφηνε τις περισσότερες δουλειές για το Σαββατοκύριακο. Μπα, και πάλι, δεδομένου ότι όλη η οικογένεια βρισκόταν εντός του σπιτιού, οι δουλειές δεν τελειώναν ποτέ… Ωστόσο, ήταν ευγνώμων που είχε τη δυνατότητα να εργάζεται από μακριά, ώστε, ούτε το τόσο πολύτιμο εισόδημά της να χάνει, ούτε να ριψοκινδυνεύει την υγεία, τη δικιά της και των δικών της ανθρώπων. Ευκαιρία να έρθουν και πιο κοντά σαν οικογένεια…

Η Χριστίνα έκλεισε το ξυπνητήρι, μουγκρίζοντας. Άλλη μια μέρα «καραντίνας» ξεκινούσε. Τι κουραστικό! Τετοια ώρα θα ντυνόταν, θα βαφόταν και θα πήγαινε στη δουλειά της. Τα παιδιά θα πήγαιναν σχολείο, θα τα έβλεπε λίγο το μεσημέρι (τόσο, όσο) και μετά θα επέστρεφε στη δουλειά και θα τα αναλάμβανε ο άντρας της ή η μητέρα της. Το βράδυ που θα γυρνούσε θα ήταν ήδη μπανιαρισμένα και ταϊσμένα, έτοιμα για ύπνο. Τώρα, με τον κορωναϊό, τρομάρα του, ήταν όλη μέρα κλεισμένη στο σπίτι με τα παιδιά που τσίριζαν, απαιτούσαν και της έσπαγαν τα νεύρα. Δεν είχε κάνει αυτή τη συμφωνία με τον εαυτό της. Τα αγαπούσε τα παιδιά της, τα θεωρούσε τα πιο όμορφα και τα πιο έξυπνα, αλλά δεν μπορούσε και δεν ήθελε να ασχοληθεί παραπάνω. Τα έντυνε με τα πιο ωραία ρούχα, τους έπαιρνε παιχνίδια με το κιλό και τα ακριβότερα όλων, αλλά εντάξει..  μέχρι εκεί. Τώρα, γιατί τα έκανε – τι σημαίνει αυτό; Κάθε γυναίκα που παντρεύεται και κάνει οικογένεια, κάνει τουλάχιστον 2 παιδιά – τουλάχιστον δεν της χάλασαν τη σιλουέτα. Εξάλλου, δεν τα έδερνε, δεν τους φώναζε, απλά δεν ασχολούταν ιδιαίτερα. Τώρα, όμως, αναγκάζεται να ασχοληθεί και, πραγματικά, υποφέρει. Πότε, επιτέλους, θα τελειώσει αυτή η κατάσταση, να επιστρέψει στη ρουτίνα της; Ήθελε πίσω τον μισθό της, το κομμωτήριο, το μανικιούρ-πεντικιούρ της, τα ψώνια της, τις βόλτες της – τη βολική ζωή της πίσω, βρε αδερφέ!

«Σήκω, βρε ζώον, να μου φτιάξεις καφέ!», ακούστηκε η αγριοφωνάρα του Στέλιου και η Αφροδίτη πετάχτηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι. «Τα νεύρα του έχει πάλι», σκέφτηκε, «τι με περιμένει!» Το κορμί της ακόμα πονούσε από το ξύλο που είχε φάει την προηγούμενη ημέρα, επειδή είχε τολμήσει να του ζητήσει χρήματα για να πάει να ψωνίσει στο σουπερμάρκετ. «Και τι είμαι εγώ, τράπεζα;», της ούρλιαξε και το χέρι του έπεσε βαρύ επάνω της. Το «μένουμε σπίτι» ήταν ασφαλές για την υγεία των άλλων, αλλά ολέθριο για τη δική της. Πριν, είχε τουλάχιστον ένα 8ωρο σχετικής ανεμελιάς, ελευθερίας, όταν ο Στέλιος έλειπε από το σπίτι και ήταν στη δουλειά – βλέπεις, η ίδια απαγορευτόταν να εργαστεί – αλλά η νεόκοπη κατάσταση την άφησε έγκλειστη στο σπίτι, 24 ώρες το 24ωρο, με τον δυνάστη της, θύμα και θύτης όλη την ώρα μαζί. Η αναστολή εργασιών της δουλειάς του Στέλιου, τον έκανε ακόμα πιο νευρικό, ακόμα πιο γκρινιάρη, ακόμα πιο οξύθυμο – και, φυσικά, την «πλήρωνε» η Αφροδίτη. Ευτυχώς δεν ξέσπαγε στο παιδί, που ήταν ακόμα μικρο και δεν καταλάβαινε πολλά. Άραγε θα αντέξει μέχρι τέλους, ή ο κορωναϊός θα της κοστίσει την ίδια της την ζωή, χωρίς καν να αρρωστήσει από αυτόν;

Το φως του ήλιου πέρασε μέσα από τις κουρτίνες και η Βάσω σκέφτηκε ότι πρέπει να σηκωθεί και να ξεκινήσει την ημέρα της. Ο κορωνοϊός δεν άλλαξε ιδιαίτερα την καθημερινότητά της, καθώς δεν εργαζόταν, αλλά ενέτεινε στο μέγιστο το αίσθημα ανησυχίας και φόβου που την διακατείχε. Βλέπεις, ο μικρός της γιος, ο Χριστάκης της, ανήκε στις ευπαθείς ομάδες και έτρεμε, μη τυχόν κολλήσει. Τις εξωτερικές εργασίες τις ανέλαβε αποκλειστικά ο άντρας της, ο Νίκος, ο οποίος περνούσε από μια, εξοντωτική, σχεδόν, διαδικασία καθαρισμού και απολύμανσης, πριν μπει στο σπίτι – και αυτός, και ό,τιδήποτε έφερνε. «Ας έχει αίσιο τέλος και αυτή η δοκιμασία, Θεέ μου», σκεφτόταν, «και ας είναι όλος ο κόσμος καλά». Έπειτα άνοιξε την πόρτα του δωματίου των παιδιών της, τράβηξε τις κουρτίνες και άρχισε να τα ξυπνά γλυκά – μια καινούρια μέρα αρχίζει…

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τα βιβλία μας

Φευγάτος
Αλέξανδρος Κουτρούλης - Φευγάτος
Μαργαρίτα Τσεντελιέρου - Το Μυστικό

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook