Δίδυμα φεγγάρια

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Τον έψαχνε. Εφτά μήνες τώρα, τον έψαχνε και ας ήξερε που βρισκόταν…
Τον έψαχνε στο βαθούλωμα που το σώμα του είχε αφήσει στο στρώμα στο κρεβάτι τους. Κάποια βράδια ξάπλωνε στη δική του πλευρά και κούρνιαζε στο βαθούλωμα νιώθοντας πως εκείνος την αγκάλιαζε και πάλι. Δεν τολμούσε καν να παραδεχτεί πως εν μέρει το έκανε για να συντηρεί αυτή τη σχεδόν αδιόρατη ανομοιομορφία του στρώματος. Αν το έχανε κι αυτό θα αποτρελαινόταν.

Τον έψαχνε στις πετσέτες του μπάνιου. Αν το ήξερε, δεν θα τις είχε βάλει εκείνο το πρωινό για πλύσιμο. Για ώρες έπιανε την πετσέτα που είχε σκουπιστεί τελευταία φορά εκείνος και τη μύριζε. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να διώξει τη μυρωδιά του μαλακτικού που σκέπαζε τη δική του μυρωδιά και θύμωνε που όσο οι μέρες κυλούσαν γινόταν όλο και πιο δύσκολο να την ανασύρει από τη μνήμη της. Δεν αποζητούσε το άρωμα της κολώνιας του. Αυτή άλλωστε ακόμα στο έπιπλο του μπάνιου έστεκε και τον περίμενε στωικά. Το δικό του προσωπικό άρωμα της έλειπε. Αυτό που ανέδιδαν οι πόροι του δέρματος του. Αυτό που για χρόνια την έκανε να νιώθει ασφάλεια.

Τον έψαχνε στον καπνό από τα τσιγάρα των καπνιστών και ας σιχαινόταν την τσιγαρίλα. Στις αρχές μάλιστα είχε δοκιμάσει να ανάψει ένα από το πακέτο του που είχε μείνει πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Δεν ήταν όμως το ίδιο. Ο καπνός αυτός δεν είχε την ίδια αίσθηση με εκείνον που έβγαινε μέσα από τους δικούς του πνεύμονες. Αυτός ο καπνός μόνο βρωμούσε και στροβιλιζόταν χωρίς λογική μέσα στον χώρο, δίχως να φτιάχνει εικόνες. Ο καπνός αυτός δεν σχημάτιζε μεγάλα δαχτυλίδια που εκείνη κάποτε χοροπηδούσε προσπαθώντας να τα φορέσει σαν βέρα στον παράμεσο του δεξιού της χεριού. Και τι δεν θα έδινε να ξαναφορούσε μια τέτοια βέρα, γιατί η άλλη, η λευκόχρυση, που ακόμα στόλιζε το αδύνατο δάχτυλο της, πλέον την έκαιγε. Την έκαιγε και την πονούσε.

Τον έψαχνε μέσα στις σοκολατένιες πάστες. Σχεδόν καθημερινά αγόραζε από μια και την σκάλιζε με προσοχή με το κουταλάκι του γλυκού, χωρίς να την τρώει. Παραμέριζε με ευλάβεια τα στρώματα από κρέμα και παντεσπάνι και τον αναζητούσε μέσα στο σκοτάδι της σοκολάτας. Περίμενε να τον δει να της χαμογελάει ενοχικά σαν παιδί, με λερωμένα δόντια. Μετάνιωνε που κάποτε μαμαδίστικα τον μάλωνε όταν επέστρεφε με τεράστια κουτιά από το ζαχαροπλαστείο. Από αγάπη το έκανε και όχι από ματαιοδοξία. Εκείνη τον αγαπούσε όπως ήταν.

Τον έψαχνε στο αθλητικό κανάλι της τηλεόρασης. Χωρίς να έχει ιδέα από ποδόσφαιρο, καθόταν ώρες μπροστά στην τηλεόραση και τον έψαχνε ανάμεσα στους ιδρωμένους παίχτες με τα κοντά σορτσάκια. Αυτές τις ώρες νόμιζε πως άκουγε τον ήχο της φωνής του να διαμαρτύρεται για οφσάιντ πίσω από τον ήχο του εκφωνητή που περιέγραφε τον αγώνα και νανουριζόταν. Αυτός ήταν ο λόγος που αρνιόταν να διακόψει το συνδρομητικό κανάλι. Χωρίς αυτό δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί και ένιωθε τόσο κουρασμένη.

Τον έψαχνε μέσα σε μελωδίες τραγουδιών και ας έμοιαζε παράταιρο και αταίριαστο αυτό. Μέσα από τα τραγούδια, για τα λίγα λεπτά που εκείνα ηχούσαν, στιγμές από την κοινή τους ζωή άστραφταν ολοζώντανες μέσα στο μυαλό της. Τι κι αν αυτές τις αστραπές τις συνόδευε συνήθως μια βροχή από δάκρυα. Την μάλωναν οι άλλοι που το έκανε αυτό στον εαυτό της και εκείνη θύμωνε. Πότε επιτέλους θα καταλάβαιναν πως αυτές οι μικρές καταιγίδες δρόσιζαν και εξουδετέρωναν την ξηρασία που σαν πανούκλα απειλούσε να πλήξει κάθε κύτταρο της;

Τον έψαχνε στα λυπημένα πρόσωπα και στα λυπημένα λόγια των ανθρώπων γύρω της. Εκεί δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να τον βρει. Προδομένη ένιωθε και ας ήξερε πως το έκαναν από αγάπη προς εκείνη. Πώς να τους εξηγήσει και να κατανοήσουν, πόση ανάγκη είχε να μην φέρονται σαν να μην υπήρξε ποτέ; Πως να τους πείσει για το δικαίωμα της να νιώθει κομματισμένη, λειψή, αδικημένη, θυμωμένη χωρίς το φόβο πως θα σκορπίσει περισσότερη θλίψη; Τόσο εγωιστικό ήταν άραγε που τους ήθελε δυνατούς πλάι της;

Όσο και αν δυσκολευόταν όμως να τον βρει σε όλα τα παραπάνω όσο ο χρόνος περνούσε, υπήρχε ένα σημείο που δεν χρειαζόταν καν να τον ψάξει για να τον βρει, και ας την τρόμαζε λιγάκι το σημείο αυτό. Τα μάτια της κόρης τους σαν φάρος, από το πρώτο δευτερόλεπτο που άνοιξαν, της φώτιζαν τον δρόμο προς εκείνον ακούραστα. Σαν δυο τεράστιες πυξίδες, της χάραζαν την πορεία προς το μέλλον χωρίς να της επιτρέπουν ούτε για δευτερόλεπτο την πολυτέλεια να χαθεί στα μονοπάτια της θλίψη της. Τα συνειδητά πλέον χαμόγελα του παιδιού τους έχτιζαν ξανά από την αρχή πάνω στα γερά θεμέλια που μαζί οι δύο τους είχαν δημιουργήσει και που ακόμα και το ειρωνικό παιχνίδι της μοίρας, δεν είχε καταφέρει να γκρεμίσει. Και εκείνη η μικρή στρουμπουλή χούφτα, που με μια δύναμη δυσανάλογη του μεγέθους της, έσφιγγε με μανία το δικό της δάχτυλο, συνέθλιβε κάθε φόβο, κάθε πικρία. Ένα μικρό χεράκι που με πείσμα τραβούσε το φεγγάρι του δικού της κόσμου και το φεγγάρι του δικού του κόσμου, μέσα στον ίδιο σκοτεινό ουρανό ενώνοντας μαγικά τα παράλληλα σύμπαντα που ήταν καταδικασμένοι να ζουν. Δύο δίδυμα φεγγάρια να λάμπουν δίπλα-δίπλα στο ίδιο στρογγυλό πρόσωπο.

 

ΜΑ-ΓΙΑ

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook