Τα χείλια ματωμένα και σου λέω πως είναι από τον καιρό. Έχει κρύο, φυσάει, σκάσανε και μάτωσαν. Δεν θα πω πως τα δάγκωνα, για να μην ακούσεις που κλαίω. Σκέφτομαι όσα έχεις πει, ό,τι έχεις κάνει και δεν το αντέχω. Ακόμη μια φορά δεν το αντέχω, πνίγομαι και δεν το καταλαβαίνεις. Φωνάζω μα ακούς μόνον τον ήχο της φωνής, όχι τα λόγια κι όταν κλαίω βλέπεις το πρόσωπο που παίρνει εκφράσεις άλλοτε γελοίες, άσχημες, ρυτιδιασμένες. Κλαίω γιατί δεν έχω άλλον τρόπο, με φοβίζει ο άλλος τρόπος. Να φύγω από σένα, από τον κόμπο που με πνίγει. Τρία χρόνια τώρα πνίγομαι από τον κόμπο, από τα χέρια σου εκείνη τη μέρα.

Ο κόσμος να χαλάσει, να γυρίσει τα πάνω κάτω, χαλασμός να γίνει, πάντα θα παίρνεις το μέρος της. Πάντα θα έχει δίκιο, θα στέκεσαι κερί αναμμένο μπροστά της κι ας προσπαθείς να με πείσεις πως είναι απλά φιλική αδυναμία. Κουτάβι που κοντεύεις να ξεκολλήσεις την ουρά από το κούνημα, χοροπηδάς, κάθε της λέξη και μια λιχουδιά και χοροπηδάς κουτάβι μου. Ποτέ δεν έκανες έτσι για μένα κι ας λες πως είμαι η ζωή σου. Της μιλάς και το πρόσωπο σου φωτίζεται, μετράς τις κουβέντες σου, μην τη θυμώσεις, ζυγίζεις τον τόνο της φωνής. Δεν υψώνεις φωνή εκεί, ακόμα κι όταν θυμώνεις. Δαγκώνεις τα χείλη σου μη τυχόν και κάνεις λάθος και ξεστομίσεις κάτι που δεν πρέπει. Τρέμεις μήπως σε απορρίψει. Η φίλη. Το «αντράκι» που δεν τη νοιάζει τίποτα και βάζει Χ σε αυτά που δεν ανέχεται. Πάλι για κείνη λέω. Αράδες για την κολλητή σου.

Ευχόμουν να έρθει ο μεγάλος καβγάς, να ψυχρανθούμε να μην μιλάμε πλέον. Να ξεχαστείς. Μα είσαι στο μυαλό μου, όχι για τα καλά, για τα άσχημα. Το παράπονο. Τσούζει το στομάχι, το ‘χεις προσέξει; Τσούζει όταν σε απογοητεύει κάποιος τόσο δικός σου. Αυτός που σε λατρεύει τάχα μου. Όσο μεγαλύτερη η λατρεία, τόσο δυνατότερο το τσούξιμο. Σε λυγίζει, σε διπλώνει και όσο περνάνε τα λεπτά θεριεύει. Οι σκέψεις βροχή, ξυπνάνε λόγια, σκηνές, ύφος, μέρη, λόγια. Λόγια έρχονται στο μυαλό από τα θαμμένα και χτυπάνε. Με χτυπάνε. Ηλίθιε εαυτέ μου. Πότε θα αντιδράσεις; Μισές φορές βρίζω εμένα και άλλες τόσες ή και κάτι παραπάνω εδώ που τα λέμε, βρίζω εσένα.

Ύστερα περνάει η ώρα, καταλαγιάζει η οργή και συνεχίζουμε μέχρι την επόμενη φορά που θα με πνίξει ο κόμπος, που θα φωνάξω θα σε βρίσω, θα σκεφτώ άσχημα θα ευχηθώ άσχημα. Το ξέρεις ότι δεν φεύγω, το έχω αποδείξει. Τρία χρόνια τώρα ή μήπως τέσσερα; Χαμένος χρόνος, χαμένη ζωή. Ναι, φοβάμαι τη μοναξιά. Μεγαλώνω με τις λάθος επιλογές μου παρέα, με τον καθρέφτη και το ρυτιδιασμένο πρόσωπο και ξέρεις κάτι; Δεν φτάνει να εύχομαι τον τσακωμό που θα φέρει το τέλος, γιατί απλά δεν χρειάζεται ο τσακωμός. Πόσες φορές σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να μην σε είχα γνωρίσει. Ψέματα! Κάτι καλό έκανες κι εσύ. Έχεις αγαπήσει δυνατά και σ’ έχουν αγαπήσει το ίδιο ίσως και περισσότερο. Έδωσες, χάρισες, έτρεξες, προσπάθησες, σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου όμως τα γκρέμισες όλα και όσο περνούσε και περνάει ο καιρός τα δευτερόλεπτα γίνονται λεπτά και οι άσχημες στιγμές, πληθαίνουν.
Ειρωνικό δεν είναι; Να χρειάζεται μια ζωή να παλεύει κανείς για τα όμορφα και τα καλά και σε μια στιγμή, σε ένα ανοιγοκλείσιμο των ματιών να καταστρέφει τα πάντα.

Πονάω στη σκέψη ότι μπορεί να σε χάσω κι αυτό είναι κατάντια. Πονάω που είσαι στη ζωή μου.

Η Λίστα