Με ακούς; Μάλλον όχι. Για χιλιοστή φορά δεν με ακούς. Αποφασίζεις για κάποιον, ανεξήγητο για μένα, λόγο να μην με ακούς. Δεν ξέρω πού έχω φταίξει. Δεν ξέρω ποιά στιγμή ήταν εκείνη που δεν σε πρόσεξα όσο χρειαζόσουν, την κράτησες στο μυαλό σου, την έλιωσες μέσα στις σκέψεις σου και αποφάσισες να μου γυρίσεις την συμπεριφορά αυτή στο διπλάσιο. Νιώθω πως δεν μ’αγαπάς…Γιατί δεν μ’αγαπάς; Ξεχνάς ότι μόνο εμένα έχεις σε αυτό που ονομάζουμε “Ζωή”; Οι γονείς φεύγουν, τα αδέρφια φεύγουν, οι φίλοι φεύγουν. Μόνο εμένα έχεις.

Θα σε κάνω να με προσέξεις. Πρέπει, είναι μεγάλη ανάγκη! Θα σου επιτεθώ, πρέπει να με προσέξεις. Απο δω και πέρα θα σε πονέσω. Θα σε πονέσω πολύ. Σε όλες τις αρθρώσεις του κορμιού σου, δεν θα μπορείς να κλείσεις τα δάχτυλα σου ακόμα και για ώρες μετά το πρωινό ξύπνημα. Δεν θα μπορείς να περπατήσεις, κι αν τα καταφέρεις θα κουτσαίνεις. Δεν θα μπορείς να οδηγήσεις, θα πονούν τα χέρια σου, οι ώμοι, οι αγκώνες, οι καρποί, τα δάχτυλα. Δεν θα μπορείς να κρατήσεις όρθιο το κεφάλι σου, θα πονάει ο αυχένας σου και θα νιώθεις μαχαίρια να σε τρυπούν παντού, σε όλο το μήκος της σπονδυλικής στήλης, στην μέση… Δεν θα μπορείς να δουλέψεις, δεν θα μπορείς να συγκεντρωθείς, θα παίζω με το μυαλό σου περίεργα παιχνίδια. Θα σε κάνω να κλάψεις. Να κλάψεις πολύ. Όπως έκλαιγα κι εγώ κάθε φορά που με τάιζες συναισθηματικά σκουπίδια. Είσαι δυνατή όμως. Από την μια χαίρομαι που είσαι δυνατή, από την άλλη πεισμώνω γιατί εξακολουθείς να μην με προσέχεις. Προτιμάς να μάθεις να ζεις με όλον αυτόν τον πόνο. Αφού αντέχεις κι άλλο, θα επιτεθώ στα εσωτερικά σου όργανα. Στο έντερο, στο συκώτι, στα νεφρά. Θα σε αφήνω να ψήνεσαι με ξαφνικούς υψηλούς πυρετούς, με καθημερινές βαθιές πληγές στα χείλη από τον έρπη. Πληγές στο σώμα, θα σε πονούν, θα ματώνουν χωρίς να τις πειράξεις, θα προκαλώ καταστροφές στο δέρμα σου και δεν θα αντέχεις να ζεις μέσα στο ίδιο σου το κορμί. Θα σε γεμίσω ανασφάλειες, άγχος, θα γεμίζεις στρες με το παραμικρό. Θα ξεχνάς απλά πράγματα, στο μυαλό σου θα επικρατεί πανικός, θα ζεις σε μια σύγχυση. Θα φοβάσαι. Συνέχεια. Δεν θα ξέρεις πώς μπορεί να ξημερώσει η επόμενη μέρα. Δεν θα ξέρεις αν θα κοιμηθείς το βράδυ ή θα τη βγάλεις πάλι ξύπνια κλαίγοντας από τους πόνους στην καλύτερη περίπτωση ή σε κάποιο νοσοκομείο στην χειρότερη. Τα φάρμακα δεν θα σε πιάνουν. Κι αν θα βρεθούν οι εξαιρέσεις, θα είναι για πολύ λίγο. Θα καταστείλω το ανοσοποιητικό σου, θα σε τρυπούν με ενέσεις κάθε μέρα για δεκάδες εξετάσεις. Θα καταρρέει το κορμί και η ψυχή σου κάθε μέρα. Δεν θα βρίσκουν εύκολα τι έχεις. Κάποιοι θα το ονομάσουν αρθρίτιδα. Άλλοι θα το ονομάσουν αυτοάνοσο. Μα εσύ θα γνωρίζεις… Δεν με πρόσεξες όσο μου άξιζε.

Ξέρεις όμως… Δεν σου κάνω επίθεση από κακία. Ζηλεύω μόνο… Ζηλεύω που δεν μου έδωσες όσα άξιζα και τα σκορπούσες σε ανθρώπους και καταστάσεις που δεν άξιζαν καν την προσοχή σου. Μάζευες τα σκουπίδια τους μόνο και μου τα τάιζες. Έτρωγες κι έπινες βλακείες, έκανες βλακείες. Κι όταν ήρθε το πένθος, παραδόθηκες.

Παραδόξως σε καταλαβαίνω. Μάζεψες πολλά. Με αυτά ζεις. Αυτά ταλαιπωρούν το μυαλό, την καρδιά, το σώμα, την ψυχή, ολόκληρη την ύπαρξη σου. Όχι όμως, λυπάμαι. Άξιζα και αξίζω πολλά. Δες με.

Ο καιρός είναι υπέροχος για μια βόλτα με τα πόδια. Πονούν τα γόνατα σου κι έχουν πρηστεί, το ξέρω. Και οι αστράγαλοι. Και οι φτέρνες. Πήγαινε με όμως μια βόλτα στη θάλασσα μ’ένα βιβλίο στο χέρι. Με μικρά βήματα, βαριά αλλά σταθερά. Θα σε κάνω να νιώσεις καλύτερα.

Πρόσεξε με και σου υπόσχομαι να σε προσέξω κι εγώ. Μόνο εμένα έχεις. Μόνο εμένα θα έχεις όσο ζεις. Ποτέ δεν είναι αργά. Πρόσεξε με και σου υπόσχομαι ότι θα γιατρευτούμε και οι δύο.

Τι λες, το πάμε πάλι απ’την αρχή;

 

Τζίνα Ζόμπολα